Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17220-17240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16362εννιακοσιοστός, ή, ό [ἐννιακοσιοστός] εν-νια-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια αριθμητική σειρά αντιστοιχεί στον αριθμό 900: ~ή: φορά. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: εννιακοσιοστό (το): το καθένα από τα εννιακόσια ίσα μέρη ενός συνόλου.
16363εννιάμερα[ἐννιάμερα] εν-νιά-με-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπάν.-προφ.) νιάμερα: (στην Ορθόδοξη Εκκλησία) η συμπλήρωση εννέα ημερών από τον θάνατο κάποιου και το σχετικό μνημόσυνο: Του έχουν κάνει τα ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Τα ~ (της Κοίμησης) της Παναγίας. Βλ. τριήμερα, σαράντα. ● ΦΡ.: του κώλου τα εννιάμερα βλ. κώλος [< μεσν. εννιάμερα]
16364εννιαμηνία& εννεαμηνία βλ. -μηνία
16365εννιαπλάσιος, α, ο & εννεαπλάσιος βλ. -πλάσιος
16366εννιάρα[ἐννιάρα] εν-νιά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. για σύνολο από εννέα όμοια πράγματα: (ΑΘΛ., εννιά γκολ) νίκη με ~ για την ομάδα.|| (ΣΤΡΑΤ.) Του έριξε ~ (= ποινή εννιά ημερών). 2. (παλαιότ.) είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού που παιζόταν με εννέα πούλια ή πετραδάκια από δύο παίκτες.
16367εννιάρι[ἐννιάρι] εν-νιά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. οτιδήποτε φέρει τον αριθμό 9 ή τυποποιημένο μέγεθος εννιά μονάδων: Είχε έναν βαλέ και δύο ~ια (= τραπουλόχαρτα με τον αριθμό εννιά).|| (ως επίθ.) ~ πιστόλι. Βλ. -άρι. 2. ο βαθμός εννιά: Πέρασα με ~ το μάθημα. 3. η θέση εννιά στο ποδόσφαιρο· συνεκδ. ο αθλητής που παίζει σε αυτή: κλασικό ~. Είναι ~ (= σέντερ φορ). ● Υποκ.: εννιαράκι (το): συνήθ. στις σημ. 1,2.
16368εννιάχρονος, η, ο βλ. -χρονος
16369έννοια1[ἔννοια] έν-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας | -ες, -ών} 1. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ορισμένου πράγματος (ιδέας, ιδιότητας, κατάστασης, ομάδας αντικειμένων, οργανισμών) ως νοητική ολότητα, η διανοητική μορφή του: αφηρημένη/συγκεκριμένη/καθολική ~. Η ~ του έθνους/της ελευθερίας/του Θεού/του καλού/του τραγικού/του χώρου. Γενίκευση/επέκταση/κατανόηση/ορισμός/ταξινόμηση (μιας) ~ας. Βασικές μαθηματικές (π.χ. συνάρτηση)/νομικές (π.χ. ένσταση) ~ες. Διαμόρφωση/σχηματισμός ~ών (βλ. αφαίρεση, εννοιολόγηση, οντολογία). Ο χρόνος ως φιλοσοφική ~. Βάθος (: τα χαρακτηριστικά της, χάρη στα οποία μπορεί να διακριθεί από κάθε άλλη)/πλάτος (: το σύνολο των ομοειδών πραγμάτων στα οποία αναφέρεται) ~ας. Αναπτύσσεται/οριοθετείται η ~ της αλήθειας. 2. ΓΛΩΣΣ. νόημα, περιεχόμενο: αντικειμενική/κυριολεκτική/μεταφορική/προσβλητική/υποκειμενική ~. Το τέλος με τη διπλή/διττή ~ της λέξης. Αντιλαμβάνομαι/κατανοώ/παρεξηγώ/παρερμηνεύω την ~ μιας φράσης. Όρος που έχει (αποκτήσει)/χρησιμοποιείται με απαξιωτική/μειωτική ~. Ποια είναι η ~ του κειμένου/των λόγων του; Μπερδεύει/συγχέει τις ~ες ... Πβ. σημαινόμενο, σημασία. Βλ. σημαίνον.|| (ειδικότ.) Η διακήρυξή του έχει την ~ της προσκλήσεως προς κάθε ενδιαφερόμενο (: γίνεται με σκοπό να ...). Έχει την ~ ότι ... (: συνεπάγεται). ● ΣΥΜΠΛ.: ενάντιες έννοιες βλ. ενάντιος, επάλληλες έννοιες βλ. επάλληλος, υπάλληλες έννοιες βλ. υπάλληλος ● ΦΡ.: με/υπό/κατ' αυτή(ν) την έννοια: από αυτή την πλευρά: Κάθε επάγγελμα προσφέρει κάποιο κοινωνικό αγαθό και ~ ~ είναι λειτούργημα., με τη(ν) αυστηρή/στενή/στενότερη έννοια βλ. στενός, με την ευρεία έννοια βλ. ευρύς, με την καλή έννοια (του όρου) βλ. καλός, υπό/κατά μία έννοια βλ. υπό [< αρχ. ἔννοια ‘σκέψη, αντίληψη’, μτγν. ~ ‘νόημα, σημασία’]
16370έννοια2βλ. έγνοια
16371εννοιακός, ή, ό [ἐννοιακός] εν-νοι-α-κός επίθ.: εννοιολογικός.
