Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17280-17300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16417ενοχλητικός, ή, ό [ἐνοχλητικός] ε-νο-χλη-τι-κός επίθ.: που προκαλεί ενόχληση: ~ός: βήχας/θόρυβος. ~ή: ζέστη/συνήθεια. ~ές: ερωτήσεις. ~ά: έντομα/τηλεφωνήματα. Σε ~ό βαθμό. Πβ. δυσάρεστος, οχληρός.|| (για πρόσ.) ~ός: γείτονας/επισκέπτης. Βλ. παρ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: παρουσία. Έγινα ~ με τα σχόλιά μου. Πβ. κουραστ-, φορτ-ικός. ● επίρρ.: ενοχλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία
16418ενοχλητικότητα[ἐνοχλητικότητα] ε-νο-χλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ενοχλητικού: η ~ ενός θορύβου/των σπαμ. Πβ. οχληρότητα. Βλ. -ότητα.
16419ενοχλώ[ἐνοχλῶ] ε-νο-χλώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ενοχλ-είς ... | ενόχλ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας}: προκαλώ ενόχληση σε κάποιον: Με ~εί (= με πειράζει) που/να ... Τι σε ~εί στην κατάσταση (= σε χαλάει); Τους ~ησε η συμπεριφορά του. Το ζήτημα θα συζητηθεί και θα ~ήσει πολλούς. Πβ. δυσαρεστώ.|| (αποσπώ την προσοχή κάποιου ή τον διακόπτω από το έργο του:) Συγγνώμη αν ~. Μην τον ~είς, διαβάζει (= άφησέ τον ήσυχο). Δεν θέλω να με ~ήσει κανείς! Μην ~είσαι (= μην μπαίνεις στον κόπο), θα το κάνω μόνος μου.|| (σε ερωτήσεις ευγενείας:) Μήπως ~; Μπορώ να σας ~ήσω (για) ένα λεπτό (= να σας απασχολήσω); Βλ. παρ~. ● βλ. ενοχλημένος [< αρχ. ἐνοχλῶ]
16420ενοχοποίηση[ἐνοχοποίηση] ε-νο-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενοχοποιώ: ~ αθώων/του θύματος. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. απενοχοποίηση [< πβ. μεσν. ενοχοποίησις ΄υποχρέωση', γαλλ. inculpation]
16421ενοχοποιητικός, ή, ό [ἐνοχοποιητικός] ε-νο-χο-ποι-η-τι-κός επίθ. 1. που ενοχοποιεί: ~ή: κατάθεση/μαρτυρία/ομολογία. ~ά: στοιχεία (ΑΝΤ. απαλλακτικά). Υλικό ~ό για τους εμπλεκόμενους.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκει/προέκυψε τίποτα το ~ό σε βάρος του. Βλ. -ποιητικός. ΑΝΤ. απενοχοποιητικός 2. που ενοχοποιείται, θεωρείται η αιτία κυρ. για κάποια νόσο: Το άγχος ως ~ παράγοντας του εμφράγματος.
16422ενοχοποιώ[ἐνοχοποιῶ] ε-νο-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ενοχοποι-είς ... | ενοχοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: καθιστώ κάποιον ή κάτι ένοχο· αποδεικνύω την ενοχή του: ~ήθηκε άδικα (με την ψευδή κατηγορία του βιασμού).|| Βίντεο-ντοκουμέντο, που ~εί τους βασανιστές.|| Ουσίες που έχουν ~ηθεί ως καρκινογόνες. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. αθωώνω, απενοχοποιώ [< μτγν. ἐνοχοποιῶ, γαλλ. inculper, culpabiliser, 1946]
16423ένοχος, η, ο [ἔνοχος] έ-νο-χος επίθ. ΑΝΤ. αθώος 1. (για πρόσ.) που είναι υπεύθυνος για αξιόμεμπτη και κατακριτέα πράξη ή έχει διαπράξει αδίκημα που διώκεται δικαστικά: Αισθάνεται/νιώθει ~ απέναντι σε κάποιον/που ... Είναι ~οι γιατί ...|| (ως ουσ.) Πιθανοί ~οι. Βρέθηκε/ζητείται ο ~. Αναζητούν τον ~ο. Ιδού οι ~οι (της καταστροφής). Να τιμωρηθούν οι πραγματικοί ~οι. Ψάχνουν για ενόχους (βλ. αποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμα).|| (ΝΟΜ.) ~ απάτης/εσχάτης προδοσίας/ληστείας/φόνου (βλ. εγκληματίας). Κρίθηκε (ερήμην/ομόφωνα) ~ για σωματική βλάβη από αμέλεια. Δήλωσε ~ για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας (βλ. ομολογώ). Το δικαστήριο τη(ν) βρήκε/έκρινε ~η για .../κήρυξε ~ο τον κατηγορούμενο.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι συνεργοί τους. Εντοπισμός/καταδίκη των ενόχων. Πβ. πρωταίτιος, υπαίτιος, φταίχτης. Βλ. συν~. 