| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16462 | εντάσσω | [ἐντάσσω] ε-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {ενέτα-ξα, εντά-ξω, -χθηκα (προφ.) -χτηκα, -χθεί (προφ.) -χτεί, -γμένος (λόγ. εντεταγμένος), εντάσσ-οντας, -όμενος}: βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα οργανωμένο σύνολο, ενσωματώνω: Τον ~ξαν στο δυναμικό της εταιρείας/της ομάδας. Πβ. συμπεριλαμβάνω. ● Παθ.: εντάσσομαι: αποτελώ μέλος ευρύτερης ομάδας ή μέρος συστήματος, ανήκω σε αυτά: ~χθηκε στις τάξεις του στρατού. Δεν επιθυμώ να ~χθώ (: οργανωθώ, προσχωρήσω) σε κανένα πολιτικό κόμμα. Δυσκολεύεται να ~χθεί στην κοινωνία. Σε ποιο μισθολογικό κλιμάκιο ~εται (: κατατάσσεται); Δράσεις που ~ονται (= εμπίπτουν) στο πλαίσιο ... Η περιοχή ~χθηκε στο σχέδιο πόλεως. Η χώρα έχει ~χθεί στη ζώνη του ευρώ. ● βλ. ενταγμένος [< μτγν. ἐντάσσω ‘διευθετώ’] | |
| 16463 | εντατήρας | [ἐντατήρας] ε-ντα-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε εργαλείο, όργανο με το οποίο τεντώνεται κάτι: ~ αλυσίδας/ιμάντα. Βλ. προ~, σφιγκτήρας, -τήρας. | |
| 16464 | εντατική | [ἐντατική] ε-ντα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε, προφ.): ΙΑΤΡ. Μονάδα Εντατικής Θεραπείας: Μπήκε/νοσηλεύεται/παραμένει/τον έχουν στην ~. | |
| 16465 | εντατικολογία | [ἐντατικολογία] ε-ντα-τι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα της ιατρικής που ασχολείται με την παροχή φροντίδας σε άτομα που νοσηλεύονται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας: χειρουργική ~. ~ ενηλίκων/νεογνών/παίδων. Βλ. -λογία. [< αγγλ. critical care medicine] | |
| 16466 | εντατικολόγος | [ἐντατικολόγος] ε-ντα-τι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην εντατικολογία: καρδιολόγος/παθολόγος/παιδίατρος/χειρουργός-~. Βλ. -λόγος.[< αγγλ. intensivist] | |
| 16467 | εντατικοποίηση | [ἐντατικοποίηση] ε-ντα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εντατικοποιώ: ~ της αστυνόμευσης/των διαδικασιών/των διαπραγματεύσεων/των ενεργειών/της εργασίας/των ερευνών/των ρυθμών (ανάπτυξης)/των σπουδών. Πβ. εντατικότητα. Βλ. υπερ~, -ποίηση. [< γαλλ. intensification] | |
| 16468 | εντατικοποιώ | [ἐντατικοποιῶ] ε-ντα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {εντατικοποι-είς ..., -ώντας | εντατικοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω κάτι πιο εντατικό: ~ούνται τα μέτρα/οι προετοιμασίες/οι προσπάθειες. Το υπουργείο ~ησε τους ελέγχους. ~ήθηκε η θεραπεία. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. intensifier] | |
| 16469 | εντατικός | , ή, ό [ἐντατικός] ε-ντα-τι-κός επίθ. 1. που γίνεται με έντονο ρυθμό και αυξημένη προσπάθεια, ώστε να μεγιστοποιηθεί το όφελος το συντομότερο δυνατό: ~ός: διάλογος/κύκλος (σπουδών). ~ή: δραστηριότητα/χρήση (των κινητών). ~ό: πρόγραμμα/σεμινάριο/τμήμα (εκμάθησης ξένης γλώσσας). ~ά: μαθήματα. Με ~ούς ρυθμούς συνεχίζεται η ανάπτυξη της εταιρείας.|| ~ή: αλιεία (βλ. υπεραλίευση)/γεωργία/(υδατο)καλλιέργεια. ΑΝΤ. εκτατικός. Βλ. υπερ~. 2. ΦΥΣ. που αναφέρεται στην ένταση ως μέγεθος: ~ή: μεταβλητή. ΑΝΤ. εκτατικός (3) ● επίρρ.: εντατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Μονάδα Εντατικής Θεραπείας βλ. μονάδα [< μτγν. ἐντατικός ‘διεγερτικός’, γαλλ. intense, intensif] | |
| 16470 | εντατικότητα | [ἐντατικότητα] ε-ντα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εντατικού: η ~ των ελέγχων/της εργασίας. Πβ. εντατικοποίηση. Βλ. -ότητα. | |