58727εννοιοκρατία[ἐννοιοκρατία] εν-νοι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία η οποία υποστηρίζει την πραγματική υπόσταση των καθολικών εννοιών. ΑΝΤ. ονοματοκρατία [< γαλλ. conceptualisme]
16372εννοιολόγηση[ἐννοιολόγηση] εν-νοι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επινόηση, διαμόρφωση ιδέας, έννοιας: ~ μιας θεωρίας/του όρου (π.χ. οικογένεια, πβ. ορισμός). ~ της δημοκρατίας ως πολιτικής συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων (πβ. σημασιολόγηση). Θεωρητικοποίηση και ~. Παραδοσιακές/σύγχρονες ~ήσεις. Βλ. συστηματοποίηση. ΣΥΝ. εννοιοποίηση [< αγγλ. conceptualization, 1909, γαλλ. conceptualisation, πριν από το 1955]
16374εννοιοποίηση[ἐννοιοποίηση] εν-νοι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εννοιολόγηση. Βλ. -ποίηση.
16375έννομος, η/ος, ο [ἔννομος] έν-νο-μος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται σύμφωνα με τον νόμο, τον ακολουθεί ή καθορίζεται από αυτόν: ~η: σχέση/υποχρέωση. ~ο: κράτος. ~ες: συνέπειες. ~α: αποτελέσματα/δικαιώματα/μέσα. ΣΥΝ. νόμιμος, σύννομος ΑΝΤ. έκνομος, παράνομος ● επίρρ.: έννομα & (λόγ.) εννόμως ● ΣΥΜΠΛ.: έννομα αγαθά: που τα προστατεύει το δίκαιο, ο νόμος: ~ ~ του ατόμου (: ζωή, σωματική ακεραιότητα και υγεία, περιουσία, ιδιοκτησία, ελευθερία). ~ ~ της ολότητας (: ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης, πολίτευμα και εδαφική ακεραιότητα της χώρας, προστασία του περιβάλλοντος)., έννομη τάξη & (λόγ.) έννομος τάξη: οι κανόνες δικαίου: διεθνής/εσωτερική/ευρωπαϊκή/κοινοτική ~ ~. Αποκατάσταση/διασάλευση/διαφύλαξη/κατάργηση/προστασία της ~ης ~ης. [< γαλλ. ordre juridique] , έννομη προστασία βλ. προστασία, έννομο συμφέρον βλ. συμφέρον [< αρχ. ἔννομος]
16376εννοούμενος, η, ο [ἐννοούμενος] εν-νο-ού-με-νος επίθ. (λόγ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: ο καλώς/κακώς εννοούμενος: που γίνεται κατανοητός, αντιληπτός, με την καλή ή κακή σημασία του όρου: ~ ~ συντηρητισμός. Η ~ ~η ελευθερία. Το ~ ~ο συμφέρον., τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται: οτιδήποτε θεωρείται προφανές και ευκολονόητο, δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται: Δεν συνεχίζω, γιατί ~ ~.