2. που φανερώνει ή επιφέρει ενοχή: ~η: ανοχή/σιγή/σιωπή/στάση/συνείδηση. ~ο: βλέμμα. ~ες: σκέψεις (πβ. ανομολόγητες).|| ~η: πράξη. ~ο: μυστικό/παρελθόν (= ύποπτο). ~ες: απολαύσεις/σχέσεις (= παράνομες). Πβ. επονείδιστος. 3. (μτφ.) που είναι επικίνδυνος, προκαλεί ηθική ή σωματική βλάβη: ~η: πολιτική. ~ο: γονίδιο. ~ες: τροφές. ~α: χημικά. Το αλκοόλ/κάπνισμα είναι ~ο για ...|| (ως ουσ.) Ο βασικός/μεγάλος ~ για/του ... Πβ. υπεύθυνος. ● επίρρ.: ένοχα: κυρ. στη σημ. 2. [< αρχ. ἔνοχος]
16424ενόψει & εν όψει[ἐνόψει] ε-νό-ψει επίρρ. (λόγ.) 1. {+ έναρθρη γεν.} για κάτι που γίνεται εν αναμονή κάποιου γεγονότος: ~ των εορτών. 2. (συνήθ. σε επιφωνηματικές εκφρ.) για κάτι που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, χρονική ή τοπική, που πλησιάζει: εκλογές ~ (= ~ εκλογών).|| Εχθρός ~! Πβ. ενώπιον, μπροστά. ● βλ. εν2 [< 1: γαλλ. en vue de 2: μτγν. φρ. ἐν ὄψει]
16426ένρινος, η, ο βλ. έρρινος
16427ένσαρκος, η, ο [ἔνσαρκος] έν-σαρ-κος επίθ. (λόγ., συνήθ. ΘΕΟΛ. με αναφορά στον Θεό ή τον Χριστό): που έχει υλική υπόσταση: ο ~ Λόγος. Η ~η παρουσία/φανέρωση του Κυρίου. Πβ. ενσαρκωμένος, ενσώματος. ΑΝΤ. άσαρκος (1) [< μτγν. ἔνσαρκος]
16428ενσαρκώνω[ἐνσαρκώνω] εν-σαρ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ενσάρκω-σα, ενσαρκώ-θηκε, -θεί, -μένος, ενσαρκών-οντας} 1. (στον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή το θέατρο) παίζω, υποδύομαι: Ηθοποιός που ~ει άψογα το(ν) ρόλο του. 2. δίνω υλική μορφή ή σωματική υπόσταση σε κάτι, παρουσιάζοντάς το ως απτό, χειροπιαστό: Πρόσωπο που ~σε την παρακμή. ~σε τις ελπίδες ενός ολόκληρου λαού. Πβ. εκπροσωπώ, εκφράζω.|| (για παιδί:) Είναι η φασαρία ~μένη (= προσωποποιημένη)! ΣΥΝ. σαρκώνω ● Παθ.: ενσαρκώθηκε: ΘΕΟΛ. (για τον Χριστό) ενανθρωπίστηκε, απέκτησε ανθρώπινη υπόσταση. ΣΥΝ. σαρκώθηκε [< μεσν. ενσαρκώ, γαλλ. incarner]
16429ενσάρκωση[ἐνσάρκωση] εν-σάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση σαρκικής, κυρ. ανθρώπινης υπόστασης· συνεκδ. η ίδια η υπόσταση: (ΘΕΟΛ.) ~ του Κυρίου/του Χριστού. Η ~ του Θείου Λόγου (= ο Ιησούς). ΣΥΝ. ενανθρώπηση.|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι ~ώσεις του Θεού ... (: μεταμορφώσεις).|| (καταχρ.) Προηγούμενες ~ώσεις (= μετενσαρκώσεις). 2. (μτφ.) αισθητή πραγμάτωση μιας ιδέας, έννοιας· συνεκδ. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αποτελεί την υλική έκφρασή της: ~ της ειρήνης/του κακού.|| (για πρόσ.) Αποτελεί την/είναι η (απτή/ζωντανή/ιδανική) ~ του ενεργού πολίτη/του καλού (= είναι το καλό προσωποποιημένο). Πβ. εικόνα, προσωποποίηση. [< 1: μτγν. ἐνσάρκωσις 2: γαλλ. incarnation]
16430ένσημα[ἔνσημα] έν-ση-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {ενσήμ-ων | σπανιότ. στον εν. ένσημο}: καθεμιά από τις μονάδες (παλαιότ. με τη μορφή μικρού κομματιού από χαρτί) που αποδεικνύουν την καταβολή εισφορών σε ασφαλιστικά ταμεία: ηλεκτρονικά/οικοδομικά ~. Βαρέα (και ανθυγιεινά) ~. ~ ημιαπασχόλησης. ~ από προηγούμενη εργασία. Τα ~ του ΙΚΑ. Αριθμός/βεβαίωση/βιβλιάριο/εξαγορά ~ων. Βλ. -σημο. || Δικαστικό ~ο. ● ΦΡ.: συμπληρώνω τα ένσημα: (προφ.) φτάνω τον αριθμό των ενσήμων που απαιτούνται, προκειμένου να πάρω σύνταξη., κολλάω (τα) ένσημα (κάποιου) βλ. κολλώ [< μεσν. ένσημον 'νόμισμα με σφραγίδα', Stempelmarke]
16431ενσίρωμα[ἐνσίρωμα] εν-σί-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. προϊόν της ενσίρωσης: ~ καλαμποκιού. Αραβόσιτος/δημητριακά για ~.
