| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16497 | εντεροβακτήριο | [ἐντεροβακτήριο] ε-ντε-ρο-βα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & εντεροβακτηρίδιο: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. καθένα από τα βακτήρια που ανήκουν στα εντεροβακτηριοειδή και βρίσκονται στον οργανισμό του ανθρώπου και των θηλαστικών, ως μέρος της εντερικής χλωρίδας ή ως παράσιτα. Βλ. εντεροϊός, εντερόκοκκος. [< αγγλ. enterobacterium, 1929, γαλλ. entérobactérie] | |
| 16498 | εντεροβακτηριοειδή | [ἐντεροβακτηριοειδῆ] ε-ντε-ρο-βα-κτη-ρι-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. οικογένεια αερόβιων ή αναερόβιων ραβδόμορφων gram αρνητικών βακτηρίων, συνήθ. παθογόνων, που αναπτύσσονται παρασιτικά στο σώμα ζωικών και φυτικών οργανισμών ή ως σαπρόφυτα και μπορούν να προκαλέσουν παθήσεις του εντέρου, όπως σαλμονέλα και σιγκέλα. Βλ. εντεροβακτήριο, κολοβακτηρίδιο. [< αγγλ. enterobacteriaceae] | |
| 16499 | εντεροδιαλυτός | , ή, ό [ἐντεροδιαλυτός] ε-ντε-ρο-δι-α-λυ-τός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ουσία, φάρμακο) που διαλύεται στο έντερο: ~ή: ασπιρίνη/κάψουλα. ~ά: δισκία (βλ. αναβράζοντα). [< αγγλ. enterosoluble] | |
| 16500 | εντεροϊός | [ἐντεροϊός] ε-ντε-ρο-ϊ-ός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ιός που προκαλεί λοιμώξεις κυρ. στο γαστρεντερικό, αλλά και το νευρικό σύστημα. Βλ. κοξάκι. [< αγγλ. enterovirus, 1957, γαλλ. entérovirus] | |
| 16501 | εντερόκοκκος | [ἐντερόκοκκος] ε-ντε-ρό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όκκου} : ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. στρεπτόκοκκος που παρασιτεί στο έντερο και μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις. [< γαλλ. entérocoque, αγγλ. enterococcus] | |
| 16502 | εντεροκολίτιδα | [ἐντεροκολίτιδα] ε-ντε-ρο-κο-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή που εκδηλώνεται ταυτόχρονα στο λεπτό έντερο και στο κόλον: νεκρωτική ~. Βλ. εντερ-, κολ-ίτιδα. [< γαλλ. entérocolite, αγγλ. enterocolitis] | |
| 16503 | εντεροπάθεια | [ἐντεροπάθεια] ε-ντε-ρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οποιαδήποτε πάθηση του εντέρου: φλεγμονώδης/χρόνια ~. ~ από απώλεια λευκώματος. Βλ. κοιλιοκάκη, -πάθεια. [< γαλλ. entéropathie, αγγλ. enteropathy] | |
| 16504 | εντερορραγία | [ἐντερορραγία] ε-ντε-ρορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία του εντέρου, η οποία εκδηλώνεται με αιματηρά κόπρανα. Βλ. -ρραγία. [< γαλλ. entérorragie, αγγλ. enterorrhagia] | |
| 16505 | εντεροτοξίνη | [ἐντεροτοξίνη] ε-ντε-ρο-το-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξίνη που προκαλεί βλάβες στο γαστρεντερικό σύστημα: σταφυλοκοκκική ~ (βλ. εξωτοξίνες). Η ~ της χολέρας. [< αγγλ. enterotoxin, 1936, γαλλ. entérotoxine, πριν από το 1953] | |
| 16506 | εντεταγμένος | βλ. ενταγμένος | |
| 16507 | εντεταλμένος | , η, ο [ἐντεταλμένος] ε-ντε-ταλ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει αναλάβει να εκτελέσει μια εντολή ή να φέρει σε πέρας μια αποστολή: ~ος: εκπρόσωπος/ερευνητής (βλ. δόκιμος). ~η: επιτροπή.|| (ως ουσ., συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε) Ειδικός ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/των ΗΠΑ (πβ. απεσταλμένος, εκπρόσωπος). ~ διδασκαλίας (στη βαθμίδα του Λέκτορα/στο Πανεπιστήμιο). Πβ. αρμόδιος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επιτήρηση/υπηρεσία (= ανατεθείσα). ● βλ. εντέλλομαι [< αρχ. ἐντεταλμένος] | |
