| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16336 | ενθύμηση | [ἐνθύμηση] εν-θύ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. θύμηση, αναπόληση: ~ δυσάρεστου γεγονότος. ~ήσεις από αγαπημένα πρόσωπα/την παιδική ηλικία. Πβ. ανάμνηση. 2. ΦΙΛΟΛ. σημείωση που αναγράφεται από τον συγγραφέα στο περιθώριο βιβλίου ή χειρογράφου, για να μη λησμονηθεί αξιομνημόνευτο γεγονός της εποχής του. [< αρχ. ἐνθύμησις ‘συλλογισμός, στοχασμός’] | |
| 16337 | ενθυμίζω | [ἐνθυμίζω] εν-θυ-μί-ζω ρ. (λόγ.): θυμίζω. [< μεσν. ενθυμίζω] | |
| 16338 | ενθύμιο | [ἐνθύμιο] εν-θύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ενθυμί-ου}: αντικείμενο συναισθηματικής αξίας που φυλάσσεται και έχει ως σκοπό να θυμίζει σε κάποιον ένα σημαντικό, συνήθ. ευχάριστο γεγονός ή ένα αγαπημένο πρόσωπο, ώστε να μην το ξεχάσει: ~ φιλίας. ~ από τον πατέρα του/το σχολείο/το ταξίδι (= σουβενίρ). ~α της νιότης τους. Φωτογραφίες και ~α. Έχω/δίνω/παίρνω κάτι για/ως ~. Βλ. κειμήλιο. ΣΥΝ. αναμνηστικό (1) [< μτγν. ἐνθύμιον ‘αγανάκτηση, οργή’, μεσν. ~ ‘σκέψη, κάθε τι που θυμίζει κάτι’, γαλλ. souvenir] | |
| 16339 | ενθυμούμαι | [ἐνθυμοῦμαι] εν-θυ-μού-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ενθυμ-είσαι ..., μτχ. -ούμενος | -ήθηκα, -ηθώ} (λόγ.): θυμάμαι. [< αρχ. ἐνθυμοῦμαι] | |
| 16340 | ενιαιοποίηση | [ἑνιαιοποίηση] ε-νι-αι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενιαιοποιώ: ~ διδασκαλίας (βλ. διαθεματική διδασκαλία)/της νομοθεσίας. Βλ. ενο-, ομογενο-ποίηση. | |
| 16341 | ενιαιοποιώ | [ἑνιαιοποιῶ] ε-νι-αι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ενιαιοποι-εί, -ώντας | ενιαιοποι-ήσει, -είται, -ηθεί, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθιστώ κάτι ενιαίο: Η διαθεματική προσέγγιση ~εί τη γνώση. ~ούνται δύο σχολικά δίκτυα/υπηρεσίες. ~ημένη: εθνική στρατηγική. Βλ. ενο-, ομογενο-ποιώ. | |
| 16342 | ενιαίος | , α, ο [ἑνιαῖος] ε-νι-αί-ος επίθ. 1. που είναι κοινός, ίδιος για όλους ανεξαιρέτως, με αποτέλεσμα να τους φέρνει κοντά και να τους ενώνει, να τους ενσωματώνει σε μια ομάδα ή κατηγορία: ~ος: πίνακας (διορισμών)/φόρος. ~α: αγορά/επιδότηση/τιμή. ~ο: δίκτυο/ταμείο/τέλος (ακινήτων). Πβ. ενοποιημένος. Βλ. -ιαίος. 2. που δεν χωρίζεται σε επιμέρους τμήματα: ~ος: χώρος. ~ο: δωμάτιο/κράτος. ● επίρρ.: ενιαία & (λόγ.) -ως ● ΣΥΜΠΛ.: ενιαίο διαβατήριο βλ. διαβατήριο ● ΦΡ.: ενιαίος και αδιαίρετος: για να τονιστεί ότι κάτι αποτελεί μια αδιάσπαστη ενότητα: Ψυχή και σώμα συνιστούν μία ~α και ~η οντότητα. [< μτγν. ἑνιαῖος] | |
| 16343 | ενιαύσιος | , α, ο [ἐνιαύσιος] ε-νι-αύ-σι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που διαρκεί έναν χρόνο: ~α: θητεία. ~α αιρετά αξιώματα. Πβ. χρονιάρικος. 2. ετήσιος: ~ος: απολογισμός. [< αρχ. ἐνιαύσιος] | |
| 16344 | ενιαυτός | [ἐνιαυτός] ε-νι-αυ-τός ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): έτος, χρόνος, χρονιά. [< αρχ. ἐνιαυτός] | |
