Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17420-17440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16556εντρόπιο[ἐντρόπιο] ε-ντρό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία το βλέφαρο, συνήθ. το κάτω, στρέφεται προς τα μέσα. Βλ. βλεφαρόπτωση, τριχίαση. ΑΝΤ. εκτρόπιο [< γαλλ.-αγγλ. entropion]
16557εντρύφημα[ἐντρύφημα] ε-ντρύ-φη-μα ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): κάθε γραπτό έργο που χαρίζει πνευματική απόλαυση και βοηθά τους αναγνώστες να εντρυφήσουν στο θέμα του: λογοτεχνικό ~. [< μτγν. ἐντρύφημα ‘ευχαρίστηση, απόλαυση’]
16558εντρύφηση[ἐντρύφηση] ε-ντρύ-φη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντρυφώ: πολυετής ~ στα γράμματα/στο θέατρο. [< μεσν. εντρύφησις]
16559εντρυφώ[ἐντρυφῶ] ε-ντρυ-φώ ρ. (αμτβ.) {εντρυφ-εί (σπανιότ.) -ά ... | εντρύφ-ησα, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μελετώ ευχάριστα, συστηματικά και σε βάθος ένα γνωστικό αντικείμενο, με αποτέλεσμα να γίνω καλός γνώστης και κάτοχός του: ~ησε στην αρχαία ελληνική γραμματεία/στα μυστικά (της μουσικής). Πβ. εγκύπτω, εμβαθύνω. [< αρχ. ἐντρυφῶ ‘ευφραίνομαι’]
16560έντυπο[ἔντυπο] έ-ντυ-πο ουσ. (ουδ.) {εντύπ-ου | -ων}: οτιδήποτε περιέχει τυπωμένο κείμενο (συνήθ. με μικρό αριθμό σελίδων): διαφημιστικά (πβ. προσπέκτους)/ενημερωτικά/επιστημονικά/μαθητικά/πολιτι(στι)κά ~α.  ~ο: έντυπο (βλ. Τύπος). Σταντ (= προσπεκτοθήκη)/σχεδίαση ~ύπων. ~ που εκδίδεται σε μηνιαία βάση. Βλ. μπροσούρα, περιοδικό, φυλλάδιο.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ αίτησης/αξιολόγησης/συμμετοχής/υπεύθυνης δήλωσης/υποβολής πρότασης. Φορολογικά ~α. Συμπληρώστε το ~. Πβ. φόρμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακό/ηλεκτρονικό έντυπο: ΠΛΗΡΟΦ. που μπορεί κάποιος να το διαβάσει και να το επεξεργαστεί μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή: ανάγνωση/καταχώριση ~ού ~ου. Κατεβάζω το ~ ~. Βλ. ψηφιακή/ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. [< γαλλ. imprimé]
16561εντυποδιανομή[ἐντυποδιανομή] ε-ντυ-πο-δι-α-νο-μή ουσ. (θηλ.): διανομή εντύπων: ~ πόρτα-πόρτα. Βλ. κούριερ, ταχυδιανομή.
16562έντυπος, η, ο [ἔντυπος] έ-ντυ-πος επίθ.: που έχει εκτυπωθεί: ~ος: κατάλογος/οδηγός. ~η: διαφήμιση/έκδοση/επικοινωνία. Ψηφιοποίηση ~ου υλικού. Οι αιτήσεις υποβάλλονται σε ~η και ηλεκτρονική μορφή. Βλ. δακτυλό-, χειρό-γραφος.|| Ο ~ Τύπος. Η ~η δημοσιογραφία/ενημέρωση. Τα ~α μέσα. Βλ. -τυπος2. ΣΥΝ. τυπωμένος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: έντυπος χώρος (ενν. εφημερίδας, περιοδικού): ΤΥΠΟΓΡ. που προορίζεται να καλυφθεί από κείμενα, σχέδια, φωτογραφίες. [< μτγν. ἔντυπος ‘επιδεκτικός αποτύπωσης’, γαλλ. imprimé]
16563εντυπώνω[ἐντυπώνω] ε-ντυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {εντύπω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: αποτυπώνω ερέθισμα οπτικό ή ηχητικό στο μυαλό μου: Η εικόνα/ιδέα ~θηκε βαθιά (έντονα) μέσα του/στη μνήμη του/στη συνείδησή του. Πβ. χαράζω. [< αρχ. ἐντυπῶ ‘εγχαράσσω, λαξεύω’, γαλλ. empreindre]
