Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17320-17340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16457ένταμ[ἔνταμ] έ-νταμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ολλανδικό κίτρινο ημίσκληρο τυρί από αγελαδινό γάλα, το οποίο λιώνει εύκολα στο ψήσιμο και πωλείται συνήθ. σε συσκευασίες σφαιρικού σχήματος με περίβλημα κόκκινου χρώματος. Βλ. γκούντα, ρεγκάτο. [< ολλανδικό Edam, όνομα πόλης, γαλλ. édam, 1862]
16458εντάξει[ἐντάξει] ε-ντά-ξει επίρρ. 1. για δήλωση ή επιβεβαίωση συμφωνίας ή συμβιβασμού, για διακοπή, τερματισμό ή αλλαγή θέματος συζήτησης: ~ σύμφωνοι. ~ για σήμερα; ~, δεν θα αργήσω. Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσεις, ~;|| (προφ.) ~ μωρέ, μη σκας. ~, είπαμε/με έπεισες/σε άκουσα/το κατάλαβα (πβ. τέλος, φτάνει). Πβ. έχει καλώς. 2. {ως επίθ.} (προφ.) ως χαρακτηρισμός που δηλώνει έγκριση, αποδοχή· τίμιος, ειλικρινής, ξεκάθαρος: ~ δουλειά (πβ. καθαρή). ~ παιδί. Φροντίζει να είναι πάντα ~ απέναντι στους συνεργάτες του. Φάνηκε πολύ ~ άτομο (πβ. άψογος). Είσαι/νιώθεις ~ (: τα 'χεις καλά) με τον εαυτό σου; Τα έγγραφα/στοιχεία/χαρτιά σας είναι ~ (= νόμιμα, νομότυπα). 3. (προφ.) καλά, ικανοποιητικά: οικονομικά/ψυχολογικά ~. Λειτουργεί ~. Είμαι ~ στην υγεία μου.|| (κυρ. για ζευγάρι) Είμαστε ~ μεταξύ μας (: τα πάμε καλά, τα βρίσκουμε). Πβ. οκέι. ● ΦΡ.: όλα (είναι) εντάξει: όλα είναι τακτοποιημένα, υπό έλεγχο: ~ ~ με το αυτοκίνητο., ταμειακώς/ταμειακά εντάξει: (για πρόσ.) που έχει καταβάλει εισφορές, συνδρομές: Τα ~ ~ μέλη του συλλόγου/σωματείου. [< αρχ. φρ. ἐν τάξει ‘με τρόπο τακτοποιημένο’, γερμ. in Ordnung]
16459ένταξη[ἔνταξη] έ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντάσσω: αρμονική/ισότιμη/ομαλή ~. Διοικητική/οικονομική/πολιτική ~. ~ έργων σε χρηματοδοτικά προγράμματα/χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κριτήρια ~ης στην ευρωζώνη. Για/προς/υπό ~. Πολιτικοποιημένος, αλλά χωρίς κομματική ~ (: δεν είναι μέλος ή οπαδός κόμματος).|| ~άξεις αυθαιρέτων στο σχέδιο πόλης. Πβ. εισδοχή, είσοδος, ενσωμάτωση, προσχώρηση. Βλ. επαν~, προ~. ΑΝΤ. απένταξη ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ένταξη: ενσωμάτωση στο κοινωνικό σύνολο ομάδων που απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό: ~ ~ των ανέργων/ατόμων με ειδικές ανάγκες/μεταναστών/παλιννοστούντων. Επαγγελματική απασχόληση και ~ ~., σχολική ένταξη: το κατά πόσο ένα παιδί είναι ή δεν είναι ώριμο να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις της οργανωμένης μάθησης στο σχολείο: ~ ~ των αλλόγλωσσων μαθητών/των τσιγγανοπαίδων. ~ ~ παιδιών με βαριά αναπηρία. [< γαλλ. intégration scolaire] [< μτγν. ἔνταξις ‘ενθεση, παρεμβολή’, γαλλ. incorporation, insertion, intégration]
16460ενταξιακός, ή, ό [ἐνταξιακός] ε-ντα-ξι-α-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την ένταξη: ~ή: διαδικασία/προοπτική. ~ές: διαπραγματεύσεις. Η ~ή πορεία μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. προ~.