| 16345 | ενικός | , ή, ό [ἑνικός] ε-νι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τον ενικό αριθμό: το α' ~ό πρόσωπο (κ. ως ουσ. το α' ~ό). ● ΣΥΜΠΛ.: ενικός αριθμός & (προφ.) ενικός: κατηγορία των κλιτών μερών του λόγου που χρησιμοποιείται για να δηλώσει πρόσωπο ή πράγμα που είναι ή θεωρείται ένα: Έγραψαν/μετέφεραν τα ρήματα στον ~ό ~ό. Λέξεις που απαντούν μόνο στον/δεν σχηματίζουν ~ό.|| Ονομαστική/αιτιατική ~ού. Πρώτο/δεύτερο/τρίτο πρόσωπο ~ού. Βλ. δυϊκός, περιληπτικό όνομα/ουσιαστικό.|| (συνήθ. για να εκφραστεί οικειότητα, σε αντιδιαστολή με τον πληθυντικό ευγενείας) Μου ζήτησε να του μιλάω στον ~ό (: με το "εσύ"). ΑΝΤ. πληθυντικός αριθμός [< μτγν. ἑνικός] | |
| 16346 | ένιοι | , ες, α [ἔνιοι] έ-νι-οι αόρ. αντων. {ενί-ων} (λόγ.): μερικοί: (επίσ.) περί τροποποιήσεως ~ων διατάξεων (: σε ΦΕΚ).|| (συχνά ειρων.) ~οι: επιτήδειοι. [< αρχ. ἔνιοι] | |
| 16348 | ενίοτε | [ἐνίοτε] ε-νί-ο-τε επίρρ. (λόγ.): μερικές φορές, κάποτε: ~ παρατηρείται έξαρση της νόσου. Άτομο με ~ απρόβλεπτη συμπεριφορά. Πβ. καμιά φορά, πότε πότε. [< αρχ. ἐνίοτε] | |
| 16349 | ενισμός | [ἑνισμός] ε-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. μονισμός. | |
| 16350 | ενίσταμαι | [ἐνίσταμαι] ε-νί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {ενίστα-σαι, -ται, ενιστά-μεθα, -σθε, -νται· μόνο σε ενεστ., (μτχ.) ενιστά-μενος} 1. (λόγ.) εκφράζω αντιρρήσεις, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι: ~νται κατά του μέτρου/στο νομοσχέδιο. 2. ΝΟΜ. υποβάλλω ένσταση: ~ κατά της απόφασης. Ο ~μενος οφείλει να ... [< αρχ. ἐνίσταμαι] | |
| 16351 | ενίσχυση | [ἐνίσχυση] ε-νί-σχυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να καθίσταται κάτι πιο δυνατό, ισχυρό, ανθεκτικό· συνεκδ. ό,τι ή σπανιότ. όποιος χρησιμοποιείται για αυτόν τον λόγο: ~ της ανταγωνιστικότητας/των δεσμών (φιλίας)/της δημοκρατίας/της διαφάνειας/της εξουσίας/της επιρροής (= αύξηση)/του ηθικού (= αναπτέρωση, τόνωση)/του θεσμού (της οικογένειας)/των μηχανισμών (πρόληψης)/της προσπάθειας. Μέτρα ~ης της επιχειρηματικότητας. Σταδιακή ~ των ανέμων (= δυνάμωμα). Αντισεισμική ~ κτιρίου. ~ του οργανισμού με βιταμίνες (πβ. θωράκιση, οχύρωση). Πβ. ενδυνάμωση, ισχυροποίηση. ΑΝΤ. αποδυνάμωση, εξασθένηση.|| (ΑΘΛ.) Ειδικές ~ύσεις στους αγκώνες/στα γόνατα. Διπλή μεταγραφική ~ για την ομάδα. 2. βοήθεια, στήριξη· συνεκδ. ό,τι δίνεται με αυτόν τον σκοπό: νομική/πνευματική/χρηματική (βλ. χρηματοδότηση) ~. Ηθική/κοινωνική/υλική ~ των θυμάτων (της πυρκαγιάς). (Άμεση/έκτακτη) οικονομική ~ σε συνταξιούχους. Πβ. συνδρομή.|| Ατομικές/γεωργικές/κοινοτικές/κρατικές/περιβαλλοντικές/περιφερειακές/συμπληρωματικές ~ύσεις. ~ύσεις σε εταιρείες. ~ύσεις για την προώθηση του πολιτισμού. Δικαιούχοι/παροχή/πρόγραμμα ~ύσεων. Χορηγούνται ~ύσεις. Παρέχεται ~ ύψους ... Λαμβάνουν πρόσθετη ~ ... ευρώ. Πβ. επιδότηση, επιχορήγηση. 