| 16471 | ενταύθα | [ἐνταῦθα] ε-νταύ-θα επίρρ. (λόγ.): εδώ: (ως ένδειξη, συνήθ. μετά την αναγραφή της διεύθυνσης, ότι ο αποστολέας βρίσκεται στην ίδια πόλη με τον παραλήπτη:) Υπ' όψιν κυρίου ..., ~.|| Υπογραμμίζω ~ ότι ... [< αρχ. ἐνταῦθα] | |
| 16472 | ενταφιάζω | [ἐνταφιάζω] ε-ντα-φι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ενταφία-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ενταφιάζ-οντας} (επίσ.) 1. τοποθετώ πεθαμένο μέσα σε τάφο· θάβω: Τον ~σαν με όλες τις πρέπουσες τιμές. Η σορός του μεταφέρθηκε και ~στηκε στη γενέτειρά του.|| Τα οστά του ~στηκαν στο στρατιωτικό κοιμητήριο.|| (κατ' επέκτ.) Δεκάδες άμαχοι ~στηκαν κάτω από τα ερείπια. ΑΝΤ. ξεθάβω (1) 2. καλύπτω, σκεπάζω με χώμα κάτι, συνήθ. λύματα ή απόβλητα. 3. (μτφ.) βάζω, θέτω οριστικό τέλος σε κάτι: ~ονται τα πάθη του παρελθόντος. Το θέμα μας όχι μόνο δεν προχώρησε, αλλά ~στηκε. [< 1: μτγν. ἐνταφιάζω 2,3: γαλλ. enterrer] | |
| 16473 | ενταφιασμός | [ἐνταφιασμός] ε-ντα-φι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ταφή: ~ των θυμάτων/πεσόντων. Τελετή ~ού. Βλ. αποτέφρωση, καύση.|| (κατ' επέκτ.) ~ των σωληνώσεων.|| (για ζώα) ~ των σφαγίων.|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/υπόθεσης (= αποσιώπηση, κουκούλωμα, συγκάλυψη). ~ των ελπίδων/προσδοκιών (= ακύρωση, διάψευση, ματαίωση). ΣΥΝ. θάψιμο (1) [< μτγν. ἐνταφιασμός ‘ετοιμασία για την ταφή’, γαλλ. enterrement] | |
| 16474 | ενταφιαστής | [ἐνταφιαστής] ε-ντα-φι-α-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που ενταφιάζει κάποιον ή κάτι. Πβ. νεκροθάφτης.|| (μτφ.) ~ές των μεταρρυθμίσεων. [< μτγν. ἐνταφιαστής] | |
| 16475 | εντάφιος | , α, ο [ἐντάφιος] ε-ντά-φι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον ενταφιασμό: ~α: σάβανα. Πβ. επικήδειος, νεκρικός, νεκρώσιμος. [< αρχ. ἐντάφιος] | |
| 16476 | εντείνω | [ἐντείνω] ε-ντεί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ενέτεινε, εντά-θηκε, -θεί, (λόγ.) μτχ. εντεταμένος, εντείν-οντας}: κάνω κάτι πιο έντονο, αυξάνω την ένταση: ~ την προσοχή μου. Ολοένα και ~εται ο μεταξύ τους ανταγωνισμός. ~ονται οι έλεγχοι/οι πιέσεις/οι προσπάθειες. ~θηκε η διαμάχη/κρίση. ~θηκαν τα μέτρα/οι προετοιμασίες. Πβ. ενισχύω, επιτείνω, οξύνω. Βλ. προ~. ΑΝΤ. μετριάζω [< αρχ. ἐντείνω ‘τεντώνω’] | |
| 16477 | έντεκα | [ἕντεκα] έ-ντε-κα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (προφ.) & (λόγ.) ένδεκα 1. ο αριθμός 11, σύνολο 11 μονάδων: διά/επί/πλην/συν ~. ~ ετών. ~ τοις εκατό (11%). ~ προς ένα (11:1).|| (ως επίθ.) ~ ευρώ/κιλά/λεπτά/μήνες/ώρες. 2. (προφ.) ενδέκατος: κεφάλαιο ~. Στη σελίδα ~. Η ομάδα προηγήθηκε στο ~ (= ενδέκατο λεπτό). ● Ουσ.: έντεκα 1. ο ακέραιος αριθμός 11, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: (ως βαθμός:) Μου έβαλε/πήρα ~.|| Ο παίκτης με το ~ στην πλάτη. Μένει/νοσηλεύεται στο ~. Πού κάνει στάση το ~ (: τρόλεϊ); 2. (+ στα/τα) η ηλικία των έντεκα ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. Μπήκε στα ~. 3. το έτος 1911 ή το 2011: Γεννήθηκε το ~. ● ΦΡ.: βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας [< αρχ. ἕνδεκα] | |
| 16478 | εντεκα- & εντεκά- | βλ. ενδεκα- | |
| 16479 | εντεκάδα | βλ. ενδεκάδα | |
| 16480 | εντέκατος | , η, ο βλ. ενδέκατος | |
| 16481 | εντεκάχρονος | , η, ο & ενδεκάχρονος βλ. εντεκα-, -χρονος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