16461ένταση[ἔνταση] έ-ντα-ση ουσ. (θηλ.) 1. το επίπεδο δύναμης, ενέργειας ή ισχύος με την οποία εμφανίζεται κάτι και κατ' επέκτ. η αύξησή της: δυνατή/ήπια/ισχυρή/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ της αγάπης/του ανέμου/της φωνής/της φωτιάς. Προπόνηση μέτριας ~ης. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις συνεχίζονται με αμείωτη ~. Χαμηλώστε την ~ του κινητού. Βλ. προ~.|| (ΦΥΣ., ως μέγεθος μέτρησης:) Μαγνητική ~. ~ ακτινοβολίας/ηλεκτρικού πεδίου/του ήχου/φωτισμού/του φωτός. Σεισμική δόνηση ~άσεως πέντε βαθμών της κλίμακας Μερκάλι.|| Απαιτείται ~ της προσπάθειας (πβ. δυνάμωμα, ενίσχυση, έξαρση, επίταση). ~ των αντιδράσεων ενόψει ...|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ γνώσης/εργασίας/κεφαλαίου. 2. (μτφ.) αναστάτωση, ανησυχία, εκνευρισμός, συγκίνηση· γενικότ. έντονη συναισθηματική κατάσταση: νευρική/ψυχολογική ~. Η ~ της αναμονής/της δουλειάς. Έκλαιγε/έτρεμε από την ~ (πβ. ταραχή). Δημιουργήθηκε (μικρή) ~ . Βρίσκομαι/είμαι σε ~. Ζει με ~ τη ζωή της. Μετά από μια μέρα γεμάτη ~, θα χαλαρώσω ακούγοντας μουσική (πβ. άγχος, στρες). Ο τελικός είχε μεγάλη ~ (πβ. αγωνία). Ο γιατρός του συνέστησε να αποφεύγει τις ~άσεις. Πβ. νευρικότητα. Βλ. υπερ~. 3. (μτφ.) κατάσταση τεταμένων σχέσεων που μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη ή σύγκρουση: αναζωπύρωση/εκτόνωση/κλιμάκωση της ~ης. Εστίες ~ης. Γεωπολιτικές/διεθνείς/κοινωνικές/πολιτικές/φυλετικές ~άσεις. Περίοδος/πηγή ~άσεων. Η ~ εκτονώθηκε/επιδεινώθηκε/κλιμακώθηκε/κορυφώνεται. Προκλήθηκε ~ μεταξύ των/στις (διπλωματικές) σχέσεις των δύο κρατών (πβ. όξυνση, ΑΝΤ. ύφεση). Καλλιεργούν ελεγχόμενη ~. Η υπόθεση δημιούργησε/πυροδότησε ~ στους κόλπους της κυβέρνησης. Οι συνομιλίες έγιναν σε κλίμα ~ης. Επικράτησε ~ (πβ. αναβρασμός, αναταραχή). 4. ΜΟΥΣ. ο βαθμός της δύναμης με την οποία εκτελούνται μουσικοί φθόγγοι, φράσεις ή ολόκληρα κομμάτια. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ελαφρά καμπυλότητα που χαρακτηρίζει τις πλευρές των ελληνικών κιόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείρηση έντασης γνώσης βλ. επιχείρηση [< αρχ. ἔντασις ‘τέντωμα’, γαλλ. tension, intensité]
16462εντάσσω[ἐντάσσω] ε-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {ενέτα-ξα, εντά-ξω, -χθηκα (προφ.) -χτηκα, -χθεί (προφ.) -χτεί, -γμένος (λόγ. εντεταγμένος), εντάσσ-οντας, -όμενος}: βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα οργανωμένο σύνολο, ενσωματώνω: Τον ~ξαν στο δυναμικό της εταιρείας/της ομάδας. Πβ. συμπεριλαμβάνω. ● Παθ.: εντάσσομαι: αποτελώ μέλος ευρύτερης ομάδας ή μέρος συστήματος, ανήκω σε αυτά: ~χθηκε στις τάξεις του στρατού. Δεν επιθυμώ να ~χθώ (: οργανωθώ, προσχωρήσω) σε κανένα πολιτικό κόμμα. Δυσκολεύεται να ~χθεί στην κοινωνία. Σε ποιο μισθολογικό κλιμάκιο ~εται (: κατατάσσεται); Δράσεις που ~ονται (= εμπίπτουν) στο πλαίσιο ... Η περιοχή ~χθηκε στο σχέδιο πόλεως. Η χώρα έχει ~χθεί στη ζώνη του ευρώ. ● βλ. ενταγμένος [< μτγν. ἐντάσσω ‘διευθετώ’]
16463εντατήρας[ἐντατήρας] ε-ντα-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε εργαλείο, όργανο με το οποίο τεντώνεται κάτι: ~ αλυσίδας/ιμάντα. Βλ. προ~, σφιγκτήρας, -τήρας.
