| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16422 | ενοχοποιώ | [ἐνοχοποιῶ] ε-νο-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ενοχοποι-είς ... | ενοχοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: καθιστώ κάποιον ή κάτι ένοχο· αποδεικνύω την ενοχή του: ~ήθηκε άδικα (με την ψευδή κατηγορία του βιασμού).|| Βίντεο-ντοκουμέντο, που ~εί τους βασανιστές.|| Ουσίες που έχουν ~ηθεί ως καρκινογόνες. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. αθωώνω, απενοχοποιώ [< μτγν. ἐνοχοποιῶ, γαλλ. inculper, culpabiliser, 1946] | |
| 16423 | ένοχος | , η, ο [ἔνοχος] έ-νο-χος επίθ. ΑΝΤ. αθώος 1. (για πρόσ.) που είναι υπεύθυνος για αξιόμεμπτη και κατακριτέα πράξη ή έχει διαπράξει αδίκημα που διώκεται δικαστικά: Αισθάνεται/νιώθει ~ απέναντι σε κάποιον/που ... Είναι ~οι γιατί ...|| (ως ουσ.) Πιθανοί ~οι. Βρέθηκε/ζητείται ο ~. Αναζητούν τον ~ο. Ιδού οι ~οι (της καταστροφής). Να τιμωρηθούν οι πραγματικοί ~οι. Ψάχνουν για ενόχους (βλ. αποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμα).|| (ΝΟΜ.) ~ απάτης/εσχάτης προδοσίας/ληστείας/φόνου (βλ. εγκληματίας). Κρίθηκε (ερήμην/ομόφωνα) ~ για σωματική βλάβη από αμέλεια. Δήλωσε ~ για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας (βλ. ομολογώ). Το δικαστήριο τη(ν) βρήκε/έκρινε ~η για .../κήρυξε ~ο τον κατηγορούμενο.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι συνεργοί τους. Εντοπισμός/καταδίκη των ενόχων. Πβ. πρωταίτιος, υπαίτιος, φταίχτης. Βλ. συν~. 2. που φανερώνει ή επιφέρει ενοχή: ~η: ανοχή/σιγή/σιωπή/στάση/συνείδηση. ~ο: βλέμμα. ~ες: σκέψεις (πβ. ανομολόγητες).|| ~η: πράξη. ~ο: μυστικό/παρελθόν (= ύποπτο). ~ες: απολαύσεις/σχέσεις (= παράνομες). Πβ. επονείδιστος. 3. (μτφ.) που είναι επικίνδυνος, προκαλεί ηθική ή σωματική βλάβη: ~η: πολιτική. ~ο: γονίδιο. ~ες: τροφές. ~α: χημικά. Το αλκοόλ/κάπνισμα είναι ~ο για ...|| (ως ουσ.) Ο βασικός/μεγάλος ~ για/του ... Πβ. υπεύθυνος. ● επίρρ.: ένοχα: κυρ. στη σημ. 2. [< αρχ. ἔνοχος] | |
| 16424 | ενόψει & εν όψει | [ἐνόψει] ε-νό-ψει επίρρ. (λόγ.) 1. {+ έναρθρη γεν.} για κάτι που γίνεται εν αναμονή κάποιου γεγονότος: ~ των εορτών. 2. (συνήθ. σε επιφωνηματικές εκφρ.) για κάτι που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, χρονική ή τοπική, που πλησιάζει: εκλογές ~ (= ~ εκλογών).|| Εχθρός ~! Πβ. ενώπιον, μπροστά. ● βλ. εν2 [< 1: γαλλ. en vue de 2: μτγν. φρ. ἐν ὄψει] | |
| 16426 | ένρινος | , η, ο βλ. έρρινος | |
| 16427 | ένσαρκος | , η, ο [ἔνσαρκος] έν-σαρ-κος επίθ. (λόγ., συνήθ. ΘΕΟΛ. με αναφορά στον Θεό ή τον Χριστό): που έχει υλική υπόσταση: ο ~ Λόγος. Η ~η παρουσία/φανέρωση του Κυρίου. Πβ. ενσαρκωμένος, ενσώματος. ΑΝΤ. άσαρκος (1) [< μτγν. ἔνσαρκος] | |
