Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17180-17200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16321ενθετικός, ή, ό [ἐνθετικός] εν-θε-τι-κός επίθ.: που έχει γίνει με ένθεση. ● Ουσ.: ενθετική (η): ΑΡΧΑΙΟΛ. η τέχνη της διακόσμησης επιφανειών με διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο, μάρμαρο, πολύτιμους λίθους). [< μτγν. ἐνθετικός]
16322ένθετο[ἔνθετο] έν-θε-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτου}: αυτοτελές έντυπο ή φυλλάδιο, το οποίο κυκλοφορεί μαζί με περιοδικό ή εφημερίδα: διαφημιστικό/κυριακάτικο/οικονομικό ~. Ειδικό ~ για το βιβλίο/το θέατρο/τον κινηματογράφο. [< αγγλ. insert, περ. 1889]
16323ένθετος, η, ο [ἔνθετος] έν-θε-τος επίθ. 1. που έχει παρεμβληθεί ανάμεσα στα μέρη ενός συνόλου ως πρόσθετο στοιχείο: ~η: φωτογραφία. ~ο: αφιέρωμα (σε εφημερίδα). Περιοδικό με ~ο χάρτη. Πβ. εμβόλιμος, εμφωλευμένος. Βλ. παρ~. 2. που μπαίνει με ένθεση: ~η: διακόσμηση. ~ο: πλαίσιο. [< αρχ. ἔνθετος ‘κατάλληλος για εισαγωγή, μπολιασμένος’]
16324ενθέτω[ἐνθέτω] εν-θέ-τω ρ. (μτβ.) {ενέθε-σα, εντίθ-εται, -ενται, εντέ-θηκε, -θεί, μτχ. παρακ. -θειμένος} (λόγ.): παρεμβάλλω κάτι ανάμεσα στα μέρη ενός συνόλου: Στο βιβλίο έχουν ~σει και φωτογραφίες.|| (μτφ.) ~ει στην παράσταση πολλά τραγούδια (βλ. εγκιβωτίζω). Πβ. παρεμβάλλω. [< μεσν. ενθέτω]
16325ενθουσιάζω[ἐνθουσιάζω] εν-θου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ενθουσία-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ενθουσιάζ-οντας}: δημιουργώ ενθουσιασμό σε κάποιον: ~σε με την εμφάνισή/τον λόγο του (το κοινό). ~στηκε με την ιδέα (πβ. παθιάζω). Έχει ~στεί με τις ικανότητές τους. Είναι/έμειναν ~σμένοι από τη φιλοξενία. Πβ. απογειώνω, συναρπάζω, συνεπαίρνω. [< αρχ. ἐνθουσιάζω ‘βρίσκομαι σε έκσταση’, γαλλ. enthousiasmer]
16326ενθουσιασμός[ἐνθουσιασμός] εν-θου-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): έξαρση έντονων θετικών συναισθημάτων (κυρ. χαράς, θαυμασμού, ενδιαφέροντος) η οποία αποτελεί κίνητρο για δράση: άκρατος/ιερός/ θρησκευτικός/μεγάλος/νεανικός ~. Με έξαλλο/ξέφρενο/συγκρατημένο/τρελό/υπέρμετρο ~ό. Εκδηλώσεις/κύμα/παραλήρημα ~ού για τη νίκη. Μέσα σε κλίμα ~ού. Χωρίς ~ό και αυταπάτες. Δείχνω/εμπνέω/προκαλώ ~ό. Διακατέχονται/δονείται/κυριεύεται/πάλλεται/φλέγεται από ~ό. Έγινε δεκτός/τον υποδέχθηκαν με (συγκίνηση και) ~ό. Συγκράτησε τον ~ό της. Δεν έκρυψε τον ~ό του για ... Μιλάω για κάποιον/κάτι με ~ό (πβ. εγκωμιάζω, επαινώ). Δουλεύουν με (ακράτητο) ~ό (= με ζήλο, θέρμη, πάθος). [< αρχ. ἐνθουσιασμός ‘έκσταση’, γαλλ. enthousiasme, αγγλ. enthusiasm]
16327ενθουσιαστικός, ή, ό [ἐνθουσιαστικός] εν-θου-σι-α-στι-κός επίθ. 1. που προκαλεί ενθουσιασμό ή διακατέχεται από αυτόν: ~ό: κοινό. ~ά: λόγια. ΣΥΝ. ενθουσιώδης (2) 2. ΑΡΧ. (σπάν.) που κυριαρχείται από το θείο: ~ή: έκσταση (= ένθεη). ● επίρρ.: ενθουσιαστικά [< 1: γαλλ. enthousiaste, αγγλ. enthusiastic 2: αρχ. ἐνθουσιαστικός]
16328ενθουσιώδης, ης, ες [ἐνθουσιώδης] εν-θου-σι-ώ-δης επίθ. {ενθουσιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. (για πρόσ.) που είναι γεμάτος ενθουσιασμό: ~ες: ακροατήριο/κοινό (= γοητευμένο, συνεπαρμένο). ~εις: θεατές/νέοι (= αισιόδοξοι, παθιασμένοι)/οπαδοί (= ένθερμοι). 2. (για κατάσταση) που χαρακτηρίζεται από ενθουσιασμό: ~ης: ανταπόκριση/ατμόσφαιρα/υποδοχή (= ζεστή, θερμή). ~ες: κλίμα. ~εις: (εκ)δηλώσεις/επευφημίες/κριτικές. ~η: σχόλια (βλ. εγκώμιο, έπαινος). Ξέσπασαν σε ~η χειροκροτήματα. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ενθουσιαστικός (1) ● επίρρ.: ενθουσιωδώς [-ῶς] (λόγ.) [< πβ. μτγν. ἐνθουσιώδης ‘κατεχόμενος από θεϊκή έμπνευση’, γαλλ. enthousiaste, αγγλ. enthousiastic]
16329ενθρονίζω[ἐνθρονίζω] εν-θρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ενθρόνι-σε, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε, -στεί (λογιότ.) -σθεί, -σμένος} (λόγ.): (για βασιλιά ή ανώτατο κληρικό, σε ειδική τελετή) εγκαθιστώ στον θρόνο: ~στηκε ο νέος Μητροπολίτης/Πατριάρχης. Πβ. ανακηρύσσω, στέφω. ΑΝΤ. εκθρονίζω (1) [< μτγν. ἐνθρονίζω, γαλλ. introniser, αγγλ. enthrone]
16330ενθρόνιση[ἐνθρόνιση] εν-θρό-νι-ση ουσ. (θηλ.) & ενθρονισμός (ο) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενθρονίζω: ~ Αρχιεπισκόπου/ βασιλιά/ηγουμένης. Τελετή ~ης. Πβ. ανακήρυξη, στέψη. ΑΝΤ. εκθρόνιση [< μεσν. ενθρόνισις, ενθρονισμός, γαλλ. intronisation, αγγλ. enthronement]
16331ενθρονιστήριος, α/ος, ο [ἐνθρονιστήριος] εν-θρο-νι-στή-ρι-ος επίθ.: που αναφέρεται στην ενθρόνιση ανώτατου κληρικού: ~ος: λόγος. ~α: ομιλία.
