Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17260-17280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16402ενόρμηση[ἐνόρμηση] ε-νόρ-μη-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΨΥΧΑΝ. ισχυρή και συνήθ. ασυνείδητη ενδογενής ώθηση του ατόμου για δράση, προκειμένου να μειωθεί μία κατάσταση διέγερσης του οργανισμού του: επιθετική ~. ~ θανάτου (πβ. ένστικτο). Σεξουαλικές ~ήσεις (βλ. λίμπιντο). ~ήσεις αυτοσυντήρησης (βλ. δίψα, πείνα). Απελευθέρωση (βλ. κάθαρση)/απώθηση/ικανοποίηση των ~ήσεων. Βλ. παρόρμηση. [< γερμ. Trieb]
16403ενορμητικός, ή, ό [ἐνορμητικός] ε-νορ-μη-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΑΝ. που σχετίζεται με την ενόρμηση: ~ή: διαδικασία. ~ές: τάσεις. Πβ. ενστικτώδης.
16404ενορχηστρώνω[ἐνορχηστρώνω] ε-νορ-χη-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {ενορχήστρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος, ενορχηστρών-οντας} 1. ΜΟΥΣ. συνθέτω ορχηστρικό κομμάτι· προσαρμόζω μουσικό έργο, ώστε να παιχτεί από ορχήστρα, οργανώνω τον τρόπο εκτέλεσης μουσικής σύνθεσης από ορχήστρα: Η μουσική γράφτηκε και ~θηκε από τον ...|| ~μένα: τραγούδια. Βλ. παρτιτούρα. 2. (μτφ., συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) σχεδιάζω και συντονίζω κάτι: Ξέσπασμα βίας που υποκινήθηκε και ~θηκε από ... ~μένη επίθεση κατά του ... [< γαλλ. orchestrer, αγγλ. orchestrate]
16405ενορχήστρωση[ἐνορχήστρωση] ε-νορ-χή-στρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενορχηστρώνω: (ΜΟΥΣ.) ηλεκτρονική ~. Έκανε την ~ του δίσκου. ~-διεύθυνση ορχήστρας. Τραγούδια σε νέα/τζαζ ~ (βλ. διασκευή, ρεμίξ).|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Καταδικάστηκε για την ~ της απαγωγής. [< γαλλ.-αγγλ. orchestration]
16406ενορχηστρωτής[ἐνορχηστρωτής] ε-νορ-χη-στρω-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ενορχηστρώτρια}: πρόσωπο που ενορχηστρώνει: (ΜΟΥΣ.) μουσικοσυνθέτης-~. Σολίστας και ~ της συναυλίας.|| (μτφ., συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~ του εγκλήματος/του σκανδάλου/της συνωμοσίας. [< γαλλ. orchestrateur, περ. 1950, αγγλ. orchestrator, 1907]
16407ενορχηστρωτικός, ή, ό [ἐνορχηστρωτικός] ε-νορ-χη-στρω-τι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την ενορχήστρωση: ~ή και μουσική επιμέλεια.
16408ενόσω[ἐνόσῳ] ε-νό-σω σύνδ. (λόγ.): ενώ, για όσο χρόνο: ~ (= όσο καιρό) ζω και υπάρχω, δεν θα πάψω να ... Πβ. καθώς. [< αρχ. φρ. ἐν ὅσῳ, μεσν. ενόσω]
16409ενότητα[ἑνότητα] ε-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ενοτήτων} 1. η ιδιότητα ενός συνόλου (προσώπων, πραγμάτων, στοιχείων) που δεν μπορεί να διασπαστεί, η κατάσταση αυτού που αποτελεί οργανικό όλο: αδιαίρετη/αδιάσπαστη/ουσιαστική ~. Αισθητική/γλωσσική/δομική/κυβερνητική/πολιτιστική/φυλετική ~. Η ~ του έθνους (= εθνική ~)/της Εκκλησίας/του κράτους/του λαού/της οικογένειας/της ομάδας/του συλλόγου. Μήνυμα ~ας. Αρμονική ~ πνεύματος. ~ της θεωρίας με την πράξη (πβ. συμφωνία). ~ μέσα στην ποικιλομορφία. Η ιστορική ~ του ελληνισμού (πβ. συνέχεια). Η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ~ ενός κινήματος/κόμματος. ~ δράσης των δυνάμεων της νεολαίας. Η ~ διακυβεύεται/διασφαλίζεται/ενισχύεται/προωθείται/υπονομεύεται/χτίζεται. (στη δραματουργία) ~ τόπου, χρόνου και δράσης.