| 16428 | ενσαρκώνω | [ἐνσαρκώνω] εν-σαρ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ενσάρκω-σα, ενσαρκώ-θηκε, -θεί, -μένος, ενσαρκών-οντας} 1. (στον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή το θέατρο) παίζω, υποδύομαι: Ηθοποιός που ~ει άψογα το(ν) ρόλο του. 2. δίνω υλική μορφή ή σωματική υπόσταση σε κάτι, παρουσιάζοντάς το ως απτό, χειροπιαστό: Πρόσωπο που ~σε την παρακμή. ~σε τις ελπίδες ενός ολόκληρου λαού. Πβ. εκπροσωπώ, εκφράζω.|| (για παιδί:) Είναι η φασαρία ~μένη (= προσωποποιημένη)! ΣΥΝ. σαρκώνω ● Παθ.: ενσαρκώθηκε: ΘΕΟΛ. (για τον Χριστό) ενανθρωπίστηκε, απέκτησε ανθρώπινη υπόσταση. ΣΥΝ. σαρκώθηκε [< μεσν. ενσαρκώ, γαλλ. incarner] | |
| 16429 | ενσάρκωση | [ἐνσάρκωση] εν-σάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση σαρκικής, κυρ. ανθρώπινης υπόστασης· συνεκδ. η ίδια η υπόσταση: (ΘΕΟΛ.) ~ του Κυρίου/του Χριστού. Η ~ του Θείου Λόγου (= ο Ιησούς). ΣΥΝ. ενανθρώπηση.|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι ~ώσεις του Θεού ... (: μεταμορφώσεις).|| (καταχρ.) Προηγούμενες ~ώσεις (= μετενσαρκώσεις). 2. (μτφ.) αισθητή πραγμάτωση μιας ιδέας, έννοιας· συνεκδ. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αποτελεί την υλική έκφρασή της: ~ της ειρήνης/του κακού.|| (για πρόσ.) Αποτελεί την/είναι η (απτή/ζωντανή/ιδανική) ~ του ενεργού πολίτη/του καλού (= είναι το καλό προσωποποιημένο). Πβ. εικόνα, προσωποποίηση. [< 1: μτγν. ἐνσάρκωσις 2: γαλλ. incarnation] | |
| 16430 | ένσημα | [ἔνσημα] έν-ση-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {ενσήμ-ων | σπανιότ. στον εν. ένσημο}: καθεμιά από τις μονάδες (παλαιότ. με τη μορφή μικρού κομματιού από χαρτί) που αποδεικνύουν την καταβολή εισφορών σε ασφαλιστικά ταμεία: ηλεκτρονικά/οικοδομικά ~. Βαρέα (και ανθυγιεινά) ~. ~ ημιαπασχόλησης. ~ από προηγούμενη εργασία. Τα ~ του ΙΚΑ. Αριθμός/βεβαίωση/βιβλιάριο/εξαγορά ~ων. Βλ. -σημο. || Δικαστικό ~ο. ● ΦΡ.: συμπληρώνω τα ένσημα: (προφ.) φτάνω τον αριθμό των ενσήμων που απαιτούνται, προκειμένου να πάρω σύνταξη., κολλάω (τα) ένσημα (κάποιου) βλ. κολλώ [< μεσν. ένσημον 'νόμισμα με σφραγίδα', Stempelmarke] | |
| 16431 | ενσίρωμα | [ἐνσίρωμα] εν-σί-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. προϊόν της ενσίρωσης: ~ καλαμποκιού. Αραβόσιτος/δημητριακά για ~. | |
| 16432 | ενσίρωση | [ἐνσίρωση] εν-σί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. μέθοδος συντήρησης νωπών φυτών που προορίζονται για ζωοτροφές, τα οποία τοποθετούνται σε ειδικές κατασκευές ή χώρους-αποθήκες, σε αναερόβιες συνθήκες: ~ βρόμης. Βλ. σιλό. [< γαλλ. ensilage, silotage, 1923] | |
