Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17400-17420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16537εντόπιος, α, ο [ἐντόπιος] ε-ντό-πι-ος επίθ. (λόγ.): ντόπιος: ~ος: πληθυσμός (= αυτόχθων, γηγενής). ~α: αγορά (= εγχώρια).|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι πρόσφυγες. [< αρχ. ἐντόπιος]
16538εντοπιότητα[ἐντοπιότητα] ε-ντο-πι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το να είναι ένας δημόσιος υπάλληλος δημότης ή μόνιμος κάτοικος της περιοχής όπου υπηρετεί ή θα κληθεί να υπηρετήσει: το κριτήριο της ~ας. Μοριοδότηση της ~ας. Βλ. συνυπηρέτηση. 2. (σπάν.-λόγ.) η ιδιότητα του εντόπιου. Πβ. αυτοχθονία. Βλ. τοπικισμός, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εντοπιότητας: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. απαγόρευση σε ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων να υπηρετούν στην περιοχή από την οποία κατάγονται ή στην οποία είναι μόνιμα εγκατεστημένοι. [< γαλλ. localité]
16539εντοπίσιμος, η, ο [ἐντοπίσιμος] ε-ντο-πί-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να εντοπιστεί με ευκολία: ~ο: σημείο. Προσβάσιμη και εύκολα ~η θέση. Δύσκολα ~οι στόχοι. [< γαλλ. localisable]
16540εντοπισμός[ἐντοπισμός] ε-ντο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) & εντόπιση (η): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντοπίζω: έγκαιρος ~. ~ του δράστη/των ναυαγών (= εύρεση). ~ σκάφους/στόχου/χημικών όπλων.|| ~ αυτοκινήτου/κινητού μέσω δορυφόρου (: δορυφορικός ~). Συσκευές ~ού διαρροών. Παγκόσμιο σύστημα ~ού θέσης (= τζι πι ες).|| ~ των αιτιών (πβ. εξακρίβωση)/κινδύνων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ όγκου. ~ του πόνου στο κεφάλι/στην κοιλιά. Βλ. -ισμός, ηχο~, ραδιο~. [< γαλλ. localisation
16541εντοπιστής[ἐντοπιστής} ε-ντο-πι-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εντοπισμού: ασύρματος/ηχητικός (= σόναρ)/ψηφιακός ~. ~ αντικειμένων/θέσης (βλ. τζι πι ες)/κίνησης/μετάλλων. Βλ. ανιχνευτής, ραδιο~. [< αγγλ. tracker, detector]
16542εντοπιστικός, ή, ό [ἐντοπιστικός] ε-ντο-πι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στον εντοπισμό: ~ή: εξέταση/μαγνητική τομογραφία. [< γαλλ. localisateur]
16543εντός[ἐντός] ε-ντός πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.) μέσα σε 1. συγκεκριμένο μέρος (πραγματικό ή νοητό): ~ γραφείου/νομού/πλαισίου/συνόρων (= στο εσωτερικό). ~ μου (= μέσα μου). Οικόπεδο ~ ορίων οικισμού/σχεδίου πόλεως. Σουτ ~ περιοχής. (ως επίρρ.) Πληροφορίες ~ (ενν. του καταστήματος). ΑΝΤ. εκτός (1) 2. ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ δέκα λεπτών/προθεσμίας (= εμπρόθεσμα, ΑΝΤ. εκπρόθεσμα)/της εβδομάδας/του μηνός. Η ολοκλήρωση των έργων αναμένεται ~ του έτους. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτός/εντός εναλλάξ γωνίες βλ. γωνία, εντός, εκτός και επί τα αυτά (γωνίες) βλ. γωνία ● ΦΡ.: εντός της ημέρας/των ημερών: μέσα σε αυτή τη μέρα/στις επόμενες μέρες: Το συμβούλιο θα αποφασίσει ~ ~. Τα αποτελέσματα αναμένονται ~ ~. Βλ. προσεχώς., εκτός/εντός παιδιάς βλ. παιδιά, εκτός/εντός των τειχών βλ. τείχος, εντός γάμου βλ. γάμος, εντός έδρας βλ. έδρα, εντός ολίγου βλ. ολίγος, εντός χρόνου βλ. χρόνος [< αρχ. ἐντός]
16544εντόσθια[ἐντόσθια] ε-ντό-σθι-α ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -ίων}: τα εσωτερικά όργανα στην περιοχή του θώρακα και κυρ. της κοιλιάς ζώων, ιδ. των σφαγίων: νωπά ~. Τα ~ του αρνιού. ~ πουλερικών/ψαριών. Βρώσιμα/ψιλοκομμένα ~ για κοκορέτσι/μαγειρίτσα. Πβ. σπλάχνο, σωθικά. Βλ. έντερα, καρδιά, πνευμόνι, σπλήνα, συκώτι. [< αρχ. ἐντόσθια]
16545εντουράς[ἐντουράς] ε-ντου-ράς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): οδηγός μοτοσικλέτας τύπου εντούρο ή αυτός που συμμετέχει ως οδηγός στους αντίστοιχους αγώνες. Βλ. -άς, τσοπεράς, χαρλεάς.
