Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17380-17400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16517εντοιχίζω[ἐντοιχίζω] ε-ντοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {εντοίχι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εντοιχιζ-ζόμενος}: (συνήθ. για συσκευή ή έπιπλο) βάζω, προσαρμόζω κάτι μόνιμα σε εσοχή τοίχου, ώστε να μην προεξέχει: Ο φούρνος μπορεί να ~στεί κάτω από πάγκο.|| (ΑΡΧΙΤ.) Στο μνημείο ~στηκε αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα. [< γαλλ. encastrer]
16518εντοιχισμένος, η, ο [ἐντοιχισμένος] ε-ντοι-χι-σμέ-νος επίθ.: που έχει εντοιχιστεί: ~ο: ψυγείο. ~η: κουζίνα.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~α: ανάγλυφα. [< γαλλ. encastré]
16519εντοιχισμός[ἐντοιχισμός] ε-ντοι-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) εντοίχιση (η): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντοιχίζω: ~ κουζίνας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. encastrement]
16520έντοκος, η, ο [ἔντοκος] έ-ντο-κος επίθ.: που αποφέρει τόκο ή επιβαρύνεται με τόκο: ~ος: λογαριασμός (όψεως). ~η: κατάθεση.|| ~ο: δάνειο/χρηματοδοτικό πρόγραμμα. ~ες: δόσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. γραμμάτια). Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. άτοκος ● επίρρ.: έντοκα & (λόγ.) εντόκως ● ΣΥΜΠΛ.: έντοκα γραμμάτια (του Δημοσίου) βλ. γραμμάτιο [< μτγν. ἔντοκος]
16521εντολέας[ἐντολέας] ε-ντο-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(λόγ.) εντολ-έως | -είς, -έων}: ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή, ώστε να εκτελεστεί πράξη ή να διευθετηθεί υπόθεση. ΣΥΝ. εντολοδότης ΑΝΤ. εντολοδόχος [< μτγν. ἐντολεύς, γαλλ. mandant]
16523εντολέας

[ἐντολοδότης] ε-ντο-λο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. εντολέας. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. εντολοδόχος

16522εντολή[ἐντολή] ε-ντο-λή ουσ. (θηλ.) 1. διαταγή ή παραγγελία από ανώτερη Αρχή προς υφιστάμενη, η εκτέλεση της οποίας είναι απαραίτητη: αυστηρή/γραπτή/επίσημη/προφορική/υπηρεσιακή ~. ~ ελέγχου/έρευνας. Με εισαγγελική ~. Έλαβε/πήρε ~. Δέχεται/υπακούει σε ~ές. Έχω ~ από τη διοίκηση να μη μιλήσω για το θέμα. Δεν δεσμεύονται από καμία επιτακτική ~. Εκδόθηκε προσωρινή ~ διακοπής των εργασιών. Περιμένω σχετικές ~ές. Δόθηκαν σαφείς ~ές και οδηγίες. Εκτελούσε ~ές ανωτέρων. Πραγματοποιεί την ~ή. Πβ. προσταγή. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κωδικοποιημένη οδηγία που δίνεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γενικότ. συσκευή για την εφαρμογή συγκεκριμένης λειτουργίας και η σχετική ενέργεια: ~ αναζήτησης/αποθήκευσης/διαγραφής/εκτέλεσης (εργασίας)/εκτύπωσης/εξόδου/μορφοποίησης. Διαγραφή/εισαγωγή/πλήκτρο ~ής. Γραμμή ~ών. ~ές σε γλώσσα μηχανής (βλ. μακρο~, μικρο~). Βλ. πρόγραμμα, ψευδο~.