Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17440-17460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16583ΕΝΦΙΑ(ο): Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων.
16584ενώ[ἐνῶ] ε-νώ σύνδ. 1. (εναντιωματικός) αν και, μολονότι, παρόλο που: ~ μπορεί να τα καταφέρει, δεν προσπαθεί καθόλου. Γιατί δεν μιλά, ~ (= αφού) ξέρει; 2. (χρον.) την ώρα που, για όσο χρόνο: ~ (= εκεί που, όπως) διάβαζα, χτύπησε το κουδούνι. Συνελήφθη ~ τοποθετούσε εκρηκτικό μηχανισμό.|| (για παράλληλες πράξεις, διαδικασίες, καταστάσεις:) ~ (= όση ώρα) μιλούσε, περιφερόταν στη σκηνή. Θα ετοιμάσω το φαγητό ~ θα παρακολουθείτε τον αγώνα. Χρώμα που παραμένει αναλλοίωτο, ~ συγχρόνως/ταυτόχρονα (= καθώς επίσης) προστατεύει από τη σκουριά. Πβ. ενόσω. [< μεσν. ενώ]
16585ένωμα[ἕνωμα] έ-νω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ένωση δύο στοιχείων· συνεκδ. το σημείο σύνδεσής τους: ~ των κομματιών.|| Ισχυρή κολλητική ουσία στο ~ των πλακών. ΑΝΤ. χώρισμα (3) [< μτγν. ἕνωμα 'υλική ενότητα']
16586ενωμένος, η, ο [ἑνωμένος] ε-νω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει ενωθεί με κάτι: λέξεις ~ες με παύλα. Κομμάτια ξύλου ~α (μεταξύ τους). Χόρευαν με τα χέρια ~α. 2. (μτφ.) αγαπημένος, δεμένος: ~ος: λαός. ~η: οικογένεια/παράταξη. Ισχυρή και ~η κοινωνία. Όλοι μαζί ~οι ας προσπαθήσουμε για το καλύτερο. Πβ. μονοιασμένος. ΑΝΤ. διαιρε-, διασπασ-, διχασ-μένος. 3. (μτφ.) κοινός, ενιαίος: ~ο: μέτωπο. ~ες: δυνάμεις. ~ αγώνας κατά του ... Πβ. συσπειρωμένος. Βλ. ηνωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: Ενωμένη Ευρώπη βλ. Ευρώπη ● βλ. ενώνω [< μεσν. ενωμένος]
16587ενωμοτάρχης[ἐνωμοτάρχης] ε-νω-μο-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. (στον προσκοπισμό) αρχηγός ενωμοτίας. Βλ. -άρχης. 2. & ενωματάρχης & νωματάρχης (παλαιότ.): υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, αντίστοιχος προς τον σημερινό Αρχιφύλακα της ΕΛ.ΑΣ. Βλ. υπ~. [< αρχ. ἐνωμοτάρχης ‘διοικητής ενωμοτίας’]
16588ενωμοτία[ἐνωμοτία] ε-νω-μο-τί-α ουσ. (θηλ.): καθεμιά από τις μικρότερες ομάδες (συντροφιές) στις οποίες υποδιαιρείται μια προσκοπική ομάδα. [< αρχ. ἐνωμοτία ‘σώμα ορκισμένων στρατιωτών’]
16589ενώνω[ἑνώνω] ε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {ένω-σα, ενώ-σω, -θηκε, -θεί, -μένος (λόγ.) ηνωμένος, ενών-οντας} 1. συναρμολογώ, προσαρμόζω αντικείμενα, μέρη, για να αποτελέσουν ενιαίο σύνολο· ενοποιώ χώρους, ώστε να επικοινωνούν: ~σε τα καλώδια/τα κομμάτια του παζλ. Το οδικό δίκτυο ~ει το βόρειο με το νότιο τμήμα της χώρας. Οι δύο πόλεις ~ονται αεροπορικά/ακτοπλοϊκά. Τα δύο δωμάτια ~ονται με συρόμενη πόρτα. Πβ. συν~. ΑΝΤ. χωρίζω.|| ~σαν τα χείλη τους (: φιλήθηκαν).|| (ΧΗΜ.) Το υδρογόνο ~εται με το οξυγόνο και σχηματίζει νερό. 2. (μτφ.) συνδέω συναισθηματικά και ψυχικά, φέρνω σε επαφή δύο ή περισσότερους ανθρώπους, συνήθ. προκειμένου να επιτευχθεί ορισμένος σκοπός· ειδικότ. συμπαρατάσσω: Μας ~ει η αγάπη για την τέχνη/ένα μυστικό/παλιά φιλία. Ο αθλητισμός ~ει τους λαούς. Τις δύο ομάδες/παρατάξεις ~ει το κοινό όραμα.|| ~ουμε τις προσπάθειές μας/τις φωνές μας στον αγώνα κατά ... Ας ~σουμε τα χέρια, για να ...(: ας συνεργαστούμε). Τα δύο κράτη θα ~σουν τις δυνάμεις τους για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. 3. {κυρ. στην παθ. φωνή} συγχωνεύω: Ο δήμος ~θηκε με τις γειτονικές κοινότητες. Πβ. ενοποιώ. ● ΦΡ.: ενώθηκαν με τα (ιερά) δεσμά του γάμου & ένωσαν τις ζωές τους (με τα ιερά δεσμά του γάμου) (μτφ.): παντρεύτηκαν., ένωσαν τις τύχες τους (μτφ.): ακολούθησαν κοινή ζωή ή πορεία, παντρεύτηκαν. ● βλ. ενωμένος, ηνωμένος [< μεσν. ενώνω < αρχ. ἑνῶ]
16590ενώπιον[ἐνώπιον] ε-νώ-πι-ον επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.): μπροστά σε κάποιον ή κάτι: δίκη ~ (= παρουσία) ακροατηρίου. Βρίσκονται ~ άλλης μιας πρόκλησης/κρίσιμων αποφάσεων