Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17160-17180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16301ενήλικος, η, ο [ἐνήλικος] ε-νή-λι-κος επίθ./ουσ. {-ου κ. -ίκου} & (προφ.-συχνότ.) ενήλικας {ενήλικ-ες} 1. (για πρόσ.) που έχει ενηλικιωθεί, έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του: ~οι/~ες: πολίτες. ~α: άτομα (= ώριμα)/τέκνα.|| (ως ουσ.) Επιμορφωτικά προγράμματα για ~ες. Τμήματα ~ίκων. Βλ. μεσ-, υπερ-ήλικος.|| (συνεκδ.) ~η: ζωή/συμπεριφορά (: που χαρακτηρίζει ~ο). Η ~η κοινωνία (= η κοινωνία των ~ίκων). ΑΝΤ. ανήλικος 2. ΒΙΟΛ. (για οργανισμό) που έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή του: ~ο: ζώο. ~α: φυτά. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαίδευση ενηλίκων βλ. εκπαίδευση [< μτγν. ἐνήλικος, γαλλ. adulte]
16302ενήμερος, η, ο [ἐνήμερος] ε-νή-με-ρος επίθ. 1. (λόγ.-για πρόσ.) που είναι πλήρως ενημερωμένος για κάτι: Είναι ~ σχετικά με το θέμα. Βλ. γνώστης. ΣΥΝ. κατατοπισμένος, πληροφορημένος ΑΝΤ. ανενημέρωτος (1), απληροφόρητος 2. ΛΟΓΙΣΤ. στον οποίο έχουν καταγραφεί, περαστεί όλες οι σχετικές μεταβολές: ~ο: δάνειο/επιτόκιο. Ο λογαριασμός είναι (ταμειακά) ~.|| (για φυσικό ή νομικό πρόσ.) Είναι ασφαλιστικά/φορολογικά ~ (: έχει εξοφλήσει τις οφειλές του). ● ΦΡ.: κρατώ (κάποιον) ενήμερο: ενημερώνω: Θα σε ~ ~ για τα τεκταινόμενα/τυχόν εξελίξεις. Αν έχεις νέα, κράτησέ με ~.|| (επίσ.) Το συμβούλιο τηρείται ~ για/σχετικά με ... (= ενημερώνεται). [< γαλλ. à jour]
16303ενημερότητα[ἐνημερότητα] ε-νη-με-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση του ενήμερου: ~ γύρω από θέματα εξοικονόμησης ενέργειας. Πβ. ενημέρωση. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστική ενημερότητα: ΟΙΚΟΝ. επίσημη βεβαίωση που χορηγείται από ασφαλιστικό φορέα σε όσους έχουν εξοφλήσει τις ασφαλιστικές τους εισφορές: αποδεικτικό/πιστοποιητικό ~ής ~ας., ενημερότητα πτυχίου: πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας που χορηγείται κυρ. σε εργοληπτικές επιχειρήσεις., φορολογική ενημερότητα: ΟΙΚΟΝ. επίσημο έγγραφο που χορηγείται από την εφορία ή τα ΚΕΠ ύστερα από αίτηση και πιστοποιεί ότι ο αιτών δεν έχει φορολογικές εκκρεμότητες: έκδοση ~ής ~ας. [< αγγλ. tax clearance certificate] , γλωσσική επίγνωση βλ. επίγνωση, φωνολογική επίγνωση βλ. φωνολογικός
16304ενημερωμένος, η, ο [ἐνημερωμένος] ε-νη-με-ρω-μέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει ενημερωθεί: ~ος: πολίτης. ~οι: καταναλωτές. ~ για/σε θέματα υγείας. Απόλυτα/επαρκώς/πλήρως ~ για τις τελευταίες εξελίξεις (πβ. ενήμερος). Μη ~ (= ανενημέρωτος). 2. (για βιβλίο, αρχείο, πρόγραμμα) στον οποίο έχουν καταγραφεί όλα τα νέα στοιχεία, οι πρόσφατες μεταβολές: ~οι: χάρτες. Πλήρης και ~ οδηγός.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) ~α βιβλία εσόδων και εξόδων. 3. που έχει προμηθευτεί τα νέα προϊόντα της αγοράς ή έχει εκσυγχρονιστεί με τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας: ~α: καταστήματα.|| ~ες: εκδόσεις (λογισμικού). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α λειτουργικά συστήματα. [< 2,3: αγγλ. updated]
