Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1720-1740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
734αδέσμευτος, η, ο [ἀδέσμευτος] α-δέ-σμευ-τος επίθ. 1. που δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις, έλεγχο, εξαρτήσεις ή περιορισμούς: ~ος: οργανισμός (= ανεξάρτητος). ~η: γνώμη/δημοσιογραφία/έκφραση/ενημέρωση (πβ. αντικειμενική)/κίνηση (π.χ. γυναικών, ενεργών πολιτών)/κρίση/πολιτική/σκέψη. ~ο: εμπόριο. ~οι: μπλόγκερς. ~α: κράτη (πβ. αυτεξούσια, αυτο-διοίκητα, -νομα). ~ (= ελεύθερος) από κομματικές παρεμβάσεις/σκοπιμότητες/συμφέροντα. Πνεύμα ~ο και ανήσυχο (πβ. ατίθασο).|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο της Δημoκρατίας/της δικαιοσύνης.|| (ΦΥΣ.) ~ο ηλεκτρόνιο. 2. (σπάν.-επίσ.) που δεν έχει παντρευτεί ή δεν έχει ερωτικό δεσμό. Πβ. αζευγάρωτος, ανύπαντρος, ελεύθερος, εργένης. Βλ. παντρεμένος. ΑΝΤ. δεσμευμένος (2) ● επίρρ.: αδέσμευτα ● ΣΥΜΠΛ.: Αδέσμευτες Χώρες & Αδέσμευτοι (οι): ΙΣΤ. πολιτική κίνηση που αναπτύχθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο από χώρες κυρ. της Ασίας και της Αφρικής με στόχο την αποφυγή διπλωματικής ή πολιτικής δέσμευσης στον ανατολικό ή δυτικό συνασπισμό: διάσκεψη κορυφής/κίνημα των αδεσμεύτων. Βλ. αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός, Τρίτος Κόσμος. [< αγγλ. non-aligned countries] [< μτγν. ἀδέσμευτος]
735αδέσποτος, η, ο [ἀδέσποτος] α-δέ-σπο-τος επίθ. 1. (για κατοικίδιο) που δεν έχει ιδιοκτήτη: ~α: σκυλιά. ΑΝΤ. δεσποζόμενος 2. που είναι άγνωστης πηγής, προέλευσης ή στόχου: ~α: πυρά. Σκοτώθηκε από ~ο βλήμα.|| (μτφ.) ~η: πληροφορία/φήμη (πβ. αβάσιμη, βλ. ράδιο-αρβύλα). ~ες: δηλώσεις/ειδήσεις. Πβ. αδιασταύρωτος, ανεξακρίβωτος, ανεπιβεβαίωτος. ΑΝΤ. διασταυρω-, εξακριβω-, επιβεβαιω-μένος.|| ~ο: τραγούδι (: άγνωστου δημιουργού). ● Ουσ.: αδέσποτα (τα): ζώα που δεν έχουν ιδιοκτήτη: ανεμβολίαστα/εγκαταλελειμμένα ~. Περιθάλπω/ταΐζω/υιοθετώ ένα ~ο., αδέσποτη (η): άστοχη σφαίρα ή συνηθέστ. τυχαίο, απρόσμενο χτύπημα (μπουνιά, χαστούκι): Τραυματίστηκε από μια ~.|| Πρόσεξε μη σου δώσουν/μη σου 'ρθει/μη σε πάρει/μη φας καμιά ~ στη διαδήλωση. [< αρχ. ἀδέσποτος ‘χωρίς δεσπότη, ελεύθερος, ανεξάρτητος’]
