Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17340-17360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16476εντείνω[ἐντείνω] ε-ντεί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ενέτεινε, εντά-θηκε, -θεί, (λόγ.) μτχ. εντεταμένος, εντείν-οντας}: κάνω κάτι πιο έντονο, αυξάνω την ένταση: ~ την προσοχή μου. Ολοένα και ~εται ο μεταξύ τους ανταγωνισμός. ~ονται οι έλεγχοι/οι πιέσεις/οι προσπάθειες. ~θηκε η διαμάχη/κρίση. ~θηκαν τα μέτρα/οι προετοιμασίες. Πβ. ενισχύω, επιτείνω, οξύνω. Βλ. προ~. ΑΝΤ. μετριάζω [< αρχ. ἐντείνω ‘τεντώνω’]
16477έντεκα[ἕντεκα] έ-ντε-κα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (προφ.) & (λόγ.) ένδεκα 1. ο αριθμός 11, σύνολο 11 μονάδων: διά/επί/πλην/συν ~. ~ ετών. ~ τοις εκατό (11%). ~ προς ένα (11:1).|| (ως επίθ.) ~ ευρώ/κιλά/λεπτά/μήνες/ώρες. 2. (προφ.) ενδέκατος: κεφάλαιο ~. Στη σελίδα ~. Η ομάδα προηγήθηκε στο ~ (= ενδέκατο λεπτό). ● Ουσ.: έντεκα 1. ο ακέραιος αριθμός 11, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: (ως βαθμός:) Μου έβαλε/πήρα ~.|| Ο παίκτης με το ~ στην πλάτη. Μένει/νοσηλεύεται στο ~. Πού κάνει στάση το ~ (: τρόλεϊ); 2. (+ στα/τα) η ηλικία των έντεκα ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. Μπήκε στα ~. 3. το έτος 1911 ή το 2011: Γεννήθηκε το ~. ● ΦΡ.: βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας [< αρχ. ἕνδεκα]
16478εντεκα- & εντεκά-βλ. ενδεκα-
16479εντεκάδαβλ. ενδεκάδα
16480εντέκατος, η, ο βλ. ενδέκατος
16481εντεκάχρονος, η, ο & ενδεκάχρονος βλ. εντεκα-, -χρονος
16482εντελβάις[ἐντελβάις] ε-ντελ-βά-ις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. μικρό αλπικό πολυετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Leontopodium alpinum) που ευδοκιμεί στην κεντρική και δυτική Ευρώπη και έχει λογχοειδή φύλλα σε αστεροειδή διάταξη, καλυμμένα με πυκνό άσπρο χνούδι. [< γερμ. Edelweiß, γαλλ. édelweiss, 1870]
16484εντέλεια[ἐντέλεια] ε-ντέ-λει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τελειότητα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στην εντέλεια: τέλεια, άψογα: κόσμημα δουλεμένο ~ ~. Όλα είναι/λειτουργούν ~ ~. Αφήνει/έχει/οργανώνει/φροντίζει τα πάντα ~ ~. [< μτγν. ἐντέλεια]
16485εντελέχεια[ἐντελέχεια] ε-ντε-λέ-χει-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. (στην αριστοτελική φιλοσοφία) η μετάβαση ενός όντος από την εν δυνάμει στην εν ενεργεία κατάσταση, με αποτέλεσμα την ολοκλήρωση του σκοπού της ύπαρξής του μέσα από την απόκτηση μορφής, έτσι ώστε να φτάσει στην τελειότητα. Βλ. ενδελέχεια. [< αρχ. ἐντελέχεια ‘πλήρης πραγματοποίηση’]
16486εντελής, ής, ές [ἐντελής] ε-ντε-λής επίθ. {εντελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· εντελέστ-ερος, -ατος} (σπάν.-λόγ.): ολοκληρωτικός, πλήρης. Πβ. παντελής. [< αρχ. ἐντελής]
16487εντέλλομαι[ἐντέλλομαι] ε-ντέλ-λο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ. | μτχ. εντελλ-όμενος, εντεταλμένος} (επίσ.): δίνω εντολή να γίνει κάτι: Ο πρόεδρος του ΔΣ ~εται την πληρωμή των δαπανών.|| (καταχρ.) Υπάλληλοι που ~ονται (: λαμβάνουν διαταγή) να εφαρμόσουν την εγκύκλιο.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Τα ~όμενα (= Υπηρεσία ~ομένων εξόδων). ● βλ. εντεταλμένος [< αρχ. ἐντέλλομαι]
16488εντελώς[ἐντελῶς] ε-ντε-λώς επίρρ.: ολοκληρωτικά, πλήρως: ~ δωρεάν (= απολύτως). Έχει διαμορφωθεί μια ~ καινούργια κατάσταση. ~ (= πάρα πολύ) πρόσφατα. ΣΥΝ. παντελώς, τελείως ΑΝΤ. εν μέρει ● ΦΡ.: το 'χει χαμένο/το 'χασε τελείως(/εντελώς)/το 'χει χάσει βλ. χάνω [< αρχ. ἐντελῶς]