16305ενημερώνω[ἐνημερώνω] ε-νη-με-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {ενημέρω-σα, -θηκα, -θώ, -μένος, ενημερών-οντας} 1. παρέχω σε κάποιον όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να γνωρίσει ένα ζήτημα ή συμβάν σε όλες του τις λεπτομέρειες, του γνωστοποιώ τις πιο πρόσφατες εξελίξεις: Τον ~σαν/~θηκε πάνω στο θέμα. Έσπευσε να ~σει το κοινό ότι ... ~εται (καθημερινά) από το ίντερνετ/την τηλεόραση. Δεν έχει ~θεί σωστά. ΣΥΝ. κατατοπίζω (1), πληροφορώ 2. καταχωρώ κάθε αλλαγή, συνήθ. σε κάποιο αρχείο: Ο λογαριασμός έχει ~θεί.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Βάση δεδομένων/ιστοσελίδα που ~εται καθημερινά. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εκσυγχρονίζω πρόγραμμα, προϊόν με τα νέα τεχνολογικά δεδομένα: Το λειτουργικό σύστημα ~θηκε. [< 1: γαλλ. informer 2,3: αγγλ. update]
16306ενημέρωση[ἐνημέρωση] ε-νη-μέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ενημερώνω: άμεση/αντικειμενική/αξιόπιστη/έγκυρη και έγκαιρη/έκτακτη/επιλεκτική/(αν)επίσημη/ηλεκτρονική/καθημερινή/οριζόντια/πλήρης/πολύπλευρη/συνεχής/σύντομη/σφαιρική/τακτική ~. ~ του κοινού/των πολιτών. Για μια πρώτη ~ (της επιτροπής/για…/σχετικά με …) Γραφείο/κέντρο/ώρες ~ης. ~ για/σε θέματα ... Ζητώ/(παρ)έχω ~. Πβ. πληροφόρηση. Βλ. αλληλο~.|| ~ αρχείου (πελατών)/έκδοσης/καταλόγου/μητρώου/συναλλαγών.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ βιβλίων Α', Β' και Γ' κατηγορίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ώσεις λογισμικού. Βλ. τηλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέσα (Μαζικής) Ενημέρωσης/Επικοινωνίας βλ. μέσο [< γαλλ. information, αγγλ. updating]
16307ενημερωτικός, ή, ό [ἐνημερωτικός] ε-νη-με-ρω-τι-κός επίθ.: που παρέχει ενημέρωση, πληροφόρηση: ~ός: οδηγός/φάκελος. ~ή: εκπομπή (: ειδησεογραφική)/καμπάνια. ~ό: δελτίο/(τηλεοπτικό) πρόγραμμα/σημείωμα/σεμινάριο/υλικό. Πβ. κατατοπιστικός, πληροφοριακός. [< γαλλ. informatif, 1939]
16308ενήχθηβλ. ενάγω
16309ένθα[ἔνθα] έν-θα επίρρ. (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ένθα ανωτέρω (συντομ. έ.α., ως παραπομπή): όπου παραπάνω. ΣΥΝ. αυτόθι [< αρχ. ἔνθα]
16310ενθάδε[ἐνθάδε] εν-θά-δε επίρρ. (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ενθάδε κείται: (ως επιγραφή σε τάφους) εδώ είναι θαμμένος. [< αρχ. ἐνθάδε]
16311ενθαλπία[ἐνθαλπία] εν-θαλ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. το άθροισμα της εσωτερικής ενέργειας ενός συστήματος και του γινομένου του όγκου επί την πίεσή του (σύμβ. Η): πρότυπη ~. ~ αντίδρασης/δεσμού/σχηματισμού (της αμμωνίας)/τήξης. Βλ. εντροπία. [< γαλλ. enthalpie, 1909, αγγλ. enthalpy, 1909 < ολλανδικό enthalpie < αρχ. ἐνθάλπω ‘ζεσταίνω εντός’ ]
