| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16503 | εντεροπάθεια | [ἐντεροπάθεια] ε-ντε-ρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οποιαδήποτε πάθηση του εντέρου: φλεγμονώδης/χρόνια ~. ~ από απώλεια λευκώματος. Βλ. κοιλιοκάκη, -πάθεια. [< γαλλ. entéropathie, αγγλ. enteropathy] | |
| 16504 | εντερορραγία | [ἐντερορραγία] ε-ντε-ρορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία του εντέρου, η οποία εκδηλώνεται με αιματηρά κόπρανα. Βλ. -ρραγία. [< γαλλ. entérorragie, αγγλ. enterorrhagia] | |
| 16505 | εντεροτοξίνη | [ἐντεροτοξίνη] ε-ντε-ρο-το-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξίνη που προκαλεί βλάβες στο γαστρεντερικό σύστημα: σταφυλοκοκκική ~ (βλ. εξωτοξίνες). Η ~ της χολέρας. [< αγγλ. enterotoxin, 1936, γαλλ. entérotoxine, πριν από το 1953] | |
| 16506 | εντεταγμένος | βλ. ενταγμένος | |
| 16507 | εντεταλμένος | , η, ο [ἐντεταλμένος] ε-ντε-ταλ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει αναλάβει να εκτελέσει μια εντολή ή να φέρει σε πέρας μια αποστολή: ~ος: εκπρόσωπος/ερευνητής (βλ. δόκιμος). ~η: επιτροπή.|| (ως ουσ., συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε) Ειδικός ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/των ΗΠΑ (πβ. απεσταλμένος, εκπρόσωπος). ~ διδασκαλίας (στη βαθμίδα του Λέκτορα/στο Πανεπιστήμιο). Πβ. αρμόδιος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επιτήρηση/υπηρεσία (= ανατεθείσα). ● βλ. εντέλλομαι [< αρχ. ἐντεταλμένος] | |
| 16508 | εντεύθεν | [ἐντεῦθεν] ε-ντεύ-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. από εδώ, από αυτό το σημείο και πέρα (τοπικό ή σπανιότ. χρονικό): ~ και εκείθεν. Από το 2012 και ~ (= και εξής, μετά).|| (ως επίθ.) Η ~ πλευρά. Βλ. -θεν. 2. (ως επίθ.) που προκύπτει, απορρέει από κάτι: Η ζημία και η ~ (: συνεπαγόμενη) αποζημίωση. [< αρχ. ἐντεῦθεν] | |
| 16509 | εντευκτήριο | [ἐντευκτήριο] ε-ντευ-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): αίθουσα που προορίζεται για κοινωνικές συναναστροφές και ψυχαγωγία των μελών μιας κοινότητας: ~ του συλλόγου/σωματείου ... Στο ~ της Βουλής/της Σχολής. ~α και βιβλιοθήκες. Πβ. κλαμπ, λέσχη. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. lieu de rendez-vous, salon de réunion] | |
| 16510 | έντεχνος | , η, ο [ἔντεχνος] έ-ντε-χνος επίθ. 1. που έχει δημιουργηθεί με βάση τους κανόνες μιας τέχνης· κατ' επέκτ. ποιοτικός, καλοδουλεμένος: ~ος: λόγος/χορός. ~η: γλώσσα (= λογοτεχνική)/έκφραση. Βλ. δημοτικός, λαϊκός. 2. που γίνεται με περίτεχνο, επιδέξιο τρόπο: ~η: διατύπωση (πβ. κομψή). ΑΝΤ. αδέξιος 3. (για πρόσ.) που ασχολείται με το έντεχνο τραγούδι: ~ο: συγκρότημα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι ροκάδες. ● επίρρ.: έντεχνα & (λόγ.) εντέχνως: ένας μονόλογος μεστός, ~ λιτός.|| Καλλιεργούν ~ τον φανατισμό (: με επιτηδειότητα). Πβ. τεχνηέντως. ● ΣΥΜΠΛ.: έντεχνη μουσική: ΜΟΥΣ. που την έχει συνθέσει μουσικός με θεωρητική κατάρτιση., έντεχνο (τραγούδι): ΜΟΥΣ. που ακολουθεί τις αρχές, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί από τη μουσική και ποιητική τέχνη, σε αντιδιαστολή με το λαϊκό., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι): ΜΟΥΣ. σύνθετο μουσικό έργο τέχνης με λαϊκά στοιχεία (πρόκειται συχνά για μελοποιημένη ποίηση). Βλ. ρεμπέτικο. [< 1, 2: αρχ. ἔντεχνος] | |
| 16511 | εντίθεται | βλ. ενθέτω | |
