Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1700-1720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
714αδενοκαρκίνωμα[ἀδενοκαρκίνωμα] α-δε-νο-καρ-κί-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καρκίνωμα αδενικού ιστού ή γενικότ. κακοήθης όγκος, τα κύτταρα του οποίου έχουν αδενικές δομές: βλεννώδες/γαστρικό/θηλώδες/μεταστατικό ~. ~ του μαστού/νεφρού/παχέος εντέρου/προστάτη/στομάχου. Βλ. αδένωμα, -ωμα2. [< αγγλ. adenocarcinoma, γαλλ. adénocarcinome, πριν από το 1929]
715αδενοπάθεια[ἀδενοπάθεια] α-δε-νο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΙΑΤΡ. κοινή ονομασία φλεγμονών στους λεμφαδένες, κυρ. της τραχείας και των πνευμόνων: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής ~. Φυματίωση και ~. Η ~ εκδηλώνεται με πρήξιμο των αδένων, δέκατα, αδυναμία και απώλεια βάρους. Πβ. λεμφ~. Βλ. αδενίτιδα, -πάθεια. [< γαλλ. adénopathie, αγγλ. adenopathy]
716αδενοσίνη[ἀδενοσίνη] α-δε-νο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοσίδιο (σύμβ. C10H13N5O4) που είναι παρόν σε όλα τα κύτταρα του σώματος, αποτελεί δομικό στοιχείο των νουκλεϊκών οξέων και το κύριο μοριακό συστατικό του DNA και του RNA: διφωσφορική ~. Βλ. -ίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: τριφωσφορική αδενοσίνη βλ. τριφωσφορικός [< αγγλ. adenosine, περ. 1909, γαλλ. adénosine, 1919]
717αδενοϋπόφυση[ἀδενοϋπόφυση] α-δε-νο-ϋ-πό-φυ-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ο πρόσθιος λοβός της υπόφυσης που εκκρίνει ορμόνες ρυθμιστικές των άλλων ενδοκρινών αδένων. Βλ. νευροϋπόφυση. [< αγγλ. adenohypophysis, 1935]
718άδεντρος, η, ο βλ. άδενδρος
719αδενώδης, ης, ες [ἀδενώδης] α-δε-νώ-δης επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που μοιάζει ή σχετίζεται με αδένα: ~ης: ιστός/καρκίνος. ~ης: υπερπλασία. ~ες: εξόγκωμα.|| (ΒΟΤ.) ~ης: τρίχα φυτού. ~η: φύλλα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἀδενώδης, αγγλ. glandular]
720αδένωμα[ἀδένωμα] α-δέ-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος που σχηματίζεται σε αδενικό ιστό ή από αδενικές δομές: γαστρικό/ηπατικό ~. ~ των επινεφριδίων/του θυρεοειδούς/της υποφύσεως. Βλ. αδενοκαρκίνωμα, ινο~, -ωμα2. [< γαλλ. adénome, αγγλ. adenoma]
721αδενωματώδης, ης, ες [ἀδενωματώδης] α-δε-νω-μα-τώ-δης επίθ. {αδενωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: ΙΑΤΡ. που ανήκει σε αδένωμα ή σε οζώδη υπερπλασία αδένα: ~ης: πολυποδίαση. Βλ. -ώδης. [< αγγλ. adenomatous]
722αδέξιος, α, ο [ἀδέξιος] α-δέ-ξι-ος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν γίνεται με επιδεξιότητα, άνεση, χάρη στις κινήσεις ή στην εκτέλεση ενός έργου: (για πρόσ.) ~ος: οδηγός/παίκτης/τεχνίτης (βλ. ατζαμής)/χορευτής. Πβ. άγαρμπος/άτσαλος. ~ στον λόγο. Κοινωνικά ~ (βλ. άπειρος).|| ~α: απομίμηση (= ανεπιτυχής)/ερώτηση (= αδιάκριτη)/προσέγγιση/προσπάθεια (λ.χ. αθλητή). ~ο: ψέμα (: μη πειστικό). ~οι: (διπλωματικοί) χειρισμοί/στίχοι. ~ες: ενέργειες/μεθοδεύσεις. ~ες και νευρικές κινήσεις. Πβ. άστοχος. ΑΝΤ. επιδέξιος, επιτήδειος (1) ● επίρρ.: αδέξια [< μτγν. ἀδέξιος]
723αδεξιότητα[ἀδεξιότητα] α-δε-ξι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη επιδεξιότητας· (συνεκδ.-κυρ. στον πληθ.) οι ανάλογες πράξεις: καλλιτεχνική/κινητική/κοινωνική/τεχνική/φυσική ~. ~ στη βάδιση/στην έκφραση/στη μαγειρική. Χειρίστηκε το θέμα με ~. Πβ. αγαρμποσύνη, ατζαμοσύνη, ατσαλοσύνη. ΑΝΤ. (επι)δεξιότητα.|| Παρατυπίες, ~ες και απροσεξίες. [< γαλλ. maladresse]
724αδερφάτοβλ. αδελφάτο
725αδερφήβλ. αδελφή
726αδερφικός, ή, ό βλ. αδελφικός
727αδερφίστικος, η, ο [ἀδερφίστικος] α-δερ-φί-στι-κος επίθ. & αδελφίστικος (νεαν. αργκό-μειωτ.): που διακρίνεται για τη θηλυπρεπή του εμφάνιση ή/και συμπεριφορά: ~η: φωνή. Βλ. -ίστικος.
728αδερφο-βλ. αδελφο-
729αδερφόςβλ. αδελφός
730αδερφοσκοτωμόςβλ. αδελφοσκοτωμός
731αδερφοσύνηβλ. αδελφοσύνη
732αδέρφωμαβλ. αδέλφωμα
733αδερφώνω: βλ. αδελφώνω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.