Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17220-17240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16357εννέα[ἐννέα] εν-νέ-α αριθμητ. απόλ. {άκλ.} & (προφ.) εννιά 1. ο αριθμός 9, σύνολο 9 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν τρία. ~ ετών. ~ τοις εκατό (9%). ~ προς ένα (9:1).|| (ως επίθ.) ~ ευρώ/κιλά/λεπτά/μήνες/ώρες. 2. (προφ.) ένατος: κεφάλαιο ~. Στη σελίδα ~. Η ομάδα προηγήθηκε στο ~ (= ένατο λεπτό). ● Ουσ.: εννέα & (προφ.) εννιά (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 9, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: (ως βαθμός:) Μου έβαλε/πήρα ~.|| Το ~ καρό (: χαρτί της τράπουλας). Μένει/νοσηλεύεται στο ~. Πού κάνει στάση το ~ (: τρόλεϊ); 2. (+ στα/τα) η ηλικία των εννέα ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. Μπήκε στα ~. 3. το έτος 1909 ή 2009: Γεννήθηκε το ~. ● ΦΡ.: (και/κι) ο μήνας έχει εννιά & εννιά έχει ο μήνας (προφ.): για κάποιον που καλοπερνά χωρίς να τον απασχολεί τίποτα, είτε επειδή είναι αδιάφορος και ανεύθυνος είτε λόγω οικονομικής άνεσης: Κάθονται, τρώνε, πίνουνε ~ ~! [< αρχ. ἐννέα]
16358εννεάμηνος & εννιάμηνος, η, ο βλ. -μηνος
16359εννιάβλ. εννέα
16360εννιακοσάρι[ἐννιακοσάρι] εν-νια-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): χρηματικό ποσό εννιακοσίων ή εννιακοσίων χιλιάδων μονάδων: Θα μου κοστίσει κανά ~ ευρώ.
16361εννιακόσιοι, ες, α [ἐννιακόσιοι] εν-νια-κό-σι-οι αριθμητ. απόλ. επίθ. {εννιακοσίων} & (σπάν.-προφ.) εννιακόσοι: που αποτελούν σύνολο εννιακοσίων μονάδων: ~οι: τόνοι. ~ες: σελίδες. ~α: άτομα/ευρώ/χιλιόμετρα/χρόνια. ● Ουσ.: εννιακόσια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 900: Μέτρησε μέχρι το ~. Βλ. σαμπί. 2. (ως αριθμητ. τακτ.) το εννιακοσιοστό: (σε χρονολογίες) Έζησε το ~ μ.Χ. [< μεσν. εννεακόσιοι]
16362εννιακοσιοστός, ή, ό [ἐννιακοσιοστός] εν-νια-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια αριθμητική σειρά αντιστοιχεί στον αριθμό 900: ~ή: φορά. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: εννιακοσιοστό (το): το καθένα από τα εννιακόσια ίσα μέρη ενός συνόλου.
16363εννιάμερα[ἐννιάμερα] εν-νιά-με-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπάν.-προφ.) νιάμερα: (στην Ορθόδοξη Εκκλησία) η συμπλήρωση εννέα ημερών από τον θάνατο κάποιου και το σχετικό μνημόσυνο: Του έχουν κάνει τα ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Τα ~ (της Κοίμησης) της Παναγίας. Βλ. τριήμερα, σαράντα. ● ΦΡ.: του κώλου τα εννιάμερα βλ. κώλος [< μεσν. εννιάμερα]
16364εννιαμηνία& εννεαμηνία βλ. -μηνία
16365εννιαπλάσιος, α, ο & εννεαπλάσιος βλ. -πλάσιος
16366εννιάρα[ἐννιάρα] εν-νιά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. για σύνολο από εννέα όμοια πράγματα: (ΑΘΛ., εννιά γκολ) νίκη με ~ για την ομάδα.|| (ΣΤΡΑΤ.) Του έριξε ~ (= ποινή εννιά ημερών). 2. (παλαιότ.) είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού που παιζόταν με εννέα πούλια ή πετραδάκια από δύο παίκτες.
16367εννιάρι[ἐννιάρι] εν-νιά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. οτιδήποτε φέρει τον αριθμό 9 ή τυποποιημένο μέγεθος εννιά μονάδων: Είχε έναν βαλέ και δύο ~ια (= τραπουλόχαρτα με τον αριθμό εννιά).|| (ως επίθ.) ~ πιστόλι. Βλ. -άρι. 2. ο βαθμός εννιά: Πέρασα με ~ το μάθημα. 3. η θέση εννιά στο ποδόσφαιρο· συνεκδ. ο αθλητής που παίζει σε αυτή: κλασικό ~. Είναι ~ (= σέντερ φορ). ● Υποκ.: εννιαράκι (το): συνήθ. στις σημ. 1,2.
