Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17380-17400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16523εντολοδότης[ἐντολοδότης] ε-ντο-λο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. εντολέας. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. εντολοδόχος
16524εντολοδόχος[ἐντολοδόχος] ε-ντο-λο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει αναλάβει την εντολή να εκτελέσει κάτι ή να διεκπεραιώσει μια υπόθεση: Ο ~ κατέθεσε την αγωγή.|| (ως επίθ.) ~ος: δικηγόρος. ~ος: εταιρεία (π.χ. διαφημιστική ή κατασκευαστική). Πβ. αντι-, εκ-πρόσωπος, εξουσιοδοτημένος, πληρεξούσιος.|| (κατ' επέκτ. για βουλευτές, κυβέρνηση) Οι ~οι του λαού/των πολιτών.|| (αρνητ. συνυποδ.) Εμφανίζεται/λειτουργεί ως ~ των ξένων συμφερόντων (πβ. άθυρμα, μαριονέτα, πιόνι, τσιράκι, υποχείριο). Βλ. -δόχος. ΑΝΤ. εντολοδότης ● ΣΥΜΠΛ.: εντολοδόχος πρωθυπουργός: που σχηματίζει κυβέρνηση κατόπιν διερευνητικής εντολής του ανώτατου άρχοντα, χωρίς να έχει ακόμη την ψήφο εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου. [< γερμ. Mandatar, γαλλ. mandataire]
16525εντομή[ἐντομή] ε-ντο-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βαθιά τομή, σχισμή: ~ές στον κορμό του δέντρου. Πβ. εγκοπή, χαρακιά. [< αρχ. ἐντομή]
16526έντομο[ἔντομο] έ-ντο-μο ουσ. (ουδ.) {εντόμ-ου | -ων}: ΖΩΟΛ. κάθε μικρό αρθρωτό, ασπόνδυλο ζώο, το σώμα του οποίου διαιρείται σε τρία μέρη, την κεφαλή, τον θώρακα και την κοιλιά και φέρει τρία ζεύγη ποδιών και συνήθ. δύο κεραίες και ένα ή δύο ζεύγη φτερών: εξάποδο ~. Εντομοφάγα/έρποντα/κοινωνικά (βλ. μέλισσα, μυρμήγκι, τερμίτης)/νυκτόβια/ξυλοφάγα/παρασιτικά/σαρκοφάγα/φυτοφάγα ~α. Δήγματα ~ων. Βλ. αρθρόποδα, δί-, κολεό-, λεπιδό-, υμενό-πτερα. [< αρχ. ἔντομον ‘που έχει στο σώμα του εντομές’, γαλλ. insecte, αγγλ. insect < λατ. insectum, μεταφραστικό δάνειo από την Ελληνική]
16527εντομοαπωθητικός, ή, ό [ἐντομοαπωθητικός] ε-ντο-μο-α-πω-θη-τι-κός επίθ. (λόγ.): (για ουσία ή συσκευή) που απωθεί τα έντομα, κυρ. τα κουνούπια και τις σκνίπες: ~ές: ταμπλέτες.|| (ως ουσ.) Υγρά ~ά και εντομοκτόνα σε συσκευασία αεροζόλ. Βλ. σπιράλ, φιδάκι. [< αγγλ. insect-repellent, 1953]
16528εντομοκτόνος, ος, ο [ἐντομοκτόνος] ε-ντο-μο-κτό-νος επίθ.: που σκοτώνει τα έντομα· κυρ. στο ● Ουσ.: εντομοκτόνο (το): χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση εντόμων: βιολογικό/ηλεκτρικό/ισχυρό/οργανοφωσφορικό ~. ~ σε σπρέι (= αεροζόλ). Φυτοφάρμακα και ~α. Βλ. -κτόνο. [< γαλλ. insecticide]
16529εντομολογία[ἐντομολογία] ε-ντο-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΖΩΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τα έντομα: γεωργική/δασική/ιατροδικαστική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. entomologie, αγγλ. entomology]
16530εντομολογικός, ή, ό [ἐντομολογικός] ε-ντο-μο-λο-γι-κός επίθ. ΖΩΟΛ. 1. που σχετίζεται με την εντομολογία: ~ή: Εταιρεία Ελλάδος. ~ό: Συνέδριο. 2. (καταχρ.) που αναφέρεται στα έντομα: ~ός: εχθρός (π.χ. του αμπελιού). [< γαλλ. entomologique, αγγλ. entomological]
16531εντομολόγος[ἐντομολόγος] ε-ντο-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ζωολόγος με ειδίκευση στην εντομολογία: βιολόγος/γεωπόνος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. entomologiste, αγγλ. entomologist]
16532εντομοπαγίδα[ἐντομοπαγίδα] ε-ντο-μο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): παγίδα εντόμων: ~ για μύγες/κουνούπια. Ηλεκτρική ~ εξωτερικού/εσωτερικού χώρου.