16464εντατική[ἐντατική] ε-ντα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε, προφ.): ΙΑΤΡ. Μονάδα Εντατικής Θεραπείας: Μπήκε/νοσηλεύεται/παραμένει/τον έχουν στην ~.
16465εντατικολογία[ἐντατικολογία] ε-ντα-τι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα της ιατρικής που ασχολείται με την παροχή φροντίδας σε άτομα που νοσηλεύονται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας: χειρουργική ~. ~ ενηλίκων/νεογνών/παίδων. Βλ. -λογία. [< αγγλ. critical care medicine]
16466εντατικολόγος[ἐντατικολόγος] ε-ντα-τι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην εντατικολογία: καρδιολόγος/παθολόγος/παιδίατρος/χειρουργός-~. Βλ. -λόγος.[< αγγλ. intensivist]
16467εντατικοποίηση[ἐντατικοποίηση] ε-ντα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εντατικοποιώ: ~ της αστυνόμευσης/των διαδικασιών/των διαπραγματεύσεων/των ενεργειών/της εργασίας/των ερευνών/των ρυθμών (ανάπτυξης)/των σπουδών. Πβ. εντατικότητα. Βλ. υπερ~, -ποίηση. [< γαλλ. intensification]
16468εντατικοποιώ[ἐντατικοποιῶ] ε-ντα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {εντατικοποι-είς ..., -ώντας | εντατικοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω κάτι πιο εντατικό: ~ούνται τα μέτρα/οι προετοιμασίες/οι προσπάθειες. Το υπουργείο ~ησε τους ελέγχους. ~ήθηκε η θεραπεία. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. intensifier]
16469εντατικός, ή, ό [ἐντατικός] ε-ντα-τι-κός επίθ. 1. που γίνεται με έντονο ρυθμό και αυξημένη προσπάθεια, ώστε να μεγιστοποιηθεί το όφελος το συντομότερο δυνατό: ~ός: διάλογος/κύκλος (σπουδών). ~ή: δραστηριότητα/χρήση (των κινητών). ~ό: πρόγραμμα/σεμινάριο/τμήμα (εκμάθησης ξένης γλώσσας). ~ά: μαθήματα. Με ~ούς ρυθμούς συνεχίζεται η ανάπτυξη της εταιρείας.|| ~ή: αλιεία (βλ. υπεραλίευση)/γεωργία/(υδατο)καλλιέργεια. ΑΝΤ. εκτατικός. Βλ. υπερ~. 2. ΦΥΣ. που αναφέρεται στην ένταση ως μέγεθος: ~ή: μεταβλητή. ΑΝΤ. εκτατικός (3) ● επίρρ.: εντατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Μονάδα Εντατικής Θεραπείας βλ. μονάδα [< μτγν. ἐντατικός ‘διεγερτικός’, γαλλ. intense, intensif]
16470εντατικότητα[ἐντατικότητα] ε-ντα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εντατικού: η ~ των ελέγχων/της εργασίας. Πβ. εντατικοποίηση. Βλ. -ότητα.