16432ενσίρωση[ἐνσίρωση] εν-σί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. μέθοδος συντήρησης νωπών φυτών που προορίζονται για ζωοτροφές, τα οποία τοποθετούνται σε ειδικές κατασκευές ή χώρους-αποθήκες, σε αναερόβιες συνθήκες: ~ βρόμης. Βλ. σιλό. [< γαλλ. ensilage, silotage, 1923]
16433ενσκήπτει[ἐνσκήπτει] εν-σκή-πτει ρ. (αμτβ.) {ενέσκη-ψε, ενσκή-ψει} (λόγ.): για δυσμενές ή αρνητικό φαινόμενο που εκδηλώνεται απότομα και απλώνεται με ορμή και σε μεγάλη έκταση: ~ καταιγίδα (= ξεσπά). ~ψε γρίπη/καύσωνας.|| Αναμένεται να ~ψει αναταραχή/κρίση. Πβ. επέρχεται, πέφτει, πλακώνει. [< αρχ. ἐνσκήπτω ‘ρίχνω, πέφτω πάνω’]
16434ενσπείρω[ἐνσπείρω] εν-σπεί-ρω ρ. (μτβ.) {ενέσπειρα, συνήθ. στο γ' πρόσ., ενσπείρ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μεταδίδω σε ομάδα ανθρώπων κάτι αρνητικό: Κύκλοι που (καλλιεργούν και) ~ουν τη διχόνοια/το μίσος/τη σύγχυση. Φήμες που έχουν ~ει την ανησυχία/τον πανικό/τον τρόμο (στον λαό). Πβ. διασπείρω, σκορπίζω. ● ΦΡ.: βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια βλ. ζιζάνιο [< μτγν. ἐνσπείρω, γαλλ. semer]
16435ενσταλάζω[ἐνσταλάζω] εν-στα-λά-ζω ρ. (μτβ.) {ενστάλα-ξα, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, -γμένος} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συντελώ ώστε ένα συναίσθημα ή μια αντίληψη να μεταδοθεί σταδιακά σε κάποιον και να επηρεάσει τη νοοτροπία του: ~ξε ηθικές αρχές/την αγάπη στα παιδιά (π.χ. για παιδαγωγό). Επιδιώκουν να ~ξουν το μίσος/τον φανατισμό. Πβ. εμβάλλω, εμπνέω, εμφυσώ. 2. ΙΑΤΡ. ρίχνω φαρμακευτικό υγρό με τη μορφή σταγόνων σε σωλήνα ή φυσική κοιλότητα του σώματος. [< 1: γαλλ. instiller 2: αρχ. ἐνσταλάζω]
16436ενστάλαξη[ἐνστάλαξη] εν-στά-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ενσταλάζω: (μτφ.) ~ αξιών/ιδανικών (στην ψυχή του νέου). ~ θάρρους/φόβου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ κολλυρίου. ~ τοπικού αναισθητικού (στη φλέβα). [< γαλλ. instillation]
16437ενσταντανέ[ἐνσταντανέ] εν-στα-ντα-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στιγμιότυπο: τρυφερό ~ (βλ. τετ α τετ).|| (σε κάμερα:) Πλήκτρο για λήψεις ~ (= στιγμιαία φωτογραφία). [< γαλλ. instantané]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.