| 16433 | ενσκήπτει | [ἐνσκήπτει] εν-σκή-πτει ρ. (αμτβ.) {ενέσκη-ψε, ενσκή-ψει} (λόγ.): για δυσμενές ή αρνητικό φαινόμενο που εκδηλώνεται απότομα και απλώνεται με ορμή και σε μεγάλη έκταση: ~ καταιγίδα (= ξεσπά). ~ψε γρίπη/καύσωνας.|| Αναμένεται να ~ψει αναταραχή/κρίση. Πβ. επέρχεται, πέφτει, πλακώνει. [< αρχ. ἐνσκήπτω ‘ρίχνω, πέφτω πάνω’] | |
| 16434 | ενσπείρω | [ἐνσπείρω] εν-σπεί-ρω ρ. (μτβ.) {ενέσπειρα, συνήθ. στο γ' πρόσ., ενσπείρ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μεταδίδω σε ομάδα ανθρώπων κάτι αρνητικό: Κύκλοι που (καλλιεργούν και) ~ουν τη διχόνοια/το μίσος/τη σύγχυση. Φήμες που έχουν ~ει την ανησυχία/τον πανικό/τον τρόμο (στον λαό). Πβ. διασπείρω, σκορπίζω. ● ΦΡ.: βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια βλ. ζιζάνιο [< μτγν. ἐνσπείρω, γαλλ. semer] | |
| 16435 | ενσταλάζω | [ἐνσταλάζω] εν-στα-λά-ζω ρ. (μτβ.) {ενστάλα-ξα, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, -γμένος} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συντελώ ώστε ένα συναίσθημα ή μια αντίληψη να μεταδοθεί σταδιακά σε κάποιον και να επηρεάσει τη νοοτροπία του: ~ξε ηθικές αρχές/την αγάπη στα παιδιά (π.χ. για παιδαγωγό). Επιδιώκουν να ~ξουν το μίσος/τον φανατισμό. Πβ. εμβάλλω, εμπνέω, εμφυσώ. 2. ΙΑΤΡ. ρίχνω φαρμακευτικό υγρό με τη μορφή σταγόνων σε σωλήνα ή φυσική κοιλότητα του σώματος. [< 1: γαλλ. instiller 2: αρχ. ἐνσταλάζω] | |
| 16436 | ενστάλαξη | [ἐνστάλαξη] εν-στά-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ενσταλάζω: (μτφ.) ~ αξιών/ιδανικών (στην ψυχή του νέου). ~ θάρρους/φόβου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ κολλυρίου. ~ τοπικού αναισθητικού (στη φλέβα). [< γαλλ. instillation] | |
| 16437 | ενσταντανέ | [ἐνσταντανέ] εν-στα-ντα-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στιγμιότυπο: τρυφερό ~ (βλ. τετ α τετ).|| (σε κάμερα:) Πλήκτρο για λήψεις ~ (= στιγμιαία φωτογραφία). [< γαλλ. instantané] | |
| 16438 | ένσταση | [ἔνσταση] έν-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. αντίρρηση, αντίθεση σε κάτι που ειπώθηκε ή αποφασίστηκε: γραπτή/διοικητική/προφορική ~. Η ~ή μου είναι ότι ... ~ επί της απόφασης/της διαδικασίας/της εφαρμογής (του κανονισμού). Διατυπώνει/εκφράζει τις ~άσεις του. Εγείρουν/έχουν/προβάλλουν ~άσεις. Υπάρχουν ~άσεις. Το νομοσχέδιο έγινε δεκτό χωρίς ~άσεις. 2. ΝΟΜ. διαδικαστική πράξη κατά την οποία ασκείται το δικαίωμα απόκρουσης της αγωγής του κατήγορου με επίκληση νέων κανόνων ή γεγονότων: αναβλητική/ανατρεπτική ~. ~ εκκρεμοδικίας/παραγραφής. ~ κατά του ... Ασκήθηκε/κατατέθηκε/υποβλήθηκε ~. Απορρίφθηκε/έγινε δεκτή/εκδικάστηκε η ~. Το δικαστήριο εξετάζει την ~. ~άσεις στο εκλογοδικείο. Βλ. αντ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσταση απαρτίας βλ. απαρτία [< 1: αρχ. ἔνστασις] | |