16546εντούρο[ἐντοῦρο] ε-ντού-ρο επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνας μεγάλης απόστασης κυρ. για μοτοσικλέτες, ο οποίος γίνεται σε ανώμαλο δρόμο· συνεκδ. τύπος μοτοσικλέτας που είναι κατάλληλος για τέτοιου είδους αγώνες: πρωτάθλημα ~. ~ διαδρομή. Βλ. μοτοκρός.|| Οδηγεί μια ~. Βλ. τσόπερ. [< αμερικ. enduro, 1935, γαλλ. ~, 1970]
16547εντούτοις[ἐντούτοις] ε-ντού-τοις σύνδ. (λόγ.) & (λογιότ.) εν τούτοις: ωστόσο, όμως, παρ' όλα αυτά: Έγιναν πολλές προσπάθειες· ~ απέβησαν άκαρπες. ΣΥΝ. μολαταύτα ● βλ. ούτος, αύτη, τούτο [< μεσν. φρ. εν τούτοις, γερμ. indessen]
16548εντράδα[ἐντράδα] ε-ντρά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ονομασία φαγητών από κρέας και λαχανικά: αρνί/σούπα ~. Βλ. φρικασέ. [< μεσν. ιντράδα, εντράδα ‘σοδειά’ < βεν. intrada, entrada ‘είσοδος’ < ιταλ. entrata]
16549εντρέπομαιβλ. ντρέπομαι
16550εντριβή[ἐντριβή] ε-ντρι-βή ουσ. (θηλ.): τρίψιμο του δέρματος με υγρό ή αλοιφή για θεραπευτικούς λόγους: ~ με λάδι ελιάς/οινόπνευμα/πετρέλαιο. Κρέμα για ~. ~ές που ανακουφίζουν από τον πόνο. Πβ. μασάζ. [< γαλλ. friction]
16551εντριβής, ής, ές [ἐντριβής] ε-ντρι-βής επίθ. {εντριβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-λόγ.): που έχει εντρυφήσει σε κάποιο γνωστικό αντικείμενο· καλός γνώστης: ~είς περί του θέματος αναγνώστες/στη φιλοσοφία. Πβ. ειδήμων, επαΐων. [< αρχ. ἐντριβής ‘έμπειρος’]
39963Έντρομος

, η, ο πε-ρί-τρο-μος επίθ. (λόγ.): κατατρομαγμένος. ΣΥΝ. έντρομος, περιδεής, περίφοβος ΑΝΤ. άτρομος, άφοβος ● επίρρ.: περίτρομα [< μτγν. περίτρομος]

16552έντρομος, η, ο [ἔντρομος] έ-ντρο-μος επίθ.: που είναι γεμάτος τρόμο, κατατρομαγμένος, τρομοκρατημένος: Ξύπνησε/πετάχτηκε ~η από τον εφιάλτη. Εγκατέλειψαν ~οι τις θέσεις τους.|| ~η: φωνή. ~ο: βλέμμα. ΣΥΝ. περίτρομος ΑΝΤ. ατρόμητος, άτρομος [< μτγν. ἔντρομος]
16553εντροπήβλ. ντροπή
16554εντροπία[ἐντροπία] ε-ντρο-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. μέγεθος για τον υπολογισμό της ποσότητας της θερμικής ενέργειας που δεν είναι διαθέσιμη για την παραγωγή έργου∙ μέτρο της αταξίας ενός συστήματος (σύμβ. S): αρνητική/αυξημένη/μέγιστη/σταθερή/χαμηλή ~. Βλ. χάος. 2. (γενικότ.) βαθμός αβεβαιότητας, αστάθειας, αποδιοργάνωσης ή αταξίας σε ένα σύστημα: ~ της ζωής/της πολιτικής.|| (ΦΥΣ.-ΦΙΛΟΣ.) ~ του Σύμπαντος.|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) Καπιταλιστική/κοινωνική ~.|| (ΒΙΟΛ.) Οι ζωντανοί οργανισμοί επιτυγχάνουν κατάσταση σταθερότητας με αρνητική ~.|| (Θεωρία των Πληροφοριών) ~ πηγής. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων (bits) που χρειάζονται για την κωδικοποίηση πληροφορίας. [< πβ. αρχ. ἐντροπίη ΄συστολή, ντροπή’, γερμ. Entropie, γαλλ. entropie, αγγλ. entropy]
16555εντροπικός, ή, ό [ἐντροπικός] ε-ντρο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εντροπία: (ΘΕΡΜΟΔ.-ΦΥΣ.-ΦΙΛΟΣ.) ~ός: θάνατος. ~ή: θεωρία.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: κωδικοποίηση. [< πβ. μτγν. ἐντροπικός 'ντροπαλός', αγγλ. entropic, 1930]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.