16564εντύπωση[ἐντύπωση] ε-ντύ-πω-ση ουσ. (θηλ.) 1. συναίσθημα, σκέψη, γνώμη, αίσθηση που προκαλείται από εξωτερικό ερέθισμα, χωρίς την παρέμβαση της λογικής: αμυδρή/άριστη/αρνητική/δυσάρεστη/ευχάριστη/ζωηρή/τελευταία ~. Ανάμικτες ~ώσεις. Ανταλλαγή/βιβλίο ~ώσεων. Ενισχύεται/καλλιεργείται/σχηματίζεται η ~ ότι ... Η αρχική/πρώτη ~ δεν είναι πάντα και η σωστή (βλ. διαίσθηση, ένστικτο). Παρά τη γενική ~ που επικρατεί ... Δημιουργείται εσφαλμένη/λάθος ~ για ... Αποκόμισαν πολύ θετικές ~ώσεις από τη διοργάνωση. Ποιες είναι οι ~ώσεις σου από το ταξίδι (: πώς σου φάνηκε); Έφυγαν με τις χειρότερες ~ώσεις.|| (ΨΥΧΟΛ.) Ακουστικές/οπτικές ~ώσεις. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.) άποψη, ιδέα, εικόνα που βασίζεται στα φαινόμενα και όχι στην ουσία: δημιουργία/κυνήγι/παιχνίδι/πόλεμος/πρόκληση ~ώσεων. Κερδίζω/χάνω τη μάχη των ~ώσεων. ● ΦΡ.: αφήνει την εντύπωση: δημιουργεί μια ορισμένη αίσθηση: Η παρουσία της άφησε καλές ~ώσεις στους καλεσμένους. [< γαλλ. laisser l' impression] , έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις: εντυπωσίασε: Έκλεψε ~ κοινού και κριτικών. Κατάφερε να κερδίσει ~ (: να κάνει αίσθηση) με την ερμηνεία της., έμεινα με την εντύπωση: νόμισα, πίστεψα, μου φάνηκε: ~ ~ ότι το θέμα είχε τακτοποιηθεί. Έμεινα με τις καλύτερες ~ώσεις από τη συνάντηση μαζί του., έχω την εντύπωση ότι/πως ...: θεωρώ, έχω την άποψη: ~ ~ κάτι μου κρύβεις. Πβ. πιστεύω, φαντάζομαι. [< γαλλ. avoir l' impression] , μου δίνει την εντύπωση: με κάνει να σκεφτώ, να νομίσω: ~ ~ του ψεύτικου. Μου έδωσε ~ ότι ενοχλήθηκε από την παρουσία μου. [< γαλλ. donner l' impression] , μου κάνει/προκαλεί/προξενεί εντύπωση: μου κινεί το ενδιαφέρον, την προσοχή, με εκπλήσσει ευχάριστα ή δυσάρεστα: Δεν σου ~ ~ ότι/που ...; Δεν μου κάνει καμιά απολύτως ~. Μου έκανε ιδιαίτερη ~ η μεταμέλειά του/η ομιλία/η συγκίνησή του. ~ ~ το θράσος του!, δίνω την εντύπωση/την εικόνα βλ. δίνω [< μτγν. ἐντύπωσις ‘αποτύπωση, εγχάραξη’, γαλλ. impression]
16565εντυπωσιάζω[ἐντυπωσιάζω] ε-ντυ-πω-σι-ά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εντυπωσία-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εντυπωσιάζ-οντας}: προκαλώ (θετική ή μεγάλη) εντύπωση σε κάποιον, κάνω αίσθηση: ~ει (ευχάριστα) με τις επιδόσεις του. Με ~σε (= μου έκανε εντύπωση) η ομορφιά/η πολυμάθειά της. Δεν με ~ουν οι φανφάρες. ~στηκε με την πρόοδό του. Έχω ~στεί από τις ικανότητές τους. Δηλώνω/είμαι (βαθύτατα)/έμεινα ~σμένος. Πβ. εκ-, κατα-πλήσσω, θαμπώνω, συγκινώ. [< γαλλ. impressioner]
16566εντυπωσιακός, ή, ό [ἐντυπωσιακός] ε-ντυ-πω-σι-α-κός επίθ.: που εντυπωσιάζει: ~ός: αγώνας/ναός (= επιβλητικός)/σχεδιασμός. ~ή: ατμόσφαιρα (= καταπληκτική)/αύξηση κερδών (= θεαματική)/εικόνα/εκδήλωση (βλ. χάπενινγκ)/εμφάνιση/μείωση (των τιμών)/νίκη/ομιλία /ομορφιά (= εκθαμβωτική)/πρόοδος. ~ό: αποτέλεσμα/θέαμα (= μεγαλειώδες, συγκλονιστικό, φαντασμαγορικό)/τοπίο. ~ά: ευρήματα/εφέ. Είναι ~ή η συμμετοχή του κοινού. Είναι ~ό (το) τι μπορεί να κάνει. Πβ. απίστευτος. ● επίρρ.: εντυπωσιακά [< αγγλ. impressive]
16567εντυπωσιασμός[ἐντυπωσιασμός] ε-ντυ-πω-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): δημιουργία εντυπώσεων: κινήσεις/τεχνάσματα ~ού. Μας ενδιαφέρει η ουσία και όχι ο εύκολος ~! Η ποιότητα θυσιάζεται στον βωμό του ~ού. Θέματα που προβάλλονται για/προς ~ό/για λόγους ~ού (της κοινής γνώμης). Αρέσκονται σε φτηνούς ~ούς. Πβ. εφέ. [< αγγλ. impressiveness]
16568εντυπωσιοθηρία[ἐντυπωσιοθηρία] ε-ντυ-πω-σι-ο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνεχής επιδίωξη για εντυπωσιασμό, κυνήγι εντυπώσεων: δημοσιογραφική/προεκλογική ~. Βλ. -θηρία.
