| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16438 | ένσταση | [ἔνσταση] έν-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. αντίρρηση, αντίθεση σε κάτι που ειπώθηκε ή αποφασίστηκε: γραπτή/διοικητική/προφορική ~. Η ~ή μου είναι ότι ... ~ επί της απόφασης/της διαδικασίας/της εφαρμογής (του κανονισμού). Διατυπώνει/εκφράζει τις ~άσεις του. Εγείρουν/έχουν/προβάλλουν ~άσεις. Υπάρχουν ~άσεις. Το νομοσχέδιο έγινε δεκτό χωρίς ~άσεις. 2. ΝΟΜ. διαδικαστική πράξη κατά την οποία ασκείται το δικαίωμα απόκρουσης της αγωγής του κατήγορου με επίκληση νέων κανόνων ή γεγονότων: αναβλητική/ανατρεπτική ~. ~ εκκρεμοδικίας/παραγραφής. ~ κατά του ... Ασκήθηκε/κατατέθηκε/υποβλήθηκε ~. Απορρίφθηκε/έγινε δεκτή/εκδικάστηκε η ~. Το δικαστήριο εξετάζει την ~. ~άσεις στο εκλογοδικείο. Βλ. αντ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσταση απαρτίας βλ. απαρτία [< 1: αρχ. ἔνστασις] | |
| 16439 | ενστερνίζομαι | [ἐνστερνίζομαι] εν-στερ-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ενστερνί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, ενστερνιζ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εγκρίνω, επικροτώ, αποδέχομαι, υποστηρίζω: Δεν ~ τις απόψεις/τους ισχυρισμούς σου. ~στηκαν τις ιδέες/τη θεωρία του. Αρνούμαι/δεν μπορώ να ~στώ αυτή τη νοοτροπία! Πβ. ασπάζομαι, εγκολπώνομαι, εναγκαλίζομαι, υιοθετώ. ΑΝΤ. απαρνιέμαι & απαρνούμαι (1) [< μτγν. ἐνστερνίζομαι 'αγκαλιάζω', γαλλ. embrasser] | |
| 16440 | ενστερνισμός | [ἐνστερνισμός] εν-στερ-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ενστερνίζομαι: ~ ανθρωπιστικών/ηθικών αξιών. ~ της αυτοδικίας/της βίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. embrassement] | |
| 16441 | ένστικτο | [ἔνστικτο] έν-στι-κτο ουσ. (ουδ.) {ενστίκτ-ου | ων} & (σπάν.-λαϊκό) ένστιχτο 1. έμφυτη και ισχυρή τάση, κοινή σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς ή σε όλα τα μέλη του ίδιου είδους, εντονότερη στα ζώα παρά στους ανθρώπους· ειδικότ. εγγενής ροπή για συγκεκριμένες πράξεις που εκτελούνται χωρίς προηγούμενη εμπειρία και για ανταπόκριση σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα χωρίς παρεμβολή της λογικής: μητρικό/φυσικό ~. Το αρχέγονο ~ της αναπαραγωγής/της διαιώνισης του είδους. (ΨΥΧΑΝ.) Το ~ της ζωής/του θανάτου (πβ. ενόρμηση).|| (συνήθ. στον πληθ., αρνητ. συνυποδ.) Επιθετικά/ζωώδη/πρωτόγονα/σκοτεινά/(δολο)φονικά ~α. Πβ. ορμέμφυτο. 2. (μόνο για τον άνθρωπο) διαίσθηση, αίσθημα, σε αντιδιαστολή με το λογικό: αλάνθαστο/σωστό ~. Ακολούθησε/εμπιστεύεται το ~ό του. Το ~ό μου δεν με έχει προδώσει/λέει ότι θα κερδίσουμε. Λειτούργησε με το ~. Βλ. οξυδέρκεια. 3. φυσικό χάρισμα, ταλέντο· ικανότητα κάποιου να κάνει ή να γνωρίζει κάτι: δημοσιογραφικό/καλλιτεχνικό/μουσικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετήσια ορμή/γενετήσιο ένστικτο βλ. γενετήσιος, ένστικτο (της) αυτοσυντήρησης/επιβίωσης βλ. αυτοσυντήρηση ● ΦΡ.: από ένστικτο & (σπάν.-λόγ.) εξ ενστίκτου: αυθόρμητα, με φυσικό, πηγαίο τρόπο, χωρίς πολλή σκέψη: Αντέδρασα ~ ~ (= ενστικτωδώς). [< γαλλ.-αγγλ. instinct] | |
| 16442 | ενστικτώδης | , ης, ες [ἐνστικτώδης] εν-στι-κτώ-δης επίθ. {ενστικτώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: που γίνεται από ένστικτο, δηλ. αυθόρμητα, φυσικά, χωρίς τη μεσολάβηση σκέψης και προηγούμενης λογικής διεργασίας: ~ης: ανάγκη/αντίδραση. ~εις: επιθυμίες. Πβ. ασυνείδητος, μηχαν-, παρορμητ-ικός, ορμέμφυτος. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: ενστικτωδώς [-ῶς] [< γαλλ. instictif] | |
| 16443 | ένστολος | , η, ο [ἔνστολος] έν-στο-λος επίθ. (επίσ.): (συνήθ. για αξιωματικό των Ενόπλων Δυνάμεων ή των Σωμάτων Ασφαλείας) που φορά στολή: ~ος: αστυνομικός. Το ~ο προσωπικό (του Πυροσβεστικού Σώματος).|| (ως ουσ.) Το μισθολόγιο των ~όλων.|| (κατ' επέκτ.) ~η: κινητοποίηση/πορεία. ~ες: διαμαρτυρίες.|| ~α: επαγγέλματα. | |
| 57868 | ενσυναισθηση | , η, ο επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: ψευδόφιλες μονάδες: λέξεις που εμφανίζουν φωνητικές ή/και μορφολογικές ομοιότητες σε δύο ή περισσότερες γλώσσες, διαφέρουν όμως ως προς τη σημασία. Βλ. αγγλ. empathy = ενσυναίσθηση, ελλην. εμπάθεια. [< γαλλ. faux amis, 1928] | |
| 16444 | ενσυναίσθηση | [ἐνσυναίσθηση] εν-συ-ναί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ενσυναίσθημα (το): ΨΥΧΟΛ. ικανότητα επίγνωσης και κατανόησης της ψυχικής κατάστασης, των αναγκών, των ανησυχιών, των σκέψεων ενός προσώπου: γνωστική/συναισθηματική ~. Καλλιέργεια της δεξιότητας της ~ης (= συναισθηματικής ταύτισης) στο σχολείο. [< αγγλ. empathy, 1904, γαλλ. empathie, 1960] | |
| 16445 | ενσυνείδητος | , η, ο [ἐνσυνείδητος] εν-συ-νεί-δη-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (για πρόσ.) που έχει επίγνωση, συναίσθηση των πράξεών του, της αποστολής του, των υποχρεώσεών του: ~ος: πολίτης/χριστιανός. Ο άνθρωπος ως ~ο ον. Πβ. συνειδητοποιημένος. 2. (για κάτι) που υπάρχει ή γίνεται συνειδητά: ~η: αμέλεια/πράξη/προσπάθεια.|| ~η: γνώση/σκέψη (= συνειδητή). ΑΝΤ. ασυνείδητος (2), ασύνειδος ● επίρρ.: ενσυνείδητα & (λόγ.) ενσυνειδήτως [< γαλλ. conscient] | |
| 16446 | ενσύρματος | , η, ο [ἐνσύρματος] εν-σύρ-μα-τος επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που λειτουργεί ή γίνεται με ηλεκτροφόρο σύρμα: ~η: επικοινωνία/σύνδεση (πβ. καλωδιακή)/τηλεγραφία. ~ο: δίκτυο/ραντάρ/τηλέφωνο. ~α: ακουστικά.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: ίντερνετ/πληκτρολόγιο/ποντίκι. ΑΝΤ. ασύρματος [< αγγλ. wired, 1924] | |
| 16447 | ένσφαιρος | , η, ο [ἔνσφαιρος] έν-σφαι-ρος επίθ. (επιστ.) 1. που περιέχει σφαίρα ή σφαίρες: ~ο: πιστόλι. Βλ. -σφαιρος. ΑΝΤ. άσφαιρος (1) 2. που φέρει μπίλια: ~η: βαλβίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσφαιρος τριβέας: ΤΕΧΝΟΛ. ρουλεμάν. [< γαλλ. roulement à billes, 1903] [< γαλλ. à balle(s)] | |
| 16448 | ενσφήνωση | [ἐνσφήνωση] εν-σφή-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σφήνωμα. | |
| 16449 | ενσφράγιστος | , η, ο [ἐνσφράγιστος] εν-σφρά-γι-στος επίθ. (λόγ.) 1. που φέρει σφραγίδα: ~η: επιστολή (= σφραγισμένη).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~οι: κέραμοι. ~ες: λαβές (αμφορέων). 2. που είναι ερμητικά κλειστός, συνήθ. σε φάκελο, κουτί ή δοχείο: ~ες: προσφορές (σε δημοπρασία). Πβ. εσώκλειστος. ΑΝΤ. ασφράγιστος (2) [< γαλλ. cacheté] | |
| 16450 | ενσώματος | , η, ο [ἐνσώματος] εν-σώ-μα-τος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. ασώματος, άυλος 1. ΘΕΟΛ. που έχει σώμα, σωματική και γενικότ. υλική υπόσταση: η ~η ζωή. Πβ. ένσαρκος. 2. ΝΟΜ. (για κινητή ή ακίνητη περιουσία) που έχει υλική, φυσική υπόσταση: ~ες: ακινητοποιήσεις/μετοχές. ~α: αγαθά (βλ. εμπράγματος)/πάγια. [< 1: μτγν. ἐνσώματος 2: γαλλ. corporel] | |
| 16451 | ενσωματώνω | [ἐνσωματώνω] εν-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ενσωμάτω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, ενσωματών-οντας}: τοποθετώ κάτι σε ένα οργανωμένο σύνολο, ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του: ~ εικόνα σε μήνυμα (ενν. ηλεκτρονικό). Ποίηση που ~ει στοιχεία υπερρεαλισμού (: απορροφά, αφομοιώνει). Υπεύθυνη δήλωση που ~εται σε έντυπο αίτησης. Σειρά μαθημάτων που ~θηκε στο πρόγραμμα σπουδών. Πβ. (συμ)περιλαμβάνω.|| Μετανάστες που έχουν ~θεί στη νέα τους πατρίδα. || Συσκευή με ~μένη οθόνη. Επίδομα ~μένο στον βασικό μισθό. Πβ. εντάσσω. [< πβ. μτγν. ἐνσωματῶ ‘ενσαρκώνω’, γαλλ. incorporer] | |
| 16452 | ενσωμάτωση | [ἐνσωμάτωση] εν-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενσωματώνω: ~ του υπολογιστή στην εκπαιδευτική διαδικασία. ~ της μεσογειακής διατροφής στην καθημερινή ζωή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπότιτλων σε αρχείο βίντεο.|| Κοινωνική ~η (= ένταξη. Πολιτική ~ης των μεταναστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. ξενηλασία). Πβ. απορρόφηση, αφομοίωση. Βλ. οστεο~. [< πβ. μτγν. ἐνσωμάτωσις ‘ενσάρκωση’, γαλλ. incorporation] | |
| 16453 | ΕΝΤ | (το): Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. | |
| 16454 | ενταγμένος | , η, ο [ἐνταγμένος] ε-νταγ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) εντεταγμένος: που έχει ενταχθεί (κάπου): ~οι σε συλλόγους. Παραστάσεις ~ες στο πρόγραμμα του φεστιβάλ. Κράτη ~α στον ΟΗΕ (πβ. ενσωματωμένος).|| Κομματικά/πολιτικά ~ (ΑΝΤ. ανένταχτος). ● βλ. εντάσσω [< αρχ. ἐντεταγμένος] | |
| 16455 | εντάθηκε | βλ. εντείνω | |
| 16456 | ένταλμα | [ἔνταλμα] έ-νταλ-μα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. επίσημη έγγραφη εντολή από αρμόδιο δικαστικό λειτουργό ή γενικότ. επίσημη Αρχή για διενέργεια πράξης· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: ~ έρευνας. ~ του ανακριτή/του εισαγγελέα. ~ προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου. Εκδόθηκε ~ βίαιης προσαγωγής.|| Χρηματικό ~. ~ είσπραξης/πληρωμής. ● ΣΥΜΠΛ.: ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: ΝΟΜ. δικαστική απόφαση εκδιδόμενη από κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση από άλλο κράτος-μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. [< αγγλ. European arrest warrant] , ένταλμα σύλληψης βλ. σύλληψη [< μτγν. ἔνταλμα 'διαταγή'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