Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17240-17260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16382ενοικιαστής[ἐνοικιαστής] ε-νοι-κι-α-στής ουσ. (αρσ.) , ενοικιάστρια (η): πρόσωπο που μισθώνει περιουσιακό στοιχείο: έξωση ~ή. ~ές ακινήτων/γραφείων. ΣΥΝ. μισθωτής (1), νοικάρης ΑΝΤ. εκμισθωτής, ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια [< γαλλ. locataire, γερμ. Mieter]
16383ενοίκιο[ἐνοίκιο] ε-νοί-κι-ο ουσ. (ουδ.) {ενοικί-ου | -ων}: χρηματικό ποσό που καταβάλλεται τακτικά, συνήθ. κάθε μήνα, από τον ενοικιαστή στον ιδιοκτήτη: ~ διαμερίσματος. Επίδομα/επιδότηση ~ου. Υψηλά/χαμηλά ~α. ~α καταστημάτων/κατοικιών. Αύξηση/μείωση των ~ων. Πβ. λίζινγκ, μίσθωμα. Βλ. ιδιοκατοίκηση. ΣΥΝ. νοίκι ● ΣΥΜΠΛ.: τεκμαρτό ενοίκιο βλ. τεκμαρτός [< αρχ. ἐνοίκιον]
16384ενοικιοστασιακός, ή, ό [ἐνοικιοστασιακός] ε-νοι-κι-ο-στα-σι-α-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το ενοικιοστάσιο: ~ές: διατάξεις.
16385ενοικιοστάσιο[ἐνοικιοστάσιο] ε-νοι-κι-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. παράταση της σύμβασης μίσθωσης και μετά τη λήξη της, η οποία επιβάλλεται στον εκμισθωτή χωρίς αντίστοιχη αύξηση του ενοικίου. Βλ. -στάσιο. [< γαλλ. moratoire des loyers]
16386ένοικος[ἔνοικος] έ-νοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -οίκου}: πρόσωπο που μένει σε κατοικία, ξενοδοχείο ή ίδρυμα: οι ~οι της πολυκατοικίας.|| Οι ~οι του γηροκομείου (= τρόφιμοι)/του οικοτροφείου (= οικότροφοι). Βλ. κάτοικος. [< αρχ. ἔνοικος 'κάτοικος']
16387ενόντων

[ἐνόντων] ε-νό-ντων: μόνο στη ● ΦΡ.: εκ των ενόντων (λόγ.): με όποιον ή ό,τι είναι διαθέσιμο(ς), με τα υπάρχοντα μέσα: Τα έξοδα/οι θέσεις καλύφθηκαν ~ ~. [< αρχ. ἔνειμι ‘υπάρχω, βρίσκομαι’]

16388ένοπλος, η, ο [ἔνοπλος] έ-νο-πλος επίθ. 1. που διεξάγεται με τη χρήση όπλων: ~ος: αγώνας. ~η: αντίσταση/εξέγερση/ληστεία/σύγκρουση. ~α: επεισόδια. Οργανώσεις ~ης βίας. 2. (για πρόσ.) που φέρει όπλο ή οπλισμό: ~ος: φρουρός. ~ο: σώμα (π.χ. ΕΛ.ΑΣ., ΛΣ). ~ες: ομάδες/συμμορίες.|| (ως ουσ.) Επίθεση ενόπλων. ~οι απήγαγαν/σκότωσαν ... Πβ. οπλισμένος, οπλοφόρος. ΑΝΤ. άοπλος (1) ● επίρρ.: ενόπλως (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: Ένοπλες Δυνάμεις (ακρ. ΕΔ): οι στρατιωτικές δυνάμεις μιας χώρας (Στρατός Ξηράς, Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία): οι αξιωματικοί/ο αρχηγός/το δικαστικό σώμα/οι τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι ~ ~ και τα Σώματα Ασφαλείας (= δημόσια δύναμη). Βλ. ΓΕΑ, ΓΕΝ, ΓΕΣ, Γ.Ε.ΕΘ.Α. [< αγγλ. armed forces, 1942] [< αρχ. ἔνοπλος ‘οπλισμένος’]