16368εννιάχρονος, η, ο βλ. -χρονος
16369έννοια1[ἔννοια] έν-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας | -ες, -ών} 1. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ορισμένου πράγματος (ιδέας, ιδιότητας, κατάστασης, ομάδας αντικειμένων, οργανισμών) ως νοητική ολότητα, η διανοητική μορφή του: αφηρημένη/συγκεκριμένη/καθολική ~. Η ~ του έθνους/της ελευθερίας/του Θεού/του καλού/του τραγικού/του χώρου. Γενίκευση/επέκταση/κατανόηση/ορισμός/ταξινόμηση (μιας) ~ας. Βασικές μαθηματικές (π.χ. συνάρτηση)/νομικές (π.χ. ένσταση) ~ες. Διαμόρφωση/σχηματισμός ~ών (βλ. αφαίρεση, εννοιολόγηση, οντολογία). Ο χρόνος ως φιλοσοφική ~. Βάθος (: τα χαρακτηριστικά της, χάρη στα οποία μπορεί να διακριθεί από κάθε άλλη)/πλάτος (: το σύνολο των ομοειδών πραγμάτων στα οποία αναφέρεται) ~ας. Αναπτύσσεται/οριοθετείται η ~ της αλήθειας. 2. ΓΛΩΣΣ. νόημα, περιεχόμενο: αντικειμενική/κυριολεκτική/μεταφορική/προσβλητική/υποκειμενική ~. Το τέλος με τη διπλή/διττή ~ της λέξης. Αντιλαμβάνομαι/κατανοώ/παρεξηγώ/παρερμηνεύω την ~ μιας φράσης. Όρος που έχει (αποκτήσει)/χρησιμοποιείται με απαξιωτική/μειωτική ~. Ποια είναι η ~ του κειμένου/των λόγων του; Μπερδεύει/συγχέει τις ~ες ... Πβ. σημαινόμενο, σημασία. Βλ. σημαίνον.|| (ειδικότ.) Η διακήρυξή του έχει την ~ της προσκλήσεως προς κάθε ενδιαφερόμενο (: γίνεται με σκοπό να ...). Έχει την ~ ότι ... (: συνεπάγεται). ● ΣΥΜΠΛ.: ενάντιες έννοιες βλ. ενάντιος, επάλληλες έννοιες βλ. επάλληλος, υπάλληλες έννοιες βλ. υπάλληλος ● ΦΡ.: με/υπό/κατ' αυτή(ν) την έννοια: από αυτή την πλευρά: Κάθε επάγγελμα προσφέρει κάποιο κοινωνικό αγαθό και ~ ~ είναι λειτούργημα., με τη(ν) αυστηρή/στενή/στενότερη έννοια βλ. στενός, με την ευρεία έννοια βλ. ευρύς, με την καλή έννοια (του όρου) βλ. καλός, υπό/κατά μία έννοια βλ. υπό [< αρχ. ἔννοια ‘σκέψη, αντίληψη’, μτγν. ~ ‘νόημα, σημασία’]
16370έννοια2βλ. έγνοια
16371εννοιακός, ή, ό [ἐννοιακός] εν-νοι-α-κός επίθ.: εννοιολογικός.
58727εννοιοκρατία[ἐννοιοκρατία] εν-νοι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία η οποία υποστηρίζει την πραγματική υπόσταση των καθολικών εννοιών. ΑΝΤ. ονοματοκρατία [< γαλλ. conceptualisme]
16372εννοιολόγηση[ἐννοιολόγηση] εν-νοι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επινόηση, διαμόρφωση ιδέας, έννοιας: ~ μιας θεωρίας/του όρου (π.χ. οικογένεια, πβ. ορισμός). ~ της δημοκρατίας ως πολιτικής συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων (πβ. σημασιολόγηση). Θεωρητικοποίηση και ~. Παραδοσιακές/σύγχρονες ~ήσεις. Βλ. συστηματοποίηση. ΣΥΝ. εννοιοποίηση [< αγγλ. conceptualization, 1909, γαλλ. conceptualisation, πριν από το 1955]
16374εννοιοποίηση[ἐννοιοποίηση] εν-νοι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εννοιολόγηση. Βλ. -ποίηση.
16375έννομος, η/ος, ο [ἔννομος] έν-νο-μος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται σύμφωνα με τον νόμο, τον ακολουθεί ή καθορίζεται από αυτόν: ~η: σχέση/υποχρέωση. ~ο: κράτος. ~ες: συνέπειες. ~α: αποτελέσματα/δικαιώματα/μέσα. ΣΥΝ. νόμιμος, σύννομος ΑΝΤ. έκνομος, παράνομος ● επίρρ.: έννομα & (λόγ.) εννόμως ● ΣΥΜΠΛ.: έννομα αγαθά: που τα προστατεύει το δίκαιο, ο νόμος: ~ ~ του ατόμου (: ζωή, σωματική ακεραιότητα και υγεία, περιουσία, ιδιοκτησία, ελευθερία). ~ ~ της ολότητας (: ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης, πολίτευμα και εδαφική ακεραιότητα της χώρας, προστασία του περιβάλλοντος)., έννομη τάξη & (λόγ.) έννομος τάξη: οι κανόνες δικαίου: διεθνής/εσωτερική/ευρωπαϊκή/κοινοτική ~ ~. Αποκατάσταση/διασάλευση/διαφύλαξη/κατάργηση/προστασία της ~ης ~ης. [< γαλλ. ordre juridique] , έννομη προστασία βλ. προστασία, έννομο συμφέρον βλ. συμφέρον [< αρχ. ἔννομος]
16376εννοούμενος, η, ο [ἐννοούμενος] εν-νο-ού-με-νος επίθ. (λόγ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: ο καλώς/κακώς εννοούμενος: που γίνεται κατανοητός, αντιληπτός, με την καλή ή κακή σημασία του όρου: ~ ~ συντηρητισμός. Η ~ ~η ελευθερία. Το ~ ~ο συμφέρον., τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται: οτιδήποτε θεωρείται προφανές και ευκολονόητο, δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται: Δεν συνεχίζω, γιατί ~ ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.