| 16512 | έντιμος | , η, ο [ἔντιμος] έ-ντι-μος επίθ.: τίμιος, ηθικός: (για πρόσ.) ~ος: δικαστής. Ακέραιος και ~ πολιτικός (πβ. αδιάφθορος). Ειλικρινής/ενάρετος/συνεπής και ~.|| (ως προσφών., κυρ. στηνΚύπρο) ~ε: κ. υπουργέ. ~α μέλη του ΔΣ, ...|| ~ος: διάλογος (πβ. ειλικρινής). ~η: ζωή/προσπάθεια/συμφωνία. ~α: κίνητρα. ~η και δίκαιη λύση. Δίνουμε έναν καθαρό και ~ο αγώνα. Πβ. χρηστός. ΑΝΤ. ανέντιμος ● επίρρ.: έντιμα & (λόγ.) εντίμως ● ΦΡ.: πρότερος έντιμος βίος βλ. βίος [< αρχ. ἔντιμος ‘αυτός που απολαμβάνει τιμή, αυτό που έχει αξία’, γαλλ. honnête, honorable] | |
| 16513 | εντιμότατος | , η, ο [ἐντιμότατος] ε-ντι-μό-τα-τος επίθ. {-ου (λόγ.) -άτου}: ως χαρακτηρισμός ή προσφών. αξιωματούχων· αξιότιμος: ~ε κύριε Δήμαρχε/Πρύτανη/Υπουργέ. [< αρχ. ἐντιμότατος, γαλλ. honorable] | |
| 16514 | εντιμότητα | [ἐντιμότητα] ε-ντι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του έντιμου· ηθικότητα, τιμιότητα: διανοητική/επιστημονική/πνευματική ~. ~ των εμπορικών συναλλαγών. ~ και ειλικρίνεια/ευσυνειδησία. Ανιδιοτέλεια/διαφάνεια/ήθος και ~. Άνθρωποι χωρίς ~ (= ανέντιμοι). Αμφισβητούν την/διακρίνεται για την ~ά του. Ενεργούν/υπηρετούν (το δημόσιο συμφέρον) με ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ακεραιότητα (2) ΑΝΤ. ανεντιμότητα, ατιμία (1) [< αρχ. ἐντιμότης] | |
| 16515 | εντιτόριαλ | [ἐντιτόριαλ] ε-ντι-τό-ρι-αλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: άρθρο, σημείωμα ή σχόλιο του εκδότη περιοδικού ή εφημερίδας που φιλοξενείται συνήθ. στις πρώτες σελίδες: ~ μόδας. Βλ. κύριο άρθρο. [< αμερικ. editorial, γαλλ. éditorial] | |
| 16516 | εντοιχιζόμενος | , η, ο [ἐντοιχιζόμενος] ε-ντοι-χι-ζό-με-νος επίθ.: που μπορεί να εντοιχιστεί: ~ες: συσκευές. ~α: έπιπλα. [< γαλλ. encastrable, περ. 1950] | |
| 16517 | εντοιχίζω | [ἐντοιχίζω] ε-ντοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {εντοίχι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εντοιχιζ-ζόμενος}: (συνήθ. για συσκευή ή έπιπλο) βάζω, προσαρμόζω κάτι μόνιμα σε εσοχή τοίχου, ώστε να μην προεξέχει: Ο φούρνος μπορεί να ~στεί κάτω από πάγκο.|| (ΑΡΧΙΤ.) Στο μνημείο ~στηκε αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα. [< γαλλ. encastrer] | |
| 16518 | εντοιχισμένος | , η, ο [ἐντοιχισμένος] ε-ντοι-χι-σμέ-νος επίθ.: που έχει εντοιχιστεί: ~ο: ψυγείο. ~η: κουζίνα.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~α: ανάγλυφα. [< γαλλ. encastré] | |
| 16519 | εντοιχισμός | [ἐντοιχισμός] ε-ντοι-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) εντοίχιση (η): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντοιχίζω: ~ κουζίνας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. encastrement] | |
| 16520 | έντοκος | , η, ο [ἔντοκος] έ-ντο-κος επίθ.: που αποφέρει τόκο ή επιβαρύνεται με τόκο: ~ος: λογαριασμός (όψεως). ~η: κατάθεση.|| ~ο: δάνειο/χρηματοδοτικό πρόγραμμα. ~ες: δόσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. γραμμάτια). Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. άτοκος ● επίρρ.: έντοκα & (λόγ.) εντόκως ● ΣΥΜΠΛ.: έντοκα γραμμάτια (του Δημοσίου) βλ. γραμμάτιο [< μτγν. ἔντοκος] | |
| 16521 | εντολέας | [ἐντολέας] ε-ντο-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(λόγ.) εντολ-έως | -είς, -έων}: ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή, ώστε να εκτελεστεί πράξη ή να διευθετηθεί υπόθεση. ΣΥΝ. εντολοδότης ΑΝΤ. εντολοδόχος [< μτγν. ἐντολεύς, γαλλ. mandant] | |