736άδετος, η, ο [ἄδετος] ά-δε-τος επίθ. 1. που δεν έχει δεθεί: ~ος: σκύλος. ~α: κορδόνια/μαλλιά.|| (που δεν φοράει ζώνη ασφαλείας) ~ος: επιβάτης.|| (που δεν έχει επίδεσμο) ~η: πληγή. ΣΥΝ. λυτός ΑΝΤ. άλυτος (2) 2. (για κείμενο, βιβλίο) που δεν βιβλιοδετήθηκε ή δεν έχει σκληρό εξώφυλλο: ~η: διατριβή. ~ο: χειρόγραφο. ~α: φύλλα. ΑΝΤ. βιβλιοδετημένος.|| ~ος: τόμος. ΑΝΤ. δεμένος. 3. (για πολύτιμο λίθο) που δεν προσαρμόστηκε σε κόσμημα: ~ο: διαμάντι/πετράδι/ρουμπίνι. 4. (για καρπό) που δεν σχηματίστηκε ακόμη από τα γονιμοποιημένα άνθη, δεν ωρίμασε: (ΒΟΤ.) ~ο: μήλο. 5. (για τροφή) που δεν έπηξε: ~η: σάλτσα (= άπηχτη). ~ο: γλυκό/σιρόπι (ΑΝΤ. δεμένο). [< 1,3,4,5: αρχ. ἄδετος 2: γερμ. ungebunden]
737άδηλος, η, ο [ἄδηλος] ά-δη-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): μη φανερός, αβέβαιος: ~ος: ρόλος (= κρυφός· ΑΝΤ. εμφανής, φανερός)/στόχος. ~η: αιτία/έκβαση. ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: προθέσεις. ~α: κίνητρα/οφέλη/συμφέροντα/σχέδια. ~ (= άγνωστος) παραμένει ο αριθμός των αγνοουμένων. Είναι ~ο ακόμη το τελικό κόστος. ~ο(ν) είναι αν θα γίνουν δεκτές οι προτάσεις. ~ο(ν) το μέλλον της εταιρείας (= επισφαλές· ΑΝΤ. βέβαιο, σίγουρο). ~ο(ν) τι μέλλει γενέσθαι. Πβ. αόρατος|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ο: έλλειμμα. ~ες: εισπράξεις/πληρωμές.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~η: μνήμη (: μη συνειδητή· ΑΝΤ. δηλωτική, έκδηλη). ΑΝΤ. κατάδηλος, πρόδηλος ● ΣΥΜΠΛ.: άδηλη αναπνοή βλ. αναπνοή, άδηλοι πόροι βλ. πόρος, ισοζύγιο άδηλων συναλλαγών βλ. ισοζύγιο [< αρχ. ἄδηλος, γαλλ. invisible]
738αδήλωτος, η, ο [ἀδήλωτος] α-δή-λω-τος επίθ. 1. που δεν έχει δηλωθεί σε αρμόδια Αρχή (αστυνομία, εφορία, τελωνείο) ή εγγραφεί σε επίσημες καταστάσεις διαφόρων υπηρεσιών: (για πρόσ.) ~ος: άνεργος. ~οι: εργάτες/μετανάστες. ~ες: πόρνες. (ως ουσ.) Εγγραφή των ~ων στα μητρώα αρρένων.|| ~ος: κωδικός (σε φορολογικό έντυπο)/φόρος. ~η: αμοιβή/κληρονομιά. ~ο: ακίνητο/όχημα. ~ες: δωρεές/παροχές. ~α: εισοδήματα/εμπορεύματα/έσοδα/κεφάλαια. ~η (= μαύρη) και ανασφάλιστη εργασία. ΑΝΤ. δηλωμένος (2) 2. (σπάν.) που δεν φανερώνεται, δεν εκδηλώνεται: ~ο: συναίσθημα. ΣΥΝ. άδηλος [< γερμ. unangemeldet, γαλλ. non déclaré]
739αδημιούργητος, η, ο [ἀδημιούργητος] α-δη-μι-ούρ-γη-τος επίθ. 1. που βρίσκεται στην αρχή της σταδιοδρομίας του, δεν έχει ακόμα αποκτήσει οικονομική επιφάνεια. ΑΝΤ. δημιουργημένος (2), επιτυχημένος (2), φτασμένος (1) 2. ΦΙΛΟΣ. που δεν δημιουργήθηκε από κάποιον: ~η: αιτία του κόσμου/αρχή των πραγμάτων. ~ο: Σύμπαν.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός είναι άκτιστος, ~ (: αγέννητος, άπλαστος), ενώ ο άνθρωπος κτίσμα, δημιούργημα.|| (ως ουσ.) Η αιωνιότητα και το ~ο του κόσμου. [< 1: αγγλ. not made 2: μτγν. ἀδημιούργητος]