|| (ΤΗΛΕΠ.) Διενέργεια κλήσεων με φωνητική ~. 3. ΟΙΚΟΝ. διαδικασία κατά την οποία μεταφέρεται ή καταβάλλεται χρηματικό ποσό μέσω τράπεζας, ύστερα από εξουσιοδότηση· το ίδιο το ποσό: ταχυδρομική (βλ. επιταγή)/τηλεγραφική/τηλεφωνική/τραπεζική ~ (πβ. έμβασμα). ~ αγοράς/πληρωμής (ΦΠΑ)/πώλησης. Ακύρωση/διαβίβαση ~ής. Πάγια ~ εξόφλησης λογαριασμού μέσω πιστωτικής κάρτας. Χρηματιστηριακή ~ (: για εκτέλεση συναλλαγής). 4. ΝΟΜ. σύμβαση κατά την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εντολοδόχος) αναλαμβάνει χωρίς αμοιβή να διεκπεραιώσει υπόθεση που του αναθέτει ο άλλος (εντολοδότης): ανέκκλητη ~. ~ αντιπροσώπευσης/εκπροσώπησης. 5. ΠΟΛΙΤ. ανάθεση της πολιτικής εξουσίας σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή κόμματα, η οποία προκύπτει μέσω εκλογών: ~ σχηματισμού κυβέρνησης (: από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας). Η κυβέρνηση έχει ισχυρή λαϊκή ~. 6. ΙΣΤ. -ΝΟΜ. προσωρινή κηδεμονία, υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, ορισμένων περιοχών με μεγάλη γεωπολιτική σημασία, που μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έμειναν χωρίς κεντρική εξουσία: καθεστώς ~ής. Εδάφη υπό διεθνή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διερευνητική εντολή: ΠΟΛΙΤ. με την οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει (σε περίπτωση που δεν υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία εδρών) σε αρχηγό κόμματος να διερευνήσει αν έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση που θα μπορέσει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. [< γαλλ. mandat exploratoire] , εντολή/διαταγή πληρωμής: ΝΟΜ. τίτλος εκτελεστός που εκδίδεται από ειρηνοδίκη ή δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, με τον οποίο ο οφειλέτης διατάσσεται να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό ή να παράσχει τα οφειλόμενα χρεόγραφα., αρχείο εντολών βλ. αρχείο, κατάθεση (της) εντολής βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: δέκα εντολές 1. ΘΕΟΛ. κατάλογος δέκα ηθικών κανόνων που δόθηκαν από τον Θεό στον Μωυσή στο όρος Σινά, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη. Πβ. δεκάλογος. 2. (μτφ.) απαράβατες αρχές: οι ~ ~ των αγωνιστικών κανονισμών., κατ' εντολή(ν)/βάσει εντολής/εντολών (λόγ.): σύμφωνα με τη διαταγή: Δρουν/ενεργούν/λειτουργούν ~ ~ του διευθυντή/της πολιτικής ηγεσίας/της υπηρεσίας., κατόπιν εντολής (λόγ.): ύστερα από προσταγή: Ο φάκελος της υπόθεσης άνοιξε ~ ~ του εισαγγελέα., καταθέτω την εντολή βλ. καταθέτω [< 1: αρχ. ἐντολή]