| 16439 | ενστερνίζομαι | [ἐνστερνίζομαι] εν-στερ-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ενστερνί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, ενστερνιζ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εγκρίνω, επικροτώ, αποδέχομαι, υποστηρίζω: Δεν ~ τις απόψεις/τους ισχυρισμούς σου. ~στηκαν τις ιδέες/τη θεωρία του. Αρνούμαι/δεν μπορώ να ~στώ αυτή τη νοοτροπία! Πβ. ασπάζομαι, εγκολπώνομαι, εναγκαλίζομαι, υιοθετώ. ΑΝΤ. απαρνιέμαι & απαρνούμαι (1) [< μτγν. ἐνστερνίζομαι 'αγκαλιάζω', γαλλ. embrasser] | |
| 16440 | ενστερνισμός | [ἐνστερνισμός] εν-στερ-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ενστερνίζομαι: ~ ανθρωπιστικών/ηθικών αξιών. ~ της αυτοδικίας/της βίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. embrassement] | |
| 16441 | ένστικτο | [ἔνστικτο] έν-στι-κτο ουσ. (ουδ.) {ενστίκτ-ου | ων} & (σπάν.-λαϊκό) ένστιχτο 1. έμφυτη και ισχυρή τάση, κοινή σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς ή σε όλα τα μέλη του ίδιου είδους, εντονότερη στα ζώα παρά στους ανθρώπους· ειδικότ. εγγενής ροπή για συγκεκριμένες πράξεις που εκτελούνται χωρίς προηγούμενη εμπειρία και για ανταπόκριση σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα χωρίς παρεμβολή της λογικής: μητρικό/φυσικό ~. Το αρχέγονο ~ της αναπαραγωγής/της διαιώνισης του είδους. (ΨΥΧΑΝ.) Το ~ της ζωής/του θανάτου (πβ. ενόρμηση).|| (συνήθ. στον πληθ., αρνητ. συνυποδ.) Επιθετικά/ζωώδη/πρωτόγονα/σκοτεινά/(δολο)φονικά ~α. Πβ. ορμέμφυτο. 2. (μόνο για τον άνθρωπο) διαίσθηση, αίσθημα, σε αντιδιαστολή με το λογικό: αλάνθαστο/σωστό ~. Ακολούθησε/εμπιστεύεται το ~ό του. Το ~ό μου δεν με έχει προδώσει/λέει ότι θα κερδίσουμε. Λειτούργησε με το ~. Βλ. οξυδέρκεια. 3. φυσικό χάρισμα, ταλέντο· ικανότητα κάποιου να κάνει ή να γνωρίζει κάτι: δημοσιογραφικό/καλλιτεχνικό/μουσικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετήσια ορμή/γενετήσιο ένστικτο βλ. γενετήσιος, ένστικτο (της) αυτοσυντήρησης/επιβίωσης βλ. αυτοσυντήρηση ● ΦΡ.: από ένστικτο & (σπάν.-λόγ.) εξ ενστίκτου: αυθόρμητα, με φυσικό, πηγαίο τρόπο, χωρίς πολλή σκέψη: Αντέδρασα ~ ~ (= ενστικτωδώς). [< γαλλ.-αγγλ. instinct] | |
| 16442 | ενστικτώδης | , ης, ες [ἐνστικτώδης] εν-στι-κτώ-δης επίθ. {ενστικτώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: που γίνεται από ένστικτο, δηλ. αυθόρμητα, φυσικά, χωρίς τη μεσολάβηση σκέψης και προηγούμενης λογικής διεργασίας: ~ης: ανάγκη/αντίδραση. ~εις: επιθυμίες. Πβ. ασυνείδητος, μηχαν-, παρορμητ-ικός, ορμέμφυτος. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: ενστικτωδώς [-ῶς] [< γαλλ. instictif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