16489έντερ[ἔντερ] έ-ντερ ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. πλήκτρο στο πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή που φέρει συνήθ. ως σημάδι ένα βέλος και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση μιας εντολής ή τη δημιουργία νέας γραμμής (σε κείμενο): Εισάγετε τα δεδομένα και πατάτε ~. [< αγγλ. enter (key)]
16490εντερεκτομή[ἐντερεκτομή] ε-ντε-ρε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση τμήματος του εντέρου με χειρουργική επέμβαση: λαπαροσκοπική ~. ~ και αναστόμωση. Πβ. κολεκτομή. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. enterectomy, γαλλ. enterectomie]
16491εντερικός, ή, ό [ἐντερικός] ε-ντε-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το έντερο: ~ή: απόφραξη/χλωρίδα (βλ. προβιοτικά). ~ές: διαταραχές. ~ά: βακτήρια. Βλ. γαστρ~, παρ~.|| (ως ουσ., προφ.) Τα ~ά (= ~ές παθήσεις). ● ΣΥΜΠΛ.: εντερικά αέρια/αέρια (του εντέρου) βλ. αέριο [< αρχ. ἐντερικός, γαλλ. entérique, αγγλ. enteric]
16492εντέρινος, η, ο [ἐντέρινος] ε-ντέ-ρι-νος επίθ.: φτιαγμένος από έντερα: ~ες: χορδές (μουσικών οργάνων, κυρ. παραδοσιακών). [< μτγν. ἐντέρινος]
16493εντερίτιδα[ἐντερίτιδα] ε-ντε-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του λεπτού εντέρου, που συνοδεύεται κυρ. από κολικό και διάρροια: οξεία/χρόνια ~. Βλ. γαστρ~, -ίτιδα. [< γαλλ. entérite, αγγλ. enteritis]
16494εντεριώνη[ἐντεριώνη] ε-ντε-ρι-ώ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. το εσωτερικό μέρος του βλαστού που αποτελείται από παρεγχυματικά κύτταρα και στο οποίο γίνεται η συγκέντρωση θρεπτικών ουσιών. Πβ. ψίχα. Βλ. σάρκα, φλοίωμα. [< αρχ. ἐντεριώνη]
16495έντερο[ἔντερο] έ-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) {εντέρ-ου}: ΑΝΑΤ. το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που βρίσκεται μετά το στομάχι και φτάνει μέχρι τον πρωκτό: λεπτό (βλ. δωδεκαδάκτυλο, νήστιδα, ειλεός) ~. Διαταραχές (βλ. διάρροια, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός)/κολικοί/παθήσεις (βλ. εντερ-, εντεροκολ-, κολ-, περιτον-ίτιδα)/παράσιτα (βλ. ασκαρίδα, κολοβακτηρίδιο) του ~ου. (Περισταλτικές) κινήσεις/συσπάσεις του ~ου/των ~ων. Βλ. πέψη. ΣΥΝ. άντερο ● έντερα (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εντόσθια ζώου: χοιρινά ~. ~ αρνιού. Γλυκάδια, συκωταριά και ~. Πβ. σπλάχνα. Βλ. γαρδούμπα, κοκορέτσι. ● Υποκ.: εντεράκια & (λαϊκό-προφ.) αντεράκια (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. Ψιλοκόβουμε τα ~ και τα συκωτάκια. ● ΣΥΜΠΛ.: παχύ έντερο: ΑΝΑΤ. το κατώτερο τμήμα του εντέρου που περιλαμβάνει το τυφλό, το κόλον, το ορθό και τον πρωκτικό σωλήνα: καρκίνος/πολύποδες (του) ~έος ~ου., σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου: ΙΑΤΡ. χρόνια, υποτροπιάζουσα, λειτουργική διαταραχή του παχέος εντέρου χωρίς σαφή οργανικά αίτια που εκδηλώνεται με κοιλιακό πόνο, δυσφορία, τυμπανισμό και παθολογική λειτουργία κένωσης· σπαστική κολίτιδα. [< αγγλ. irritable bowel syndrome, 1943] , εντερικά αέρια/αέρια (του εντέρου) βλ. αέριο, τυφλό (έντερο) βλ. τυφλός [< αρχ. ἔντερον]
16496εντερό-& εντερο- & εντερ-: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στο έντερο: εντερό-κοκκος. Εντερο-βακτήρια/~τοξίνη. Εντερ-αλγία/~εκτομή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.