|| (ειδικότ. για κείμενο, συνοχή:) Η ~ του λόγου. Εσωτερική ~ ενός έργου (πβ. αρμονία). Βλ. -ότητα. 2. μέρος συνόλου που παρουσιάζει ομοιογένεια και μπορεί να περιλαμβάνει επιμέρους τμήματα: η εισαγωγική/τελευταία ~ βιβλίου (βλ. κεφάλαιο). ~ εργασίας/οµιλίας/περιοδικού/προγράμματος σπουδών/σεμιναρίου/συνεδρίου. Δημοσίευση νέας θεματικής ~ας. Στην παρούσα/πρώτη νοηματική ~ εξετάζεται/μελετώνται ... Πβ. υπο~.|| Εκπαιδευτική ~. ~ κατάρτισης/μαθημάτων (πβ. κύκλος).|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ανά γεωγραφική/διοικητική ~ (βλ. διαμέρισμα, νομός, περιφέρεια, χώρα). Πολεοδομική ~ δήμου (βλ. συνοικία). Διαχειριστικές ~ες (βλ. κοινότητα). Οικονομική ~ (= μονάδα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ψηφιακή ~. Βλ. δομοστοιχείο. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας βλ. κυβέρνηση, περιφερειακή ενότητα βλ. περιφερειακός [< αρχ. ἑνότης, γαλλ. unité, αγγλ. unity, section]
16410ενούρηση[ἐνούρηση] ε-νού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επαναλαμβανόμενη, ποικίλης αιτιολογίας, αποβολή ούρων, που εκδηλώνεται συνήθ. κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου, σε μια ηλικία κατά την οποία το παιδί θα έπρεπε να είχε επιτύχει εκούσιο έλεγχο της ουροδόχου κύστης: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής ~. Βλ. ακράτεια ούρων, διούρηση, εγκόπριση, νυκτουρία. [< γαλλ. énurésie, αγγλ. enuresis]
16411ενοφθαλμισμός[ἐνοφθαλμισμός] ε-νο-φθαλ-μι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΠ. μέθοδος εμβολιασμού (μπολιάσματος) η οποία βασίζεται στην τοποθέτηση οφθαλμού σε σχισμή που διανοίγεται στον φλοιό του φυτού. 2. ΙΑΤΡ. εισαγωγή παθογόνου παράγοντα ή αντιγόνου σε ιστούς ζώντων οργανισμών με σκοπό την ενεργοποίηση της παραγωγής αντισωμάτων: ~ σε πειραματόζωα. Βλ. -ισμός. [< 1: μτγν. ἐνοφθαλμισμός 2: γαλλ. inoculation]
16412ενοχή[ἐνοχή] ε-νο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. η ευθύνη που φέρει κάποιο πρόσωπο για την τέλεση, από μέρους του, αξιόποινης πράξης και ειδικότ. απόδοση ποινικά κολάσιμης πράξης σε δράστη: Αυταπόδεικτη ~. Αποδείξεις/ενδείξεις/στοιχεία ~ής. Αρνείται/ομολόγησε/παραδέχθηκε την ~ του. Πβ. υπαιτιότητα. Βλ. συν~.|| Απόφαση επί της ~ής. Ο εισαγγελέας πρότεινε την ~ του. ΑΝΤ. αθωότητα (1) 2. ΝΟΜ. (στο αστικό δίκαιο) έννομη σχέση στην οποία ένα πρόσωπο υποχρεώνεται να προβεί σε ορισμένη πράξη ή παράλειψη έναντι άλλου: χρηματική ~. Απόσβεση της ~ής. Το αντικείμενο της ~ής (= παροχή).ενοχές (οι): δυσάρεστο συναίσθημα που κυριαρχεί στη συνείδηση κάποιου που καταλαβαίνει ότι έχει διαπράξει κάτι κακό ή ανήθικο: ~ για το παρελθόν/τον φόνο. Πλέγμα ~ών. Έχω/νιώθω ~. Ζει/παλεύει με τις ~ του. Πβ. αναστολές, ερινύες, τύψεις. [< μεσν. ενοχή, γαλλ. culpabilité]
16413ενοχικός, ή, ό [ἐνοχικός] ε-νο-χι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει ενοχές· (για συναίσθημα, κατάσταση) που δηλώνει ενοχή ή που οφείλεται σε αυτή: αγχώδης/ανασφαλής/νευρικός και ~.|| ~ά: συμπλέγματα/σύνδρομα. 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με την ενοχή, όπως ορίζεται από το αστικό δίκαιο: ~ή: αγωγή/συμφωνία/σχέση/υποχρέωση. ~ό: δικαίωμα (βλ. εμπράγματο). ~ές: δεσμεύσεις/δικαιοπραξίες/συμβάσεις (βλ. αγοραπωλησία, μίσθωση). ● επίρρ.: ενοχικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς]: συνήθ. σημ 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Ενοχικό Δίκαιο βλ. δίκαιο
