| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16543 | εντός | [ἐντός] ε-ντός πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.) μέσα σε 1. συγκεκριμένο μέρος (πραγματικό ή νοητό): ~ γραφείου/νομού/πλαισίου/συνόρων (= στο εσωτερικό). ~ μου (= μέσα μου). Οικόπεδο ~ ορίων οικισμού/σχεδίου πόλεως. Σουτ ~ περιοχής. (ως επίρρ.) Πληροφορίες ~ (ενν. του καταστήματος). ΑΝΤ. εκτός (1) 2. ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ δέκα λεπτών/προθεσμίας (= εμπρόθεσμα, ΑΝΤ. εκπρόθεσμα)/της εβδομάδας/του μηνός. Η ολοκλήρωση των έργων αναμένεται ~ του έτους. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτός/εντός εναλλάξ γωνίες βλ. γωνία, εντός, εκτός και επί τα αυτά (γωνίες) βλ. γωνία ● ΦΡ.: εντός της ημέρας/των ημερών: μέσα σε αυτή τη μέρα/στις επόμενες μέρες: Το συμβούλιο θα αποφασίσει ~ ~. Τα αποτελέσματα αναμένονται ~ ~. Βλ. προσεχώς., εκτός/εντός παιδιάς βλ. παιδιά, εκτός/εντός των τειχών βλ. τείχος, εντός γάμου βλ. γάμος, εντός έδρας βλ. έδρα, εντός ολίγου βλ. ολίγος, εντός χρόνου βλ. χρόνος [< αρχ. ἐντός] | |
| 16544 | εντόσθια | [ἐντόσθια] ε-ντό-σθι-α ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -ίων}: τα εσωτερικά όργανα στην περιοχή του θώρακα και κυρ. της κοιλιάς ζώων, ιδ. των σφαγίων: νωπά ~. Τα ~ του αρνιού. ~ πουλερικών/ψαριών. Βρώσιμα/ψιλοκομμένα ~ για κοκορέτσι/μαγειρίτσα. Πβ. σπλάχνο, σωθικά. Βλ. έντερα, καρδιά, πνευμόνι, σπλήνα, συκώτι. [< αρχ. ἐντόσθια] | |
| 16545 | εντουράς | [ἐντουράς] ε-ντου-ράς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): οδηγός μοτοσικλέτας τύπου εντούρο ή αυτός που συμμετέχει ως οδηγός στους αντίστοιχους αγώνες. Βλ. -άς, τσοπεράς, χαρλεάς. | |
| 16546 | εντούρο | [ἐντοῦρο] ε-ντού-ρο επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνας μεγάλης απόστασης κυρ. για μοτοσικλέτες, ο οποίος γίνεται σε ανώμαλο δρόμο· συνεκδ. τύπος μοτοσικλέτας που είναι κατάλληλος για τέτοιου είδους αγώνες: πρωτάθλημα ~. ~ διαδρομή. Βλ. μοτοκρός.|| Οδηγεί μια ~. Βλ. τσόπερ. [< αμερικ. enduro, 1935, γαλλ. ~, 1970] | |
| 16547 | εντούτοις | [ἐντούτοις] ε-ντού-τοις σύνδ. (λόγ.) & (λογιότ.) εν τούτοις: ωστόσο, όμως, παρ' όλα αυτά: Έγιναν πολλές προσπάθειες· ~ απέβησαν άκαρπες. ΣΥΝ. μολαταύτα ● βλ. ούτος, αύτη, τούτο [< μεσν. φρ. εν τούτοις, γερμ. indessen] | |
| 16548 | εντράδα | [ἐντράδα] ε-ντρά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ονομασία φαγητών από κρέας και λαχανικά: αρνί/σούπα ~. Βλ. φρικασέ. [< μεσν. ιντράδα, εντράδα ‘σοδειά’ < βεν. intrada, entrada ‘είσοδος’ < ιταλ. entrata] | |
| 16549 | εντρέπομαι | βλ. ντρέπομαι | |
| 16550 | εντριβή | [ἐντριβή] ε-ντρι-βή ουσ. (θηλ.): τρίψιμο του δέρματος με υγρό ή αλοιφή για θεραπευτικούς λόγους: ~ με λάδι ελιάς/οινόπνευμα/πετρέλαιο. Κρέμα για ~. ~ές που ανακουφίζουν από τον πόνο. Πβ. μασάζ. [< γαλλ. friction] | |
| 16551 | εντριβής | , ής, ές [ἐντριβής] ε-ντρι-βής επίθ. {εντριβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-λόγ.): που έχει εντρυφήσει σε κάποιο γνωστικό αντικείμενο· καλός γνώστης: ~είς περί του θέματος αναγνώστες/στη φιλοσοφία. Πβ. ειδήμων, επαΐων. [< αρχ. ἐντριβής ‘έμπειρος’] | |
| 39963 | Έντρομος | , η, ο πε-ρί-τρο-μος επίθ. (λόγ.): κατατρομαγμένος. ΣΥΝ. έντρομος, περιδεής, περίφοβος ΑΝΤ. άτρομος, άφοβος ● επίρρ.: περίτρομα [< μτγν. περίτρομος] | |
| 16552 | έντρομος | , η, ο [ἔντρομος] έ-ντρο-μος επίθ.: που είναι γεμάτος τρόμο, κατατρομαγμένος, τρομοκρατημένος: Ξύπνησε/πετάχτηκε ~η από τον εφιάλτη. Εγκατέλειψαν ~οι τις θέσεις τους.|| ~η: φωνή. ~ο: βλέμμα. ΣΥΝ. περίτρομος ΑΝΤ. ατρόμητος, άτρομος [< μτγν. ἔντρομος] | |