1178Αδημονία

, η, ο [ἀθέμιτος] α-θέ-μι-τος επίθ.: που παραβαίνει γραπτούς ή άγραφους νόμους ή ηθικές αρχές: ~ος: πλουτισμός. ~η: διαφήμιση/επιρροή/παρέμβαση/σχέση. ~ο: εμπόριο/όφελος. ~ες: ενέργειες/μεθοδεύσεις/τακτικές/φιλοδοξίες. ~α: κέρδη. ~η χρήση προσωπικών δεδομένων. Παράνομη και ~η συναλλαγή. Επιβολή με ~α μέσα/με ~ο τρόπο.|| (ως ουσ.) Το ~ο της πράξεως. ΑΝΤ. θεμιτός ● επίρρ.: αθέμιτα ● ΣΥΜΠΛ.: αθέμιτος ανταγωνισμός: ΝΟΜ. κάθε επιχειρηματική ενέργεια ή πολιτική που αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες του εμπορίου και κατ' επέκτ. κάθε ανταγωνιστική πράξη που δεν στηρίζεται σε θεμιτά μέσα: αγωγή/καταγγελία/μήνυση/πρόστιμο για ~ο ~ό. Νομοθεσία περί ~ου ~ού.|| ~ ~ μεταξύ υποψηφίων του ίδιου κόμματος. [< γαλλ. concurrence déloyale] ● ΦΡ.: άρρητα (και) αθέμιτα βλ. άρρητος [< αρχ. ἀθέμιτος, γαλλ. illicite]

740αδημονία[ἀδημονία] α-δη-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αίσθημα μεγάλης ανυπομονησίας, λαχτάρας ή ανησυχίας για κάτι επικείμενο: ασυγκράτητη/έκδηλη ~. ~ και αναβρασμός/ένταση ανάμεσα στους υποψηφίους. Η ~ μεγάλωνε/φούντωνε. Περιμένει/προσμένει με ~ (= με αγωνία) τις αντιδράσεις/την κλήρωση/την παράσταση. [< μτγν. ἀδημονία]
741αδημονώ[ἀδημονῶ] α-δη-μο-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αδημον-είς ...| μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): ανυπομονώ, λαχταρώ: ~εί για .../να .../πότε θα ...|| Η ώρα πέρναγε και άρχισε να ~εί (= να αγωνιά, να ανησυχεί). [< αρχ. ἀδημονῶ]
742αδημοσίευτος, η, ο [ἀδημοσίευτος] α-δη-μο-σί-ευ-τος επίθ.: που δεν έχει δημοσιευτεί, εκδοθεί ή τυπωθεί: ~ος: νόμος. ~η: φωτογραφία. ~ο: αρχείο/βιβλίο/έργο/κείμενο/υλικό/χειρόγραφο. ~α: στοιχεία. Αυτά που είπαμε θέλω να μείνουν ~α (πβ. οφ δι ρέκορντ).|| ~η: μελέτη (ΣΥΝ. ατύπωτη, ανέκδοτη. ΑΝΤ. δημοσιευμένη). [< μτγν. ἀδημοσίευτος, γερμ. unveröffentlicht]
743αδήριτος, η, ο [ἀδήριτος] α-δή-ρι-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί να αγνοηθεί, να παραμεριστεί, να κατανικηθεί: ~ος: φυσικός νόμος/συμβιβασμός. ~η: αλλαγή/πραγματικότητα (= αδιαμφισβήτητη). ~ο: καθήκον/πεπρωμένο. Πβ. ακαταμάχητος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο (= αναπόφευκτο) του θανάτου. ● επίρρ.: αδήριτα ● ΣΥΜΠΛ.: αδήριτη ανάγκη/(σπανιότ.) αναγκαιότητα: απόλυτη, επιτακτική: Είναι ~ ~ να ... [< αρχ. ἀδήριτος ‘χωρίς μάχη, ασυναγώνιστος’]
57264Άδης

χό-χλος ουσ. (αρσ.) & χοχλός (λαϊκό-λογοτ.): κοχλασμός. [< μεσν. χόχλος]

