| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16443 | ένστολος | , η, ο [ἔνστολος] έν-στο-λος επίθ. (επίσ.): (συνήθ. για αξιωματικό των Ενόπλων Δυνάμεων ή των Σωμάτων Ασφαλείας) που φορά στολή: ~ος: αστυνομικός. Το ~ο προσωπικό (του Πυροσβεστικού Σώματος).|| (ως ουσ.) Το μισθολόγιο των ~όλων.|| (κατ' επέκτ.) ~η: κινητοποίηση/πορεία. ~ες: διαμαρτυρίες.|| ~α: επαγγέλματα. | |
| 57868 | ενσυναισθηση | , η, ο επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: ψευδόφιλες μονάδες: λέξεις που εμφανίζουν φωνητικές ή/και μορφολογικές ομοιότητες σε δύο ή περισσότερες γλώσσες, διαφέρουν όμως ως προς τη σημασία. Βλ. αγγλ. empathy = ενσυναίσθηση, ελλην. εμπάθεια. [< γαλλ. faux amis, 1928] | |
| 16444 | ενσυναίσθηση | [ἐνσυναίσθηση] εν-συ-ναί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ενσυναίσθημα (το): ΨΥΧΟΛ. ικανότητα επίγνωσης και κατανόησης της ψυχικής κατάστασης, των αναγκών, των ανησυχιών, των σκέψεων ενός προσώπου: γνωστική/συναισθηματική ~. Καλλιέργεια της δεξιότητας της ~ης (= συναισθηματικής ταύτισης) στο σχολείο. [< αγγλ. empathy, 1904, γαλλ. empathie, 1960] | |
| 16445 | ενσυνείδητος | , η, ο [ἐνσυνείδητος] εν-συ-νεί-δη-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (για πρόσ.) που έχει επίγνωση, συναίσθηση των πράξεών του, της αποστολής του, των υποχρεώσεών του: ~ος: πολίτης/χριστιανός. Ο άνθρωπος ως ~ο ον. Πβ. συνειδητοποιημένος. 2. (για κάτι) που υπάρχει ή γίνεται συνειδητά: ~η: αμέλεια/πράξη/προσπάθεια.|| ~η: γνώση/σκέψη (= συνειδητή). ΑΝΤ. ασυνείδητος (2), ασύνειδος ● επίρρ.: ενσυνείδητα & (λόγ.) ενσυνειδήτως [< γαλλ. conscient] | |
| 16446 | ενσύρματος | , η, ο [ἐνσύρματος] εν-σύρ-μα-τος επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που λειτουργεί ή γίνεται με ηλεκτροφόρο σύρμα: ~η: επικοινωνία/σύνδεση (πβ. καλωδιακή)/τηλεγραφία. ~ο: δίκτυο/ραντάρ/τηλέφωνο. ~α: ακουστικά.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: ίντερνετ/πληκτρολόγιο/ποντίκι. ΑΝΤ. ασύρματος [< αγγλ. wired, 1924] | |
| 16447 | ένσφαιρος | , η, ο [ἔνσφαιρος] έν-σφαι-ρος επίθ. (επιστ.) 1. που περιέχει σφαίρα ή σφαίρες: ~ο: πιστόλι. Βλ. -σφαιρος. ΑΝΤ. άσφαιρος (1) 2. που φέρει μπίλια: ~η: βαλβίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσφαιρος τριβέας: ΤΕΧΝΟΛ. ρουλεμάν. [< γαλλ. roulement à billes, 1903] [< γαλλ. à balle(s)] | |
| 16448 | ενσφήνωση | [ἐνσφήνωση] εν-σφή-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σφήνωμα. | |
| 16449 | ενσφράγιστος | , η, ο [ἐνσφράγιστος] εν-σφρά-γι-στος επίθ. (λόγ.) 1. που φέρει σφραγίδα: ~η: επιστολή (= σφραγισμένη).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~οι: κέραμοι. ~ες: λαβές (αμφορέων). 2. που είναι ερμητικά κλειστός, συνήθ. σε φάκελο, κουτί ή δοχείο: ~ες: προσφορές (σε δημοπρασία). Πβ. εσώκλειστος. ΑΝΤ. ασφράγιστος (2) [< γαλλ. cacheté] | |