16389ενοποιημένος, η, ο [ἑνοποιημένος] ε-νο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει ενοποιηθεί: ~ο: πεδίο/σύστημα/τηλεπικοινωνιακό δίκτυο. Πβ. ενιαίος, συγχωνευμένος.|| (OIKON., που αφορά όλες τις εταιρείες ενός ομίλου) ~ος: ισολογισμός/κύκλος εργασιών/λογαριασμός αποτελεσμάτων. ~η: λογιστική κατάσταση. Κέρδη/πωλήσεις σε ~η βάση (= ~α κέρδη/~ες πωλήσεις). ● ΣΥΜΠΛ.: ενοποιημένη θεωρία (πεδίων): ΦΥΣ. που επιχειρεί να συνδυάσει τις θεωρίες των θεμελιωδών δυνάμεων της ηλεκτρομαγνητικής, της πυρηνικής και της βαρυτικής) σε ένα ενιαίο μαθηματικό πλαίσιο. [< αγγλ. unified (field) theory, 1935] , μεγάλη ενοποιημένη θεωρία): ΦΥΣ. [< αγγλ. grand unified theory, 1977] ● βλ. ενοποιώ
16390ενοποίηση[ἑνοποίηση] ε-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ένωση δύο ή περισσότερων στοιχείων σε ένα: ευρωπαϊκή/νομισματική/οικονομική/πολιτική ~ (βλ. ΕΕ). ~ αρχαιολογικών χώρων/των κλάδων (υγείας)/συστημάτων/ταμείων/φόρων. ~ήσεις επιχειρήσεων/υπουργείων. Πβ. συγχώνευση, σύνδεση, συνένωση. Βλ. ενιαιοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. unification]
16391ενοποιητικός, ή, ό [ἑνοποιητικός] ε-νο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που στοχεύει στην ενοποίηση: ~ός: παράγοντας. ~ή: διαδικασία/δύναμη. Πβ. (συν)ενωτικός. Βλ. -ποιητικός. ΣΥΝ. ενοποιός ΑΝΤ. διασπαστικός ● επίρρ.: ενοποιητικά [< μεσν. ενοποιητικός]
16392ενοποιός, ός, ό [ἑνοποιός] ε-νο-ποι-ός επίθ. (λόγ.): ενοποιητικός. Βλ. -ποιός. [< αρχ. ἑνοποιός]
16393ενοποιώ[ἑνοποιῶ] ε-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ενοποι-είς ..., -ώντας | ενοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. κάνω ενοποίηση: Θεωρίες που ~ήθηκαν σε μία κοινή. Προσπάθειες να ~ηθούν οι αρχαιολογικοί χώροι (: με έργα ανάδειξης, ελεύθερους δημόσιους χώρους, πεζόδρομους και πλατείες). Πβ. συγχωνεύω, συνδέω, (συν)ενώνω. Βλ. ενιαιοποιώ, -ποιώ. 2. εξασφαλίζω σύμπνοια μεταξύ ανθρώπων: ~σε τους εργαζομένους/τους λαούς. ● βλ. ενοποιημένος [< αρχ. ἑνοποιῶ]
16394ενόραση[ἐνόραση] ε-νό-ρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. άμεση, βιωματική γνώση της ουσίας των πραγμάτων χωρίς τη μεσολάβηση της νόησης και των αισθήσεων: μεταφυσική ~. ~ του κόσμου. Εσωτερική αναζήτηση και πνευματική ~. Βλ. έκσταση, έμπνευση, φαντασία. 2. διαίσθηση: θεϊκή ~. Άνθρωπος με ~. Έχει ~ (του μέλλοντος). Πβ. διορατικότητα, προαίσθημα. [< μτγν. ἐνόρασις ‘παρατήρηση, στοχασμός’, γερμ. Einsicht 2: γαλλ. intuition]
16395ενορατικός, ή, ό [ἐνορατικός] ε-νο-ρα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ενόραση: ~ή: δύναμη/ικανότητα/μάθηση/σύλληψη (αρχής, έννοιας). Πβ. διαισθητ-, διορατ-ικός. ● επίρρ.: ενορατικά [< μτγν. ἐνορατικός, γαλλ. intuitif]