16312ενθάρρυνση[ἐνθάρρυνση] εν-θάρ-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αποθάρρυνση: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ενθαρρύνω: ~ των νέων. Ψυχολογική υποστήριξη και ~. Προσφέρω/χρειάζεται ~. Πβ. εγκαρδίωση, εμψύχωση, παρακίνηση.|| (μτφ.) ~ των γεννήσεων (βλ. υπογεννητικότητα)/του διαλόγου/της έρευνας/της χρήσης νέων τεχνολογιών. ~ και ενίσχυση/στήριξη της επιχειρηματικότητας. Μέτρα/προγράμματα ~ης της απασχόλησης. [< γαλλ. encouragement]
16313ενθαρρυντικός, ή, ό [ἐνθαρρυντικός] εν-θαρ-ρυ-ντι-κός επίθ.: που ενθαρρύνει: ~ή: πρόοδος. ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/ξεκίνημα. ~ές: κριτικές/προοπτικές. ~ά: βήματα/δείγματα/νέα/σχόλια. Είναι ~ό να/ότι ... ΣΥΝ. εγκαρδιωτικός, εμψυχωτικός ΑΝΤ. αποθαρρυντικός ● επίρρ.: ενθαρρυντικά [< γαλλ. encourageant]
16314ενθαρρύνω[ἐνθαρρύνω] εν-θαρ-ρύ-νω ρ. (μτβ.) {ενθάρρυν-α (λόγ.) ενεθάρρυνα, ενθαρρύν-θηκα, -θεί, ενθαρρύν-οντας, -όμενος, ενθαρρυ-μένος} ΑΝΤ. αποθαρρύνω 1. δίνω θάρρος σε κάποιον, τονώνω το ηθικό του: ~ε τους στρατιώτες. ~θηκε να συνεχίσει τη δουλειά του. ~μένος από τη συμπαράσταση των συνεργατών του, αποφάσισε να ... ΣΥΝ. εγκαρδιώνω, εμψυχώνω (1) ΑΝΤ. απελπίζω 2. (μτφ.) προωθώ, ευνοώ, (υπο)στηρίζω κάτι: Πρέπει να ~θεί η συνεργασία μεταξύ των κρατών.|| (για δάσκαλο ή καθηγητή:) ~ε την ανάπτυξη αυτόνομης σκέψης/τη δημιουργική απασχόληση των μαθητών. Πβ. παροτρύνω. [< γαλλ. encourager]
16315ένθεμα[ἔνθεμα] έν-θε-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε τοποθετείται μέσα σε κάτι άλλο: (ΙΑΤΡ.) ανόρθωση μαστών με ~ατα σιλικόνης (βλ. εμφύτευμα).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ατα ενσωματωμένα σε κατασκευές. [< πβ. μτγν. ἔνθεμα ‘μπόλιασμα, κόσμημα, κατάθεση’]
16316ένθεν[ἔνθεν] έν-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: ένθεν και ένθεν/ένθεν κακείθεν/ένθεν και εκείθεν: και από τις δύο πλευρές: ~ ~ του Ατλαντικού/του δρόμου.|| Ανταλλάχθηκαν ~ ~ κατηγορίες. Βλ. εκατέρωθεν, -θεν. ΣΥΝ. αμφοτέρωθεν [< γαλλ. deçà et delà, par-ci par-là] [< αρχ. ἔνθεν]
16317ένθεος, η/ος, ο [ἔνθεος] έν-θε-ος επίθ. (λόγ.): ΘΕΟΛ. που φαίνεται να κυριεύεται από το θείο ή τον Θεό, που εμπνέεται από αυτό(ν): ~ος: ασκητής/βίος. Με ~ο ζήλο (: με ενθουσιασμό). Πβ. θεόπνευστος. [< αρχ. ἔνθεος ‘γεμάτος από θεϊκή μανία’, μτγν. ~]
16318ένθερμος, η, ο [ἔνθερμος] έν-θερ-μος επίθ. (λόγ.): που διακατέχεται ή χαρακτηρίζεται από θέρμη: ~ος: θαυμαστής/οπαδός/φίλος. ~ο: κοινό. ~οι: θιασώτες/υποστηρικτές (της Δημοκρατίας). Πβ. ενθουσιώδης.|| ~ος: ζήλος. ~η: συμμετοχή/συμπαράσταση. ~ο: ενδιαφέρον/χειροκρότημα. Πβ. εγκάρδιος. ● επίρρ.: ένθερμα & (λόγ.) ενθέρμως [< αρχ. ἔνθερμος]
16319ένθεση[ἔνθεση] έν-θε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαδικασία τοποθέτησης αντικειμένου μέσα σε άλλο: ~ εικόνων. Βλ. παρ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ενδοφακού (βλ. εμφύτευση). Πβ. παρεμβολή. [< αρχ. ἔνθεσις, αγγλ. enthesis]
16320ενθέτης[ἐνθέτης] εν-θέ-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μοντέρ: ηλεκτρονικός ~. Βλ. -θέτης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.