3. ΣΤΡΑΤ. {κυρ. στον πληθ.} στρατιωτικό συνήθ. σώμα ή υλικό που στέλνεται στο πεδίο της μάχης, ώστε να ισχυροποιηθούν οι υπάρχουσες δυνάμεις: αποστολή ~ύσεων στην περιοχή των εχθροπραξιών. Έρχονται/έσπευσαν/έστειλαν/κατέφθασαν/περιμένουν ~ύσεις.|| Αστυνομικές ~ύσεις. 4. ΨΥΧΟΛ. πράξη ή ερέθισμα που αυξάνει ή μειώνει τις πιθανότητες εμφάνισης της συμπεριφοράς που την/το προκάλεσε: αρνητική (π.χ. επίπληξη, πρόστιμο, τιμωρία)/θετική (π.χ. αμοιβή, έπαινος, επιβράβευση)/μερική/συνεχής ~. Η δασκάλα παρείχε λεκτική ~ στους μαθητές. Βλ. κίνητρο. 5. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. αύξηση ηλεκτρικής έντασης: γραμμική/ψηφιακή ~. ~ της ισχύος/του ρεύματος/της τάσης. Συντελεστής ~ης. Βλ. προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: περιφερειακές ενισχύσεις βλ. περιφερειακός [< μτγν. ἐνίσχυσις 4: αγγλ. reinforcement 5: αγγλ. amplification] | |
| 16352 | ενισχυτής | [ἐνισχυτής] ε-νι-σχυ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που αυξάνει την ένταση ηχητικού ή ηλεκτρικού κυρ. σήματος: ακουστικός/ενσωματωμένος ~. ~ κεραίας. ~ές κιθάρας. Ηχεία με ~ή. Βλ. προ~, ραδιο~. 2. ΨΥΧΟΛ. ερέθισμα που ενισχύει μια επιθυμητή ή αποδυναμώνει μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά: κοινωνικοί (: εκδηλώσεις αποδοχής και επιδοκιμασίας, π.χ. χαμόγελο)/συμβολικοί (: ~ές με συμβολική αξία, π.χ. αυτοκόλλητα επιβράβευσης)/υλικοί (π.χ. καραμέλες, παιχνίδια) ~ές. [< 1: αγγλ. amplifier 2: αγγλ. reinforcer] | |
| 16353 | ενισχυτικός | , ή, ό [ἐνισχυτικός] ε-νι-σχυ-τι-κός επίθ.: που ενισχύει: ~ό: σύστημα/υλικό. ~ά: έργα (π.χ. χωματουργικά).|| (μτφ.) ~ή: θεραπεία (= υποστηρικτική)/μάθηση. ~ό: πρόγραμμα/στοιχείο. ~ ρόλος του εκπαιδευτικού (= εποικοδομητικός, υποβοηθητικός). ● Ουσ.: ενισχυτικό (το): μέσο, κυρ. ουσία, με ενισχυτική δράση: ~ βενζίνης/γεύσης/πλυσίματος. ~ά διατροφής (πβ. πρόσθετα). ● επίρρ.: ενισχυτικά ● ΣΥΜΠΛ.: ενισχυτική διδασκαλία βλ. διδασκαλία | |
| 16354 | ενισχύω | [ἐνισχύω] ε-νι-σχύ-ω ρ. (μτβ.) {ενίσχυ-σα, -θηκε, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. καθιστώ κάποιον ή κάτι δυνατότερο, ισχυροποιώ: ~σε την επιρροή (πβ. εντείνω)/τη θέση του. Οι εισροές ~σαν (= αύξησαν) το ενεργητικό. ~εται η άποψη ότι .../η τάση για ... ~θηκε η παραγωγή/ο ρόλος των πολιτών. Πρέπει να ~θεί ο αγώνας για ... (ΠΟΛΙΤ.) ~μένη: αναλογική. (ΟΙΚΟΔ.) ~μένο: σκυρόδεμα (= οπλισμένο). Τράπεζα που παρουσιάζει ~μένη κερδοφορία. Το κόμμα βγήκε ~μένο από τις εκλογές. Πβ. ενδυναμώνω, στερεώνω, τονώνω. ΑΝΤ. αποδυναμώνω 2. προσφέρω υλική ή ηθική βοήθεια: Συλλέγουν τρόφιμα και ρούχα, για να ~σουν τις περιοχές που έπληξε ο εγκέλαδος. Πβ. υποστηρίζω. [< 1: αρχ. ἐνισχύω] | |
| 16355 | ΕΝΜ | (η): Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων. | |
| 16356 | ενμέρει | βλ. μέρος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