744Άδης[Ἅδης] Ά-δης ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου} 1. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. ο θεός του κάτω κόσμου που εξουσιάζει τους νεκρούς· συχνότ. συνεκδ. ο κάτω κόσμος: το βασίλειο/η λατρεία του Άδη. Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη (= τον Πλούτωνα).|| Ο μαύρος ~. Τα έγκατα/οι κριτές του Άδη.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Παράδεισος και ο ~ (= η κόλαση). 2. (μτφ.-λογοτ.) χαρακτηρισμός για κάθε βαθύ και σκοτεινό τόπο και ειδικότ. το βαθύ σκοτάδι. Πβ. έρεβος. ● ΣΥΜΠΛ.: οι πύλες της κολάσεως/του Άδη βλ. πύλη ● ΦΡ.: η εις Άδου κάθοδος: ΕΚΚΛΗΣ. ο χαρακτηριστικότερος τύπος παράστασης της Ανάστασης στην ορθόδοξη εικονογραφία, κατά τον οποίο ο Χριστός ανασύρει τους Πρωτόπλαστους από τον Άδη., πήγα (στον Άδη) και γύρισα (οικ.): πέρασα μεγάλο κίνδυνο, έφτασα στα πρόθυρα του θανάτου: Η εγχείρηση ήταν πολύ σοβαρή, ~ ~., σαν τους στραβούς στον Άδη (προφ.): για πρόσωπα που ακολουθούν άκριτα και μοιρολατρικά μια επικίνδυνη πορεία: Πηγαίναμε/προχωρούσαμε ~ ~ (= εντελώς στα τυφλά). [< αρχ. Ἅδης]
746αδηφαγία[ἀδηφαγία] α-δη-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) ανικανοποίητη και διαρκής επιθυμία για κάτι: εξουσιαστική/εργοδοτική ~. Η ~ του κομματικού κράτους/των μονοπωλίων/των πολυεθνικών. Καταστράφηκαν στη δίνη της ~ας (= απληστίας, πλεονεξίας) τους. Πβ. ταμάχι. ΑΝΤ. ολιγάρκεια 2. κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού, ακόρεστη πείνα: ακατάσχετη/ασυγκράτητη ~. Πβ. βουλιμία, γαστριμαργία, λαιμαργία, πολυφαγία. Βλ. -φαγία. [< 1: αρχ. ἀδηφαγία]
747αδηφάγος, ος/α, ο [ἀδηφάγος] α-δη-φά-γος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ανικανοποίητη επιθυμία για κάτι, άπληστος, ακόρεστος: ~ος: ανταγωνισμός/επιχειρηματίας (= πλεονέκτης)/καταναλωτισμός. ~ος/α: γραφειοκρατία/περιέργεια. ~ο: κράτος. ~α: βλέμματα (ΣΥΝ. αχόρταγα). 2. (για ανθρώπους και ζώα) λαίμαργος. Πβ. φαγάς.|| (μτφ.-θετ. συνυποδ.) ~ αναγνώστης (: που «καταβροχθίζει» τα βιβλία, παθιασμένος φιλαναγνώστης). 3. (μτφ.) που χρειάζεται υπέρογκα ποσά, για να λειτουργήσει, να υλοποιηθεί: ~ος: (κρατικός) μηχανισμός. ~ο: έργο. ΣΥΝ. πολυδάπανος 4. (μτφ.) καταστροφικός: ~ος: πόλεμος. ~ες: φλόγες. Βλ. -φάγος. [< αρχ. ἀδηφάγος]