| 16508 | εντεύθεν | [ἐντεῦθεν] ε-ντεύ-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. από εδώ, από αυτό το σημείο και πέρα (τοπικό ή σπανιότ. χρονικό): ~ και εκείθεν. Από το 2012 και ~ (= και εξής, μετά).|| (ως επίθ.) Η ~ πλευρά. Βλ. -θεν. 2. (ως επίθ.) που προκύπτει, απορρέει από κάτι: Η ζημία και η ~ (: συνεπαγόμενη) αποζημίωση. [< αρχ. ἐντεῦθεν] | |
| 16509 | εντευκτήριο | [ἐντευκτήριο] ε-ντευ-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): αίθουσα που προορίζεται για κοινωνικές συναναστροφές και ψυχαγωγία των μελών μιας κοινότητας: ~ του συλλόγου/σωματείου ... Στο ~ της Βουλής/της Σχολής. ~α και βιβλιοθήκες. Πβ. κλαμπ, λέσχη. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. lieu de rendez-vous, salon de réunion] | |
| 16510 | έντεχνος | , η, ο [ἔντεχνος] έ-ντε-χνος επίθ. 1. που έχει δημιουργηθεί με βάση τους κανόνες μιας τέχνης· κατ' επέκτ. ποιοτικός, καλοδουλεμένος: ~ος: λόγος/χορός. ~η: γλώσσα (= λογοτεχνική)/έκφραση. Βλ. δημοτικός, λαϊκός. 2. που γίνεται με περίτεχνο, επιδέξιο τρόπο: ~η: διατύπωση (πβ. κομψή). ΑΝΤ. αδέξιος 3. (για πρόσ.) που ασχολείται με το έντεχνο τραγούδι: ~ο: συγκρότημα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι ροκάδες. ● επίρρ.: έντεχνα & (λόγ.) εντέχνως: ένας μονόλογος μεστός, ~ λιτός.|| Καλλιεργούν ~ τον φανατισμό (: με επιτηδειότητα). Πβ. τεχνηέντως. ● ΣΥΜΠΛ.: έντεχνη μουσική: ΜΟΥΣ. που την έχει συνθέσει μουσικός με θεωρητική κατάρτιση., έντεχνο (τραγούδι): ΜΟΥΣ. που ακολουθεί τις αρχές, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί από τη μουσική και ποιητική τέχνη, σε αντιδιαστολή με το λαϊκό., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι): ΜΟΥΣ. σύνθετο μουσικό έργο τέχνης με λαϊκά στοιχεία (πρόκειται συχνά για μελοποιημένη ποίηση). Βλ. ρεμπέτικο. [< 1, 2: αρχ. ἔντεχνος] | |
| 16511 | εντίθεται | βλ. ενθέτω | |
| 16512 | έντιμος | , η, ο [ἔντιμος] έ-ντι-μος επίθ.: τίμιος, ηθικός: (για πρόσ.) ~ος: δικαστής. Ακέραιος και ~ πολιτικός (πβ. αδιάφθορος). Ειλικρινής/ενάρετος/συνεπής και ~.|| (ως προσφών., κυρ. στηνΚύπρο) ~ε: κ. υπουργέ. ~α μέλη του ΔΣ, ...|| ~ος: διάλογος (πβ. ειλικρινής). ~η: ζωή/προσπάθεια/συμφωνία. ~α: κίνητρα. ~η και δίκαιη λύση. Δίνουμε έναν καθαρό και ~ο αγώνα. Πβ. χρηστός. ΑΝΤ. ανέντιμος ● επίρρ.: έντιμα & (λόγ.) εντίμως ● ΦΡ.: πρότερος έντιμος βίος βλ. βίος [< αρχ. ἔντιμος ‘αυτός που απολαμβάνει τιμή, αυτό που έχει αξία’, γαλλ. honnête, honorable] | |
| 16513 | εντιμότατος | , η, ο [ἐντιμότατος] ε-ντι-μό-τα-τος επίθ. {-ου (λόγ.) -άτου}: ως χαρακτηρισμός ή προσφών. αξιωματούχων· αξιότιμος: ~ε κύριε Δήμαρχε/Πρύτανη/Υπουργέ. [< αρχ. ἐντιμότατος, γαλλ. honorable] | |
| 16514 | εντιμότητα | [ἐντιμότητα] ε-ντι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του έντιμου· ηθικότητα, τιμιότητα: διανοητική/επιστημονική/πνευματική ~. ~ των εμπορικών συναλλαγών. ~ και ειλικρίνεια/ευσυνειδησία. Ανιδιοτέλεια/διαφάνεια/ήθος και ~. Άνθρωποι χωρίς ~ (= ανέντιμοι). Αμφισβητούν την/διακρίνεται για την ~ά του. Ενεργούν/υπηρετούν (το δημόσιο συμφέρον) με ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ακεραιότητα (2) ΑΝΤ. ανεντιμότητα, ατιμία (1) [< αρχ. ἐντιμότης] | |
| 16515 | εντιτόριαλ | [ἐντιτόριαλ] ε-ντι-τό-ρι-αλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: άρθρο, σημείωμα ή σχόλιο του εκδότη περιοδικού ή εφημερίδας που φιλοξενείται συνήθ. στις πρώτες σελίδες: ~ μόδας. Βλ. κύριο άρθρο. [< αμερικ. editorial, γαλλ. éditorial] | |
| 16516 | εντοιχιζόμενος | , η, ο [ἐντοιχιζόμενος] ε-ντοι-χι-ζό-με-νος επίθ.: που μπορεί να εντοιχιστεί: ~ες: συσκευές. ~α: έπιπλα. [< γαλλ. encastrable, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