| 16522 | εντολή | [ἐντολή] ε-ντο-λή ουσ. (θηλ.) 1. διαταγή ή παραγγελία από ανώτερη Αρχή προς υφιστάμενη, η εκτέλεση της οποίας είναι απαραίτητη: αυστηρή/γραπτή/επίσημη/προφορική/υπηρεσιακή ~. ~ ελέγχου/έρευνας. Με εισαγγελική ~. Έλαβε/πήρε ~. Δέχεται/υπακούει σε ~ές. Έχω ~ από τη διοίκηση να μη μιλήσω για το θέμα. Δεν δεσμεύονται από καμία επιτακτική ~. Εκδόθηκε προσωρινή ~ διακοπής των εργασιών. Περιμένω σχετικές ~ές. Δόθηκαν σαφείς ~ές και οδηγίες. Εκτελούσε ~ές ανωτέρων. Πραγματοποιεί την ~ή. Πβ. προσταγή. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κωδικοποιημένη οδηγία που δίνεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γενικότ. συσκευή για την εφαρμογή συγκεκριμένης λειτουργίας και η σχετική ενέργεια: ~ αναζήτησης/αποθήκευσης/διαγραφής/εκτέλεσης (εργασίας)/εκτύπωσης/εξόδου/μορφοποίησης. Διαγραφή/εισαγωγή/πλήκτρο ~ής. Γραμμή ~ών. ~ές σε γλώσσα μηχανής (βλ. μακρο~, μικρο~). Βλ. πρόγραμμα, ψευδο~.|| (ΤΗΛΕΠ.) Διενέργεια κλήσεων με φωνητική ~. 3. ΟΙΚΟΝ. διαδικασία κατά την οποία μεταφέρεται ή καταβάλλεται χρηματικό ποσό μέσω τράπεζας, ύστερα από εξουσιοδότηση· το ίδιο το ποσό: ταχυδρομική (βλ. επιταγή)/τηλεγραφική/τηλεφωνική/τραπεζική ~ (πβ. έμβασμα). ~ αγοράς/πληρωμής (ΦΠΑ)/πώλησης. Ακύρωση/διαβίβαση ~ής. Πάγια ~ εξόφλησης λογαριασμού μέσω πιστωτικής κάρτας. Χρηματιστηριακή ~ (: για εκτέλεση συναλλαγής). 4. ΝΟΜ. σύμβαση κατά την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εντολοδόχος) αναλαμβάνει χωρίς αμοιβή να διεκπεραιώσει υπόθεση που του αναθέτει ο άλλος (εντολοδότης): ανέκκλητη ~. ~ αντιπροσώπευσης/εκπροσώπησης. 5. ΠΟΛΙΤ. ανάθεση της πολιτικής εξουσίας σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή κόμματα, η οποία προκύπτει μέσω εκλογών: ~ σχηματισμού κυβέρνησης (: από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας). Η κυβέρνηση έχει ισχυρή λαϊκή ~. 6. ΙΣΤ. -ΝΟΜ. προσωρινή κηδεμονία, υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, ορισμένων περιοχών με μεγάλη γεωπολιτική σημασία, που μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έμειναν χωρίς κεντρική εξουσία: καθεστώς ~ής. Εδάφη υπό διεθνή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διερευνητική εντολή: ΠΟΛΙΤ. με την οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει (σε περίπτωση που δεν υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία εδρών) σε αρχηγό κόμματος να διερευνήσει αν έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση που θα μπορέσει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. [< γαλλ. mandat exploratoire] , εντολή/διαταγή πληρωμής: ΝΟΜ. τίτλος εκτελεστός που εκδίδεται από ειρηνοδίκη ή δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, με τον οποίο ο οφειλέτης διατάσσεται να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό ή να παράσχει τα οφειλόμενα χρεόγραφα., αρχείο εντολών βλ. αρχείο, κατάθεση (της) εντολής βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: δέκα εντολές 1. ΘΕΟΛ. κατάλογος δέκα ηθικών κανόνων που δόθηκαν από τον Θεό στον Μωυσή στο όρος Σινά, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη. Πβ. δεκάλογος. 2. (μτφ.) απαράβατες αρχές: οι ~ ~ των αγωνιστικών κανονισμών., κατ' εντολή(ν)/βάσει εντολής/εντολών (λόγ.): σύμφωνα με τη διαταγή: Δρουν/ενεργούν/λειτουργούν ~ ~ του διευθυντή/της πολιτικής ηγεσίας/της υπηρεσίας., κατόπιν εντολής (λόγ.): ύστερα από προσταγή: Ο φάκελος της υπόθεσης άνοιξε ~ ~ του εισαγγελέα., καταθέτω την εντολή βλ. καταθέτω [< 1: αρχ. ἐντολή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