16533εντομοπανίδα[ἐντομοπανίδα] ε-ντο-μο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των εντόμων που ζουν σε ορισμένη περιοχή ή βιότοπο. [< αγγλ. insect fauna]
16534εντομοφάγος, ος, ο [ἐντομοφάγος] ε-ντο-μο-φά-γος επίθ. {συνηθέστ. στο ουδ.}: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με έντομα: ~α: έντομα/ερπετά/πουλιά/φυτά.|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. θηλαστικά, βλ. μυγαλή, σκαντζόχοιρος, τυφλοπόντικας). Βλ. -φάγος. [< γαλλ. entomophage, insectivore, αγγλ. entomophagous]
16535έντονος, η, ο [ἔντονος] έ-ντο-νος επίθ. 1. που έχει δύναμη, ένταση, ζωντάνια, ορμή, ενέργεια: ~ος: βήχας/θόρυβος/πόνος (= ισχυρός). ~η: ανησυχία/γεύση/επιθυμία/μυρωδιά (= βαριά, ΑΝΤ. απαλή, διακριτική)/παρουσία/σχέση. ~ο: ενδιαφέρον/κρύο (= δριμύ)/συναίσθημα. ~οι: ρυθμοί (ανάπτυξης/προετοιμασίας). ~α: γράμματα (= μπολντ)/καιρικά φαινόμενα (= σφοδρά)/χρώματα (= ζωηρά, χτυπητά, ΑΝΤ. αχνά). ΣΥΝ. δυνατός (3) ΑΝΤ. άτονος (1) 2. που εκδηλώνεται, ασκείται ή εκτελείται με σφοδρότητα και οξύτητα, ξεπερνώντας τα κοινά μέτρα: ~ος: αγώνας. ~η: αντιπαράθεση/διαμαρτυρία/διαμάχη (= οξεία)/δραστηριότητα/κινητικότητα/προσπάθεια (= εντατική, πυρετώδης)/σωματική άσκηση. ~ο: ύφος (πβ. αυστηρό). ~ες: πιέσεις. Σε ~ο κλίμα. ● επίρρ.: έντονα & (λόγ.) εντόνως ● ΣΥΜΠΛ.: έντονη ζωή (μτφ.): που χαρακτηρίζεται από εντατικούς ρυθμούς (πολλές ενασχολήσεις, συναισθηματικές διακυμάνσεις, πάθη): Έχει ζήσει/κάνει ~ ~. [< αρχ. ἔντονος]
16536εντοπίζω[ἐντοπίζω] ε-ντο-πί-ζω ρ. (μτβ.) {εντόπι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εντοπίζ-οντας} 1. ορίζω με ακρίβεια το σημείο ή τον τόπο όπου βρίσκεται κάποιος ή κάτι: Το ραντάρ ~ει τον στόχο. Οι αστυνομικές δυνάμεις ~σαν τους δράστες. Η βλάβη ~εται στο ελατήριο. ~στηκε (= βρέθηκε) ο αγνοούμενος/το πτώμα. ~στηκαν όπλα/συντρίμμια αεροσκάφους. ~σμένα: κοιτάσματα πετρελαίου. 2. επισημαίνω, διαπιστώνω: ~ τα λάθη. Ποινικές ευθύνες ~σε η εισαγγελική έρευνα. Το πρόβλημα δεν ~εται (= έγκειται) μόνο στο ...|| (ΙΑΤΡ.) Πάθηση που ~εται (= εκδηλώνεται) στις περιφερικές αρθρώσεις. ~στηκε κρούσμα αφθώδους πυρετού. ● Παθ.: εντοπίστηκε: περιορίστηκε, επικεντρώθηκε: Η συζήτηση ~ (= εστιάστηκε) στο κρίσιμο ζήτημα της λειψυδρίας. [< μεσν. εντοπίζω, γαλλ. localiser]
16537εντόπιος, α, ο [ἐντόπιος] ε-ντό-πι-ος επίθ. (λόγ.): ντόπιος: ~ος: πληθυσμός (= αυτόχθων, γηγενής). ~α: αγορά (= εγχώρια).|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι πρόσφυγες. [< αρχ. ἐντόπιος]
16538εντοπιότητα[ἐντοπιότητα] ε-ντο-πι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το να είναι ένας δημόσιος υπάλληλος δημότης ή μόνιμος κάτοικος της περιοχής όπου υπηρετεί ή θα κληθεί να υπηρετήσει: το κριτήριο της ~ας. Μοριοδότηση της ~ας. Βλ. συνυπηρέτηση. 2. (σπάν.-λόγ.) η ιδιότητα του εντόπιου. Πβ. αυτοχθονία. Βλ. τοπικισμός, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εντοπιότητας: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. απαγόρευση σε ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων να υπηρετούν στην περιοχή από την οποία κατάγονται ή στην οποία είναι μόνιμα εγκατεστημένοι. [< γαλλ. localité]
16539εντοπίσιμος, η, ο [ἐντοπίσιμος] ε-ντο-πί-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να εντοπιστεί με ευκολία: ~ο: σημείο. Προσβάσιμη και εύκολα ~η θέση. Δύσκολα ~οι στόχοι. [< γαλλ. localisable]
16540εντοπισμός[ἐντοπισμός] ε-ντο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) & εντόπιση (η): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντοπίζω: έγκαιρος ~. ~ του δράστη/των ναυαγών (= εύρεση). ~ σκάφους/στόχου/χημικών όπλων.|| ~ αυτοκινήτου/κινητού μέσω δορυφόρου (: δορυφορικός ~). Συσκευές ~ού διαρροών. Παγκόσμιο σύστημα ~ού θέσης (= τζι πι ες).|| ~ των αιτιών (πβ. εξακρίβωση)/κινδύνων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ όγκου. ~ του πόνου στο κεφάλι/στην κοιλιά. Βλ. -ισμός, ηχο~, ραδιο~. [< γαλλ. localisation
16541εντοπιστής[ἐντοπιστής} ε-ντο-πι-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εντοπισμού: ασύρματος/ηχητικός (= σόναρ)/ψηφιακός ~. ~ αντικειμένων/θέσης (βλ. τζι πι ες)/κίνησης/μετάλλων. Βλ. ανιχνευτής, ραδιο~. [< αγγλ. tracker, detector]
16542εντοπιστικός, ή, ό [ἐντοπιστικός] ε-ντο-πι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στον εντοπισμό: ~ή: εξέταση/μαγνητική τομογραφία. [< γαλλ. localisateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.