16471ενταύθα[ἐνταῦθα] ε-νταύ-θα επίρρ. (λόγ.): εδώ: (ως ένδειξη, συνήθ. μετά την αναγραφή της διεύθυνσης, ότι ο αποστολέας βρίσκεται στην ίδια πόλη με τον παραλήπτη:) Υπ' όψιν κυρίου ..., ~.|| Υπογραμμίζω ~ ότι ... [< αρχ. ἐνταῦθα]
16472ενταφιάζω[ἐνταφιάζω] ε-ντα-φι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ενταφία-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ενταφιάζ-οντας} (επίσ.) 1. τοποθετώ πεθαμένο μέσα σε τάφο· θάβω: Τον ~σαν με όλες τις πρέπουσες τιμές. Η σορός του μεταφέρθηκε και ~στηκε στη γενέτειρά του.|| Τα οστά του ~στηκαν στο στρατιωτικό κοιμητήριο.|| (κατ' επέκτ.) Δεκάδες άμαχοι ~στηκαν κάτω από τα ερείπια. ΑΝΤ. ξεθάβω (1) 2. καλύπτω, σκεπάζω με χώμα κάτι, συνήθ. λύματα ή απόβλητα. 3. (μτφ.) βάζω, θέτω οριστικό τέλος σε κάτι: ~ονται τα πάθη του παρελθόντος. Το θέμα μας όχι μόνο δεν προχώρησε, αλλά ~στηκε. [< 1: μτγν. ἐνταφιάζω 2,3: γαλλ. enterrer]
16473ενταφιασμός[ἐνταφιασμός] ε-ντα-φι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ταφή: ~ των θυμάτων/πεσόντων. Τελετή ~ού. Βλ. αποτέφρωση, καύση.|| (κατ' επέκτ.) ~ των σωληνώσεων.|| (για ζώα) ~ των σφαγίων.|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/υπόθεσης (= αποσιώπηση, κουκούλωμα, συγκάλυψη). ~ των ελπίδων/προσδοκιών (= ακύρωση, διάψευση, ματαίωση). ΣΥΝ. θάψιμο (1) [< μτγν. ἐνταφιασμός ‘ετοιμασία για την ταφή’, γαλλ. enterrement]
49872ενταφιασμος

τα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ενταφιασμός νεκρού σώματος· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη τελετή: μυστική/χριστιανική ~. ~ του πτώματος (ΑΝΤ. εκ~). Βλ. καύση νεκρών.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του σκηνώματος του Αγίου. Η σταύρωση και η ~ του Χριστού.|| Σε κλειστό οικογενειακό κύκλο έγινε η ~ του ... Βλ. κηδεία.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βασιλική/παιδική ~ (: αρχαίος τάφος, χώρος με λείψανα και κτερίσματα). Αδιατάρακτη ή πρωτογενής ~ (: που βρέθηκε στην αρχική της θέση· πβ. απόθεση). Δευτερογενής ~ (πβ. ανακομιδή). Προϊστορικές ~ές. Βλ. νεκρόπολη. 2. (γενικότ.) τοποθέτηση κάτω από το έδαφος: ~ σκουπιδιών. Παράνομη ~ αποβλήτων. ΣΥΝ. θάψιμο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: υγειονομική ταφή βλ. υγειονομικός [< αρχ. ταφή]

16474ενταφιαστής[ἐνταφιαστής] ε-ντα-φι-α-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που ενταφιάζει κάποιον ή κάτι. Πβ. νεκροθάφτης.|| (μτφ.) ~ές των μεταρρυθμίσεων. [< μτγν. ἐνταφιαστής]
16475εντάφιος, α, ο [ἐντάφιος] ε-ντά-φι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον ενταφιασμό: ~α: σάβανα. Πβ. επικήδειος, νεκρικός, νεκρώσιμος. [< αρχ. ἐντάφιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.