| 16450 | ενσώματος | , η, ο [ἐνσώματος] εν-σώ-μα-τος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. ασώματος, άυλος 1. ΘΕΟΛ. που έχει σώμα, σωματική και γενικότ. υλική υπόσταση: η ~η ζωή. Πβ. ένσαρκος. 2. ΝΟΜ. (για κινητή ή ακίνητη περιουσία) που έχει υλική, φυσική υπόσταση: ~ες: ακινητοποιήσεις/μετοχές. ~α: αγαθά (βλ. εμπράγματος)/πάγια. [< 1: μτγν. ἐνσώματος 2: γαλλ. corporel] | |
| 16451 | ενσωματώνω | [ἐνσωματώνω] εν-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ενσωμάτω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, ενσωματών-οντας}: τοποθετώ κάτι σε ένα οργανωμένο σύνολο, ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του: ~ εικόνα σε μήνυμα (ενν. ηλεκτρονικό). Ποίηση που ~ει στοιχεία υπερρεαλισμού (: απορροφά, αφομοιώνει). Υπεύθυνη δήλωση που ~εται σε έντυπο αίτησης. Σειρά μαθημάτων που ~θηκε στο πρόγραμμα σπουδών. Πβ. (συμ)περιλαμβάνω.|| Μετανάστες που έχουν ~θεί στη νέα τους πατρίδα. || Συσκευή με ~μένη οθόνη. Επίδομα ~μένο στον βασικό μισθό. Πβ. εντάσσω. [< πβ. μτγν. ἐνσωματῶ ‘ενσαρκώνω’, γαλλ. incorporer] | |
| 16452 | ενσωμάτωση | [ἐνσωμάτωση] εν-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενσωματώνω: ~ του υπολογιστή στην εκπαιδευτική διαδικασία. ~ της μεσογειακής διατροφής στην καθημερινή ζωή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπότιτλων σε αρχείο βίντεο.|| Κοινωνική ~η (= ένταξη. Πολιτική ~ης των μεταναστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. ξενηλασία). Πβ. απορρόφηση, αφομοίωση. Βλ. οστεο~. [< πβ. μτγν. ἐνσωμάτωσις ‘ενσάρκωση’, γαλλ. incorporation] | |
| 16453 | ΕΝΤ | (το): Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. | |
| 16454 | ενταγμένος | , η, ο [ἐνταγμένος] ε-νταγ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) εντεταγμένος: που έχει ενταχθεί (κάπου): ~οι σε συλλόγους. Παραστάσεις ~ες στο πρόγραμμα του φεστιβάλ. Κράτη ~α στον ΟΗΕ (πβ. ενσωματωμένος).|| Κομματικά/πολιτικά ~ (ΑΝΤ. ανένταχτος). ● βλ. εντάσσω [< αρχ. ἐντεταγμένος] | |
| 16455 | εντάθηκε | βλ. εντείνω | |
| 16456 | ένταλμα | [ἔνταλμα] έ-νταλ-μα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. επίσημη έγγραφη εντολή από αρμόδιο δικαστικό λειτουργό ή γενικότ. επίσημη Αρχή για διενέργεια πράξης· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: ~ έρευνας. ~ του ανακριτή/του εισαγγελέα. ~ προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου. Εκδόθηκε ~ βίαιης προσαγωγής.|| Χρηματικό ~. ~ είσπραξης/πληρωμής. ● ΣΥΜΠΛ.: ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: ΝΟΜ. δικαστική απόφαση εκδιδόμενη από κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση από άλλο κράτος-μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. [< αγγλ. European arrest warrant] , ένταλμα σύλληψης βλ. σύλληψη [< μτγν. ἔνταλμα 'διαταγή'] | |