16524εντολοδόχος[ἐντολοδόχος] ε-ντο-λο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει αναλάβει την εντολή να εκτελέσει κάτι ή να διεκπεραιώσει μια υπόθεση: Ο ~ κατέθεσε την αγωγή.|| (ως επίθ.) ~ος: δικηγόρος. ~ος: εταιρεία (π.χ. διαφημιστική ή κατασκευαστική). Πβ. αντι-, εκ-πρόσωπος, εξουσιοδοτημένος, πληρεξούσιος.|| (κατ' επέκτ. για βουλευτές, κυβέρνηση) Οι ~οι του λαού/των πολιτών.|| (αρνητ. συνυποδ.) Εμφανίζεται/λειτουργεί ως ~ των ξένων συμφερόντων (πβ. άθυρμα, μαριονέτα, πιόνι, τσιράκι, υποχείριο). Βλ. -δόχος. ΑΝΤ. εντολοδότης ● ΣΥΜΠΛ.: εντολοδόχος πρωθυπουργός: που σχηματίζει κυβέρνηση κατόπιν διερευνητικής εντολής του ανώτατου άρχοντα, χωρίς να έχει ακόμη την ψήφο εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου. [< γερμ. Mandatar, γαλλ. mandataire]
16525εντομή[ἐντομή] ε-ντο-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βαθιά τομή, σχισμή: ~ές στον κορμό του δέντρου. Πβ. εγκοπή, χαρακιά. [< αρχ. ἐντομή]
16526έντομο[ἔντομο] έ-ντο-μο ουσ. (ουδ.) {εντόμ-ου | -ων}: ΖΩΟΛ. κάθε μικρό αρθρωτό, ασπόνδυλο ζώο, το σώμα του οποίου διαιρείται σε τρία μέρη, την κεφαλή, τον θώρακα και την κοιλιά και φέρει τρία ζεύγη ποδιών και συνήθ. δύο κεραίες και ένα ή δύο ζεύγη φτερών: εξάποδο ~. Εντομοφάγα/έρποντα/κοινωνικά (βλ. μέλισσα, μυρμήγκι, τερμίτης)/νυκτόβια/ξυλοφάγα/παρασιτικά/σαρκοφάγα/φυτοφάγα ~α. Δήγματα ~ων. Βλ. αρθρόποδα, δί-, κολεό-, λεπιδό-, υμενό-πτερα. [< αρχ. ἔντομον ‘που έχει στο σώμα του εντομές’, γαλλ. insecte, αγγλ. insect < λατ. insectum, μεταφραστικό δάνειo από την Ελληνική]
16527εντομοαπωθητικός, ή, ό [ἐντομοαπωθητικός] ε-ντο-μο-α-πω-θη-τι-κός επίθ. (λόγ.): (για ουσία ή συσκευή) που απωθεί τα έντομα, κυρ. τα κουνούπια και τις σκνίπες: ~ές: ταμπλέτες.|| (ως ουσ.) Υγρά ~ά και εντομοκτόνα σε συσκευασία αεροζόλ. Βλ. σπιράλ, φιδάκι. [< αγγλ. insect-repellent, 1953]
16528εντομοκτόνος, ος, ο [ἐντομοκτόνος] ε-ντο-μο-κτό-νος επίθ.: που σκοτώνει τα έντομα· κυρ. στο ● Ουσ.: εντομοκτόνο (το): χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση εντόμων: βιολογικό/ηλεκτρικό/ισχυρό/οργανοφωσφορικό ~. ~ σε σπρέι (= αεροζόλ). Φυτοφάρμακα και ~α. Βλ. -κτόνο. [< γαλλ. insecticide]
16529εντομολογία[ἐντομολογία] ε-ντο-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΖΩΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τα έντομα: γεωργική/δασική/ιατροδικαστική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. entomologie, αγγλ. entomology]
16530εντομολογικός, ή, ό [ἐντομολογικός] ε-ντο-μο-λο-γι-κός επίθ. ΖΩΟΛ. 1. που σχετίζεται με την εντομολογία: ~ή: Εταιρεία Ελλάδος. ~ό: Συνέδριο. 2. (καταχρ.) που αναφέρεται στα έντομα: ~ός: εχθρός (π.χ. του αμπελιού). [< γαλλ. entomologique, αγγλ. entomological]
16531εντομολόγος[ἐντομολόγος] ε-ντο-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ζωολόγος με ειδίκευση στην εντομολογία: βιολόγος/γεωπόνος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. entomologiste, αγγλ. entomologist]
16532εντομοπαγίδα[ἐντομοπαγίδα] ε-ντο-μο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): παγίδα εντόμων: ~ για μύγες/κουνούπια. Ηλεκτρική ~ εξωτερικού/εσωτερικού χώρου.