16414ενοχλήματα[ἐνοχλήματα] ε-νο-χλή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ενόχλημα}: ΙΑΤΡ. ενοχλήσεις. [< μτγν. ἐνόχλημα]
16415ενοχλημένος, η, ο [ἐνοχλημένος] ε-νο-χλη-μέ-νος επίθ.: εκνευρισμένος, θιγμένος: Είναι ~ από/με τη στάση τους. Αισθάνθηκε ~η. Πβ. πειραγ-, προσβεβλη-μένος. ● βλ. ενοχλώ
16416ενόχληση[ἐνόχληση] ε-νό-χλη-ση ουσ. (θηλ.): πρόκληση δυσανασχέτησης, εξαιτίας της διασάλευσης της ηρεμίας ή της προσοχής κάποιου ή λόγω της παρουσίας αρνητικού στοιχείου: έντονη ~. ~ από τον καπνό. ~ από ήχους/οσμές/φωνές. Με συγχωρείτε για την ~. Εξέφρασε την ~ή του για την κριτική που του ασκείται. Δεν μπορεί να κρύψει την ~ή του. Πβ. (παρεν)όχληση. Βλ. μικρο~.ενοχλήσεις (οι): ΙΑΤΡ. δυσάρεστο σωματικό σύμπτωμα αδιαθεσίας ή νόσου: δερματολογικές (π.χ. εξανθήματα)/στομαχικές (π.χ. δυσπεψία, καούρες, φούσκωμα) ~. Αισθάνεται μικρές/έχει κάποιες ~ στον αυχένα/στην καρδιά. Ταλαιπωρείται από ~ στη μέση.|| Ξεπέρασε τις ~ στον αστράγαλο/στους κοιλιακούς. Πβ. δυσφορία. ΣΥΝ. ενοχλήματα [< αρχ. ἐνόχλησις, γαλλ. gêne]
16417ενοχλητικός, ή, ό [ἐνοχλητικός] ε-νο-χλη-τι-κός επίθ.: που προκαλεί ενόχληση: ~ός: βήχας/θόρυβος. ~ή: ζέστη/συνήθεια. ~ές: ερωτήσεις. ~ά: έντομα/τηλεφωνήματα. Σε ~ό βαθμό. Πβ. δυσάρεστος, οχληρός.|| (για πρόσ.) ~ός: γείτονας/επισκέπτης. Βλ. παρ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: παρουσία. Έγινα ~ με τα σχόλιά μου. Πβ. κουραστ-, φορτ-ικός. ● επίρρ.: ενοχλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία
16418ενοχλητικότητα[ἐνοχλητικότητα] ε-νο-χλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ενοχλητικού: η ~ ενός θορύβου/των σπαμ. Πβ. οχληρότητα. Βλ. -ότητα.
16419ενοχλώ[ἐνοχλῶ] ε-νο-χλώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ενοχλ-είς ... | ενόχλ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας}: προκαλώ ενόχληση σε κάποιον: Με ~εί (= με πειράζει) που/να ... Τι σε ~εί στην κατάσταση (= σε χαλάει); Τους ~ησε η συμπεριφορά του. Το ζήτημα θα συζητηθεί και θα ~ήσει πολλούς. Πβ. δυσαρεστώ.|| (αποσπώ την προσοχή κάποιου ή τον διακόπτω από το έργο του:) Συγγνώμη αν ~. Μην τον ~είς, διαβάζει (= άφησέ τον ήσυχο). Δεν θέλω να με ~ήσει κανείς! Μην ~είσαι (= μην μπαίνεις στον κόπο), θα το κάνω μόνος μου.|| (σε ερωτήσεις ευγενείας:) Μήπως ~; Μπορώ να σας ~ήσω (για) ένα λεπτό (= να σας απασχολήσω); Βλ. παρ~. ● βλ. ενοχλημένος [< αρχ. ἐνοχλῶ]
16420ενοχοποίηση[ἐνοχοποίηση] ε-νο-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενοχοποιώ: ~ αθώων/του θύματος. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. απενοχοποίηση [< πβ. μεσν. ενοχοποίησις ΄υποχρέωση', γαλλ. inculpation]
16421ενοχοποιητικός, ή, ό [ἐνοχοποιητικός] ε-νο-χο-ποι-η-τι-κός επίθ. 1. που ενοχοποιεί: ~ή: κατάθεση/μαρτυρία/ομολογία. ~ά: στοιχεία (ΑΝΤ. απαλλακτικά). Υλικό ~ό για τους εμπλεκόμενους.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκει/προέκυψε τίποτα το ~ό σε βάρος του. Βλ. -ποιητικός. ΑΝΤ. απενοχοποιητικός 2. που ενοχοποιείται, θεωρείται η αιτία κυρ. για κάποια νόσο: Το άγχος ως ~ παράγοντας του εμφράγματος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.