16377εννοώ[ἐννοῶ] εν-νο-ώ ρ. (μτβ.) {εννο-είς ... | εννό-ησα, εννο-ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας} 1. θέλω να πω: Άλλο ~εί. Όταν μιλώ για ..., ~ ότι ... Μήπως ~ούν να ... Τι ~ούσε, αλήθεια; Δεν ~ούσα (= αναφερόμουν σε) εσένα.|| Τι ~εί (= σημαίνει) αυτή η φράση; 2. (λόγ.) αντιλαμβάνομαι, κατανοώ: Αδυνατεί/δυσκολεύεται/προσπαθεί να ~ήσει (= καταλάβει) όσα είπες. Με άφησε/μου έδωσε να ~ήσω ότι δεν θα μας βοηθήσει. Άφησε να ~ηθεί (= γίνει αντιληπτό) ότι δεν πρόκειται να δώσει συνέχεια. Ως ελευθερία ~είται (= νοείται) η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης.|| (προφ.) Με ~είς (= με πιάνεις); Πβ. νιώθω, παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά. 3. (+ να) είμαι διατεθειμένος να κάνω κάτι, σκοπεύω: Η κυβέρνηση ~εί (= προτίθεται) να πάρει τις τελικές αποφάσεις της το συντομότερο δυνατό.|| (ειδικότ.) ~ (= αξιώνω, επιθυμώ) να κάνω δουλειές που μου αρέσουν (πβ. επιμένω). ● Παθ.: εννοείται: (απρόσ.) εξυπακούεται, είναι αυτονόητο: ~ ότι είσαι ευπρόσδεκτη. Αστειεύομαι, ~. ΣΥΝ. θέλει (και) ρώτημα; [< γαλλ. bien entendu] ● ΦΡ.: δεν εννοεί να ...: δεν θέλει, αρνείται να κάνει κάτι, δεν υποχωρεί: ~ ~ παραδεχτεί το λάθος του., το εννοώ (προφ.-εμφατ.): το πιστεύω, κυριολεκτώ: Το λέω και ~ ~. Φύγετε τώρα, ~ ~ (πβ. σοβαρολογώ)!, τι θέλει να πει/τι εννοεί ο ποιητής; βλ. ποιητής, ποιήτρια [< 1,2: αρχ. ἐννοῶ 3: αγγλ. mean]
16378ενοικιάζω[ἐνοικιάζω] ε-νοι-κι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ενοικία-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, μτχ. ενεστ. -όμενος, μτχ. παρακ. -σμένος} (λόγ.) & (προφ.) νοικιάζω ΑΝΤ. ξενοικιάζω 1. (για ιδιοκτήτη) παραχωρώ σε κάποιον, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τη χρήση κινητού ή ακίνητου αντικειμένου που μου ανήκει, έναντι ενοικίου: ~ει μηχανάκια.|| (σε μικρές αγγελίες:) ~εται γκαρσονιέρα. ~στηκε αίθουσα (= κλείστηκε) για ... Το κατάστημα ~στηκε για ... ευρώ το μήνα. ~σμένα: κτήματα. ΣΥΝ. εκμισθώνω 2. (για ενοικιαστή) χρησιμοποιώ ακίνητο ή κινητό αντικείμενο, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, καταβάλλοντας ενοίκιο: Εταιρείες που ~ουν γραμμές/κυκλώματα από τον ΟΤΕ. ~σε ένα ντιβιντί (από το βιντεοκλάμπ)/ποδήλατο. ΣΥΝ. μισθώνω (1) ● Μτχ.: ενοικιαζόμενος , η, ο: που διατίθεται προς ενοικίαση: ~ος: χώρος. ~η: κατοικία. ~ο: αμάξι. ● ΣΥΜΠΛ.: ενοικιαζόμενα δωμάτια βλ. δωμάτιο [< μεσν. ενοικιάζω]
16379ενοικίαση[ἐνοικίαση] ε-νοι-κί-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενοικιάζω: ~άσεις αυτοκινήτων (πβ. εκμίσθωση). Ζητείται διαμέρισμα για/προς ~ (πβ. μίσθωση, νοίκιασμα). Βλ. μακρο~, υπ~. [< γαλλ. location]
16380ενοικιαστήριο[ἐνοικιαστήριο] ε-νοι-κι-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ενοικιαστηρί-ου} 1. ΝΟΜ. μισθωτήριο: λήξη/όροι του ~ου. Στο ~ αναφέρεται ρητά ότι ... 2. αγγελία ενοικίασης ακινήτου (σε εφημερίδα, στο διαδίκτυο ή αναρτημένη σε δημόσιο χώρο) με τη λέξη "ενοικιάζεται", όπου αναγράφονται τα βασικά στοιχεία του αντικειμένου και του ιδιοκτήτη. Βλ. πωλητήριο, -τήριο. [< 1: γαλλ. contrat de louage, γερμ. Mietsvertrag]
16381ενοικιαστήριος, α, ο [ἐνοικιαστήριος] ε-νοι-κι-α-στή-ρι-ος επίθ. {κυρ. στο ουδ.}: που σχετίζεται με την ενοικίαση: ~ο: έγγραφο/συμβόλαιο. Βλ. -τήριος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.