750αδιαβάθμητος, η, ο [ἀδιαβάθμητος] α-δι-α-βάθ-μη-τος επίθ. & αδιαβάθμιστος 1. που δεν έχει διαβαθμιστεί, δεν έχει αξιολογηθεί και κατηγοριοποιηθεί: ~ος: εκπαιδευτικός φορέας/ηλεκτρονικός έλεγχος. ~η: αξία/κατανομή ισχύος/ρύθμιση. ~ο: επίπεδο/ίδρυμα/μέγεθος. ~οι: παίκτες/τίτλοι σπουδών (: που δεν υπάγονται σε βαθμολογική κλίμακα). 2. (για πληροφοριακό υλικό) που δεν εντάσσεται σε περιορισμούς ασφαλείας, που επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί: ~η: έκθεση (του Υπουργείου Εξωτερικών). ~ο: έγγραφο (ΑΝΤ. απόρρητο, εμπιστευτικό). ΣΥΝ. κοινοποιήσιμος [< γαλλ. non classifié]
751αδιάβαστος, η, ο [ἀδιάβαστος] α-διά-βα-στος επίθ. ΑΝΤ. διαβασμένος 1. που δεν έχει διαβάσει, μελετήσει κάτι και γενικότ. που δεν είναι καλλιεργημένος: Πήγε στο σχολείο/στις εξετάσεις (τελείως) ~ (= αμελέτητος). Πάλι ~ είσαι/ήρθες (στο μάθημα);|| ~ο και απαίδευτο κοινό (πβ. ακαλλιέργητο). 2. που δεν είναι κατάλληλα ενημερωμένος, απροετοίμαστος: Με βρίσκεις/πιάνεις ~ο. ΣΥΝ. ανενημέρωτος (1) 3. (για κείμενο) που δεν το έχουν διαβάσει, μελετήσει ή σπάν. που δεν είναι δυνατό να διαβαστεί: ~α: ηλεκτρονικά μηνύματα. Έχω αφήσει τα τελευταία κεφάλαια ~α.|| Ο πάπυρος ήταν όχι απλώς δυσανάγνωστος, αλλά εντελώς ~.|| (μτφ.-προφ.) Τα νομοσχέδια πήγαν ~α (: καταψηφίστηκαν). 4. (λαϊκό) άψαλτος: Τον έθαψαν ~ο. ● ΦΡ.: στέλνω κάποιον αδιάβαστο & (σπάν.) άψαλτο (νεαν. αργκό): προκαλώ αμηχανία σε κάποιον, αποκαλύπτω την άγνοιά του για κάτι, τον αποστομώνω, αποσβολώνω: Μ' έστειλε ~η για άλλη μια φορά!|| Ο νέος του δίσκος σε ~ει ~ (: καταπλήσσει)! [< αγγλ. unread]
752αδιαβατικός, ή, ό [ἀδιαβατικός] α-δι-α-βα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. (για θερμοδυναμική διαδικασία) που γίνεται χωρίς θερμική ανταλλαγή με το περιβάλλον: ~ός: αντιδραστήρας/νόμος/στρόβιλος. ~ή: (ΜΕΤΕΩΡ.) ατμόσφαιρα/εξίσωση/καμπύλη/μεταβολή/ψύξη. Βλ. ισεντροπικός. [< γαλλ. adiabatique, αγγλ. adiabatic]
753αδιάβατος, η, ο [ἀδιάβατος] α-διά-βα-τος επίθ.: που δεν διασχίζεται, δεν διαπερνάται εύκολα: ~ος: δρόμος (ΣΥΝ. άβατος, απροσπέλαστος). ~ο: δάσος/μονοπάτι (ΑΝΤ. βατό)/πέρασμα/ποτάμι. Πβ. αδιαπέραστος. ΑΝΤ. διαβατός [< αρχ. ἀδιάβατος]
754αδιάβλητος, η, ο [ἀδιάβλητος] α-δι-ά-βλη-τος επίθ.: αμερόληπτος, που δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρος ή παράνομος: ~ος: διαγωνισμός/θεσμός. ~η: αξιολόγηση/έρευνα. ~ο: σύστημα. ~ες: διαδικασίες/εκλογές/εξετάσεις. ~α: κριτήρια/πρόσωπα/συμπεράσματα. Η κλήρωση ως ~ τρόπος επιλογής. ΑΝΤ. διαβλητός ● Ουσ.: αδιάβλητο (το): ο χαρακτήρας του αδιάβλητου: το ~ των συναλλαγών/της ψηφοφορίας. [< αρχ. ἀδιάβλητος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.