| 16553 | εντροπή | βλ. ντροπή | |
| 16554 | εντροπία | [ἐντροπία] ε-ντρο-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. μέγεθος για τον υπολογισμό της ποσότητας της θερμικής ενέργειας που δεν είναι διαθέσιμη για την παραγωγή έργου∙ μέτρο της αταξίας ενός συστήματος (σύμβ. S): αρνητική/αυξημένη/μέγιστη/σταθερή/χαμηλή ~. Βλ. χάος. 2. (γενικότ.) βαθμός αβεβαιότητας, αστάθειας, αποδιοργάνωσης ή αταξίας σε ένα σύστημα: ~ της ζωής/της πολιτικής.|| (ΦΥΣ.-ΦΙΛΟΣ.) ~ του Σύμπαντος.|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) Καπιταλιστική/κοινωνική ~.|| (ΒΙΟΛ.) Οι ζωντανοί οργανισμοί επιτυγχάνουν κατάσταση σταθερότητας με αρνητική ~.|| (Θεωρία των Πληροφοριών) ~ πηγής. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων (bits) που χρειάζονται για την κωδικοποίηση πληροφορίας. [< πβ. αρχ. ἐντροπίη ΄συστολή, ντροπή’, γερμ. Entropie, γαλλ. entropie, αγγλ. entropy] | |
| 16555 | εντροπικός | , ή, ό [ἐντροπικός] ε-ντρο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εντροπία: (ΘΕΡΜΟΔ.-ΦΥΣ.-ΦΙΛΟΣ.) ~ός: θάνατος. ~ή: θεωρία.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: κωδικοποίηση. [< πβ. μτγν. ἐντροπικός 'ντροπαλός', αγγλ. entropic, 1930] | |
| 16556 | εντρόπιο | [ἐντρόπιο] ε-ντρό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία το βλέφαρο, συνήθ. το κάτω, στρέφεται προς τα μέσα. Βλ. βλεφαρόπτωση, τριχίαση. ΑΝΤ. εκτρόπιο [< γαλλ.-αγγλ. entropion] | |
| 16557 | εντρύφημα | [ἐντρύφημα] ε-ντρύ-φη-μα ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): κάθε γραπτό έργο που χαρίζει πνευματική απόλαυση και βοηθά τους αναγνώστες να εντρυφήσουν στο θέμα του: λογοτεχνικό ~. [< μτγν. ἐντρύφημα ‘ευχαρίστηση, απόλαυση’] | |
| 16558 | εντρύφηση | [ἐντρύφηση] ε-ντρύ-φη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντρυφώ: πολυετής ~ στα γράμματα/στο θέατρο. [< μεσν. εντρύφησις] | |
| 16559 | εντρυφώ | [ἐντρυφῶ] ε-ντρυ-φώ ρ. (αμτβ.) {εντρυφ-εί (σπανιότ.) -ά ... | εντρύφ-ησα, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μελετώ ευχάριστα, συστηματικά και σε βάθος ένα γνωστικό αντικείμενο, με αποτέλεσμα να γίνω καλός γνώστης και κάτοχός του: ~ησε στην αρχαία ελληνική γραμματεία/στα μυστικά (της μουσικής). Πβ. εγκύπτω, εμβαθύνω. [< αρχ. ἐντρυφῶ ‘ευφραίνομαι’] | |
| 16560 | έντυπο | [ἔντυπο] έ-ντυ-πο ουσ. (ουδ.) {εντύπ-ου | -ων}: οτιδήποτε περιέχει τυπωμένο κείμενο (συνήθ. με μικρό αριθμό σελίδων): διαφημιστικά (πβ. προσπέκτους)/ενημερωτικά/επιστημονικά/μαθητικά/πολιτι(στι)κά ~α. ~ο: έντυπο (βλ. Τύπος). Σταντ (= προσπεκτοθήκη)/σχεδίαση ~ύπων. ~ που εκδίδεται σε μηνιαία βάση. Βλ. μπροσούρα, περιοδικό, φυλλάδιο.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ αίτησης/αξιολόγησης/συμμετοχής/υπεύθυνης δήλωσης/υποβολής πρότασης. Φορολογικά ~α. Συμπληρώστε το ~. Πβ. φόρμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακό/ηλεκτρονικό έντυπο: ΠΛΗΡΟΦ. που μπορεί κάποιος να το διαβάσει και να το επεξεργαστεί μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή: ανάγνωση/καταχώριση ~ού ~ου. Κατεβάζω το ~ ~. Βλ. ψηφιακή/ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. [< γαλλ. imprimé] | |
| 16561 | εντυποδιανομή | [ἐντυποδιανομή] ε-ντυ-πο-δι-α-νο-μή ουσ. (θηλ.): διανομή εντύπων: ~ πόρτα-πόρτα. Βλ. κούριερ, ταχυδιανομή. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