16332ένθρονος, η, ο [ἔνθρονος] έν-θρο-νος επίθ. κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.: που κάθεται σε θρόνο: ~ος: Χριστός. Η Θεοτόκος ~η.
16333ενθυλακώνω[ἐνθυλακώνω] εν-θυ-λα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ενθυλάκω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, ενθυλακών-οντας, ενθυλακω-μένος} (λόγ.): ιδιοποιούμαι: ~ουν τα κέρδη/τεράστια ποσά. Πβ. καταχρώμαι, τσεπώνω, υπεξαιρώ.ενθυλακώνει: περικλείει, περιλαμβάνει, ενσωματώνει: Λέξη που ~ ποικίλα συναισθήματα. (ΠΛΗΡΟΦ.) Δεδομένα που ~ονται σε πακέτα. [< αγγλ. encapsulate] [< γαλλ. empocher]
16334ενθυλάκωση[ἐνθυλάκωση] εν-θυ-λά-κω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενθυλακώνω: ~ (= ιδιοποίηση) του δημοσίου χρήματος. Πβ. κατάχρηση, τσέπωμα, υπεξαίρεση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/πακέτων. [< αγγλ. encapsulation]
16335ενθύμημα[ἐνθύμημα] εν-θύ-μη-μα ουσ. (ουδ.) {ενθυμήμ-ατος | -ατα} (λόγ.) 1. αναμνηστικό, ενθύμιο, σουβενίρ: ~ της επίσκεψης/του προσκυνήματος στην ... Έκθεση με ~ατα και ντοκουμέντα από ... 2. (σπανιότ.) ανάμνηση: προσωπικά βιώματα και ~ατα. 3. ΦΙΛΟΣ. ατελής συλλογισμός στον οποίο παραλείπεται μια προκείμενη ή το συμπέρασμα ως αυτονόητα. [< 3: αρχ. ἐνθύμημα, γαλλ. enthymème]
16336ενθύμηση[ἐνθύμηση] εν-θύ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. θύμηση, αναπόληση: ~ δυσάρεστου γεγονότος. ~ήσεις από αγαπημένα πρόσωπα/την παιδική ηλικία. Πβ. ανάμνηση. 2. ΦΙΛΟΛ. σημείωση που αναγράφεται από τον συγγραφέα στο περιθώριο βιβλίου ή χειρογράφου, για να μη λησμονηθεί αξιομνημόνευτο γεγονός της εποχής του. [< αρχ. ἐνθύμησις ‘συλλογισμός, στοχασμός’]
16337ενθυμίζω[ἐνθυμίζω] εν-θυ-μί-ζω ρ. (λόγ.): θυμίζω. [< μεσν. ενθυμίζω]
16338ενθύμιο[ἐνθύμιο] εν-θύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ενθυμί-ου}: αντικείμενο συναισθηματικής αξίας που φυλάσσεται και έχει ως σκοπό να θυμίζει σε κάποιον ένα σημαντικό, συνήθ. ευχάριστο γεγονός ή ένα αγαπημένο πρόσωπο, ώστε να μην το ξεχάσει: ~ φιλίας. ~ από τον πατέρα του/το σχολείο/το ταξίδι (= σουβενίρ). ~α της νιότης τους. Φωτογραφίες και ~α. Έχω/δίνω/παίρνω κάτι για/ως ~. Βλ. κειμήλιο. ΣΥΝ. αναμνηστικό (1) [< μτγν. ἐνθύμιον ‘αγανάκτηση, οργή’, μεσν. ~ ‘σκέψη, κάθε τι που θυμίζει κάτι’, γαλλ. souvenir]
16339ενθυμούμαι[ἐνθυμοῦμαι] εν-θυ-μού-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ενθυμ-είσαι ..., μτχ. -ούμενος | -ήθηκα, -ηθώ} (λόγ.): θυμάμαι. [< αρχ. ἐνθυμοῦμαι]
16340ενιαιοποίηση[ἑνιαιοποίηση] ε-νι-αι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενιαιοποιώ: ~ διδασκαλίας (βλ. διαθεματική διδασκαλία)/της νομοθεσίας. Βλ. ενο-, ομογενο-ποίηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.