| 16457 | ένταμ | [ἔνταμ] έ-νταμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ολλανδικό κίτρινο ημίσκληρο τυρί από αγελαδινό γάλα, το οποίο λιώνει εύκολα στο ψήσιμο και πωλείται συνήθ. σε συσκευασίες σφαιρικού σχήματος με περίβλημα κόκκινου χρώματος. Βλ. γκούντα, ρεγκάτο. [< ολλανδικό Edam, όνομα πόλης, γαλλ. édam, 1862] | |
| 16458 | εντάξει | [ἐντάξει] ε-ντά-ξει επίρρ. 1. για δήλωση ή επιβεβαίωση συμφωνίας ή συμβιβασμού, για διακοπή, τερματισμό ή αλλαγή θέματος συζήτησης: ~ σύμφωνοι. ~ για σήμερα; ~, δεν θα αργήσω. Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσεις, ~;|| (προφ.) ~ μωρέ, μη σκας. ~, είπαμε/με έπεισες/σε άκουσα/το κατάλαβα (πβ. τέλος, φτάνει). Πβ. έχει καλώς. 2. {ως επίθ.} (προφ.) ως χαρακτηρισμός που δηλώνει έγκριση, αποδοχή· τίμιος, ειλικρινής, ξεκάθαρος: ~ δουλειά (πβ. καθαρή). ~ παιδί. Φροντίζει να είναι πάντα ~ απέναντι στους συνεργάτες του. Φάνηκε πολύ ~ άτομο (πβ. άψογος). Είσαι/νιώθεις ~ (: τα 'χεις καλά) με τον εαυτό σου; Τα έγγραφα/στοιχεία/χαρτιά σας είναι ~ (= νόμιμα, νομότυπα). 3. (προφ.) καλά, ικανοποιητικά: οικονομικά/ψυχολογικά ~. Λειτουργεί ~. Είμαι ~ στην υγεία μου.|| (κυρ. για ζευγάρι) Είμαστε ~ μεταξύ μας (: τα πάμε καλά, τα βρίσκουμε). Πβ. οκέι. ● ΦΡ.: όλα (είναι) εντάξει: όλα είναι τακτοποιημένα, υπό έλεγχο: ~ ~ με το αυτοκίνητο., ταμειακώς/ταμειακά εντάξει: (για πρόσ.) που έχει καταβάλει εισφορές, συνδρομές: Τα ~ ~ μέλη του συλλόγου/σωματείου. [< αρχ. φρ. ἐν τάξει ‘με τρόπο τακτοποιημένο’, γερμ. in Ordnung] | |
| 16459 | ένταξη | [ἔνταξη] έ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντάσσω: αρμονική/ισότιμη/ομαλή ~. Διοικητική/οικονομική/πολιτική ~. ~ έργων σε χρηματοδοτικά προγράμματα/χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κριτήρια ~ης στην ευρωζώνη. Για/προς/υπό ~. Πολιτικοποιημένος, αλλά χωρίς κομματική ~ (: δεν είναι μέλος ή οπαδός κόμματος).|| ~άξεις αυθαιρέτων στο σχέδιο πόλης. Πβ. εισδοχή, είσοδος, ενσωμάτωση, προσχώρηση. Βλ. επαν~, προ~. ΑΝΤ. απένταξη ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ένταξη: ενσωμάτωση στο κοινωνικό σύνολο ομάδων που απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό: ~ ~ των ανέργων/ατόμων με ειδικές ανάγκες/μεταναστών/παλιννοστούντων. Επαγγελματική απασχόληση και ~ ~., σχολική ένταξη: το κατά πόσο ένα παιδί είναι ή δεν είναι ώριμο να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις της οργανωμένης μάθησης στο σχολείο: ~ ~ των αλλόγλωσσων μαθητών/των τσιγγανοπαίδων. ~ ~ παιδιών με βαριά αναπηρία. [< γαλλ. intégration scolaire] [< μτγν. ἔνταξις ‘ενθεση, παρεμβολή’, γαλλ. incorporation, insertion, intégration] | |
| 16460 | ενταξιακός | , ή, ό [ἐνταξιακός] ε-ντα-ξι-α-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την ένταξη: ~ή: διαδικασία/προοπτική. ~ές: διαπραγματεύσεις. Η ~ή πορεία μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. προ~. | |
| 16461 | ένταση | [ἔνταση] έ-ντα-ση ουσ. (θηλ.) 1. το επίπεδο δύναμης, ενέργειας ή ισχύος με την οποία εμφανίζεται κάτι και κατ' επέκτ. η αύξησή της: δυνατή/ήπια/ισχυρή/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ της αγάπης/του ανέμου/της φωνής/της φωτιάς. Προπόνηση μέτριας ~ης. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις συνεχίζονται με αμείωτη ~. Χαμηλώστε την ~ του κινητού. Βλ. προ~.|| (ΦΥΣ., ως μέγεθος μέτρησης:) Μαγνητική ~. ~ ακτινοβολίας/ηλεκτρικού πεδίου/του ήχου/φωτισμού/του φωτός. Σεισμική δόνηση ~άσεως πέντε βαθμών της κλίμακας Μερκάλι.|| Απαιτείται ~ της προσπάθειας (πβ. δυνάμωμα, ενίσχυση, έξαρση, επίταση). ~ των αντιδράσεων ενόψει ...|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ γνώσης/εργασίας/κεφαλαίου. 2. (μτφ.) αναστάτωση, ανησυχία, εκνευρισμός, συγκίνηση· γενικότ. έντονη συναισθηματική κατάσταση: νευρική/ψυχολογική ~. Η ~ της αναμονής/της δουλειάς. Έκλαιγε/έτρεμε από την ~ (πβ. ταραχή). Δημιουργήθηκε (μικρή) ~ . Βρίσκομαι/είμαι σε ~. Ζει με ~ τη ζωή της. Μετά από μια μέρα γεμάτη ~, θα χαλαρώσω ακούγοντας μουσική (πβ. άγχος, στρες). Ο τελικός είχε μεγάλη ~ (πβ. αγωνία). Ο γιατρός του συνέστησε να αποφεύγει τις ~άσεις. Πβ. νευρικότητα. Βλ. υπερ~. 3. (μτφ.) κατάσταση τεταμένων σχέσεων που μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη ή σύγκρουση: αναζωπύρωση/εκτόνωση/κλιμάκωση της ~ης. Εστίες ~ης. Γεωπολιτικές/διεθνείς/κοινωνικές/πολιτικές/φυλετικές ~άσεις. Περίοδος/πηγή ~άσεων. Η ~ εκτονώθηκε/επιδεινώθηκε/κλιμακώθηκε/κορυφώνεται. Προκλήθηκε ~ μεταξύ των/στις (διπλωματικές) σχέσεις των δύο κρατών (πβ. όξυνση, ΑΝΤ. ύφεση). Καλλιεργούν ελεγχόμενη ~. Η υπόθεση δημιούργησε/πυροδότησε ~ στους κόλπους της κυβέρνησης. Οι συνομιλίες έγιναν σε κλίμα ~ης. Επικράτησε ~ (πβ. αναβρασμός, αναταραχή). 4. ΜΟΥΣ. ο βαθμός της δύναμης με την οποία εκτελούνται μουσικοί φθόγγοι, φράσεις ή ολόκληρα κομμάτια. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ελαφρά καμπυλότητα που χαρακτηρίζει τις πλευρές των ελληνικών κιόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείρηση έντασης γνώσης βλ. επιχείρηση [< αρχ. ἔντασις ‘τέντωμα’, γαλλ. tension, intensité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