16396ενόργανος, η, ο [ἐνόργανος] ε-νόρ-γα-νος επίθ. 1. που γίνεται με ειδικά όργανα. 2. ΒΙΟΛ.-ΧΗΜ. οργανικός: ~ή: ύλη (ΑΝΤ. ανόργανη). ● ΣΥΜΠΛ.: ενόργανη (γυμναστική): ΑΘΛ. άθλημα που εκτελείται με όργανα γυμναστικής: ~ ~ ανδρών (βλ. ασκήσεις εδάφους, πλάγιος ίππος, κρίκοι, άλμα ίππου, μονόζυγο, δίζυγο)/γυναικών (βλ. ασύμμετροι ζυγοί, δοκός). Χρυσός Ολυμπιονίκης στην ~ ~. Βλ. ρυθμική γυμναστική. ΑΝΤ. ανόργανος (5), ενόργανη ανάλυση: ΧΗΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ποσοτική και ποιοτική ανάλυση δειγμάτων με χρήση χημικών οργάνων., ενόργανη μουσική: ΜΟΥΣ. που συντίθεται μόνο για μουσικά όργανα και όχι για φωνές. ΣΥΝ. οργανική/ορχηστρική μουσική. ΑΝΤ. φωνητική μουσική. [< γαλλ. instrumental]
16397ενορία[ἐνορία] ε-νο-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ενοριών} (κ. με κεφαλ. Ε): ΕΚΚΛΗΣ. καθεμιά από τις υποδιαιρέσεις μιας επισκοπής· εκκλησιαστική περιφέρεια-κοινότητα με τον δικό της ναό, ιερέα ή ιερείς και φιλανθρωπική δράση· συνεκδ. ο αντίστοιχος ναός ή το συγκεκριμένο ποίμνιο: η ~ του Αγίου Σπυρίδωνος. Το γηροκομείο/ο εφημέριος/το κατηχητικό/ο παπάς/το πνευματικό κέντρο της ~ας. [< μτγν. ἐνορία ‘διοικητική περιφέρεια’]
16398ενοριακός, ή, ό [ἐνοριακός] ε-νο-ρι-α-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την ενορία: ~ός: ναός. ~ή: δράση/επιτροπή. ~ό: κέντρο/συμβούλιο/φιλόπτωχο ταμείο. [< μεσν. ενοριακός]
16399ενορίτης[ἐνορίτης] ε-νο-ρί-της ουσ. (αρσ.) {ενοριτών} , ενορίτισσα (η): ΕΚΚΛΗΣ. πιστός που είναι μέλος μιας ενορίας. Βλ. -ίτης1. [< πβ. μεσν. ενορίτης ‘ιερέας’]
16400ένορκος[ἔνορκος] έ-νορ-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ενόρκ-ου | -ων}: ΝΟΜ. κάθε πολίτης που καλείται κατόπιν κλήρωσης από ειδικούς καταλόγους να μετάσχει μαζί με τους τακτικούς δικαστές σε ορκωτό δικαστήριο: διορισμός ~ων. Η απόφαση/η ετυμηγορία/ο θεσμός/το σώμα των ~ων. Παρίσταμαι ως ~ σε δίκη. Οι ~οι τον έκριναν ένοχο. [< αρχ. επίθ. ἔνορκος ‘δεσμευμένος με όρκο’, γαλλ. juré]
16401ένορκος, η/ος, ο [ἔνορκος] έ-νορ-κος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται με όρκο: ~η/(λόγ.) ~ος: δήλωση/κατάθεση/μαρτυρία.|| ~ο: δικαστήριο (= ορκωτό). ΑΝΤ. ανώμοτος ● επίρρ.: ενόρκως (λόγ.) & ένορκα: ΑΝΤ. ανωμοτί ● ΣΥΜΠΛ.: Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ακρ. ΕΔΕ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η οποία διατάσσεται από πειθαρχικό προϊστάμενο Υπηρεσίας, όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο και διενεργείται από μόνιμο υπάλληλο (του ίδιου ή ανώτερου βαθμού με τον κατηγορούμενο) με σκοπό τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων: το πόρισμα της ~ης ~ής ~ης. Πειθαρχική δίωξη μετά από ~ ~. Διενεργείται ~ ~. Πβ. ανάκριση., ένορκη βεβαίωση βλ. βεβαίωση [< αρχ. ἔνορκος, γαλλ. assermenté]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.