16533εντομοπανίδα[ἐντομοπανίδα] ε-ντο-μο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των εντόμων που ζουν σε ορισμένη περιοχή ή βιότοπο. [< αγγλ. insect fauna]
16534εντομοφάγος, ος, ο [ἐντομοφάγος] ε-ντο-μο-φά-γος επίθ. {συνηθέστ. στο ουδ.}: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με έντομα: ~α: έντομα/ερπετά/πουλιά/φυτά.|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. θηλαστικά, βλ. μυγαλή, σκαντζόχοιρος, τυφλοπόντικας). Βλ. -φάγος. [< γαλλ. entomophage, insectivore, αγγλ. entomophagous]
16535έντονος, η, ο [ἔντονος] έ-ντο-νος επίθ. 1. που έχει δύναμη, ένταση, ζωντάνια, ορμή, ενέργεια: ~ος: βήχας/θόρυβος/πόνος (= ισχυρός). ~η: ανησυχία/γεύση/επιθυμία/μυρωδιά (= βαριά, ΑΝΤ. απαλή, διακριτική)/παρουσία/σχέση. ~ο: ενδιαφέρον/κρύο (= δριμύ)/συναίσθημα. ~οι: ρυθμοί (ανάπτυξης/προετοιμασίας). ~α: γράμματα (= μπολντ)/καιρικά φαινόμενα (= σφοδρά)/χρώματα (= ζωηρά, χτυπητά, ΑΝΤ. αχνά). ΣΥΝ. δυνατός (3) ΑΝΤ. άτονος (1) 2. που εκδηλώνεται, ασκείται ή εκτελείται με σφοδρότητα και οξύτητα, ξεπερνώντας τα κοινά μέτρα: ~ος: αγώνας. ~η: αντιπαράθεση/διαμαρτυρία/διαμάχη (= οξεία)/δραστηριότητα/κινητικότητα/προσπάθεια (= εντατική, πυρετώδης)/σωματική άσκηση. ~ο: ύφος (πβ. αυστηρό). ~ες: πιέσεις. Σε ~ο κλίμα. ● επίρρ.: έντονα & (λόγ.) εντόνως ● ΣΥΜΠΛ.: έντονη ζωή (μτφ.): που χαρακτηρίζεται από εντατικούς ρυθμούς (πολλές ενασχολήσεις, συναισθηματικές διακυμάνσεις, πάθη): Έχει ζήσει/κάνει ~ ~. [< αρχ. ἔντονος]
16536εντοπίζω[ἐντοπίζω] ε-ντο-πί-ζω ρ. (μτβ.) {εντόπι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εντοπίζ-οντας} 1. ορίζω με ακρίβεια το σημείο ή τον τόπο όπου βρίσκεται κάποιος ή κάτι: Το ραντάρ ~ει τον στόχο. Οι αστυνομικές δυνάμεις ~σαν τους δράστες. Η βλάβη ~εται στο ελατήριο. ~στηκε (= βρέθηκε) ο αγνοούμενος/το πτώμα. ~στηκαν όπλα/συντρίμμια αεροσκάφους. ~σμένα: κοιτάσματα πετρελαίου. 2. επισημαίνω, διαπιστώνω: ~ τα λάθη. Ποινικές ευθύνες ~σε η εισαγγελική έρευνα. Το πρόβλημα δεν ~εται (= έγκειται) μόνο στο ...|| (ΙΑΤΡ.) Πάθηση που ~εται (= εκδηλώνεται) στις περιφερικές αρθρώσεις. ~στηκε κρούσμα αφθώδους πυρετού. ● Παθ.: εντοπίστηκε: περιορίστηκε, επικεντρώθηκε: Η συζήτηση ~ (= εστιάστηκε) στο κρίσιμο ζήτημα της λειψυδρίας. [< μεσν. εντοπίζω, γαλλ. localiser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.