16569εντυπωσιοθηρία

, ή, ό [ἐντυπωσιοθηρικός] ε-ντυ-πω-σι-ο-θη-ρι-κός επίθ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που αποσκοπεί στην εντυπωσιοθηρία: ~ή: πολιτική/φρασεολογία (βλ. μεγαλοστομία). ~ές: δηλώσεις.

16570εντωμεταξύ[ἐντωμεταξύ] ε-ντω-με-τα-ξύ επίρρ.: στη ● ΦΡ.: εντωμεταξύ/στο μεταξύ βλ. μεταξύ [< αρχ. φρ. ἐν τῷ μεταξύ]
16571ενυδατικός, ή, ό [ἐνυδατικός] ε-νυ-δα-τι-κός επίθ.: (για καλλυντικό προϊόν) που ενυδατώνει την επιδερμίδα: ~ή: κρέμα/λοσιόν. ~ό: γαλάκτωμα. ~ά: κραγιόν. ~ά και θρεπτικά συστατικά.|| ~ή: φροντίδα. [< γαλλ. hydratant]
16572ενυδατώνω[ἐνυδατώνω] ε-νυ-δα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ενυδάτω-σε, ενυδατώ-θηκε, -θεί, -μένος, ενυδατών-οντας}: (συνήθ. για καλλυντικό) παρέχω στους ιστούς του δέρματος την απαραίτητη ποσότητα νερού, προκειμένου να διατηρηθεί η υγρασία τους σε σταθερά επίπεδα: Κρέμα που ~ει την επιδερμίδα. ΑΝΤ. αφυδατώνω (1) ● Παθ.: ενυδατώνεται: ΧΗΜ. (για ουσία) δεσμεύει νερό, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της σε ένυδρη: ~μένα: ιόντα., ενυδατώνομαι: αποκτώ την ποσότητα υγρών που έχω ανάγκη: Οι ποδηλάτες πίνουν συχνά νερό και αναψυκτικά για να ~ονται. ~μένο και λαμπερό δέρμα/πρόσωπο. ~μένα: μαλλιά/χείλη. [< γαλλ. hydrater, αγγλ. hydrate]
16573ενυδάτωση[ἐνυδάτωση] ε-νυ-δά-τω-ση ουσ. (θηλ.) & υδάτωση 1. ενίσχυση ή αποκατάσταση της φυσικής υγρασίας του δέρματος με καλλυντικά προϊόντα· γενικότ. τροφοδότηση του οργανισμού ή ενός υλικού με την αναγκαία ποσότητα νερού: βαθιά/εντατική/καθημερινή ~ και αναζωογόνηση της (ξηρής) επιδερμίδας. Ανάπλαση και ~ σώματος. Περιποίηση/τόνωση και ~. Θεραπεία/μάσκα/ορός ~ης. ~ώσεις προσώπου.|| (Αν)επαρκής/σωστή ~ του οργανισμού.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ του τσιμέντου. ΑΝΤ. αφυδάτωση (1) 2. ΧΗΜ. μεταβολή ένωσης σε ένυδρη. [< γαλλ. hydratation]
16575ενυδρίδα[ἐνυδρίδα] ε-νυ-δρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΖΩΟΛ. βίδρα. [< αρχ. ἐνυδρίς]
16576ένυδρος, η/ος, ο [ἔνυδρος] έ-νυ-δρος επίθ. 1. ΧΗΜ. (για ένωση) που περιέχει ένα ή περισσότερα μόρια νερού: ~η: άσβεστος. ~ο: άλας. ~α: οξείδια (του σιδήρου)/ορυκτά. ~ ανθρακικός/θειικός χαλκός (βλ. γαλαζόπετρα, μαλαχίτης). Βλ. υδατώδης. ΑΝΤ. άνυδρος (2) 2. (λόγ.) υδρόβιος: ~α: ζώα. Βλ. παρυδάτιος. ΑΝΤ. χερσαίος [< αρχ. ἔνυδρος, γαλλ. hydraté, hydratable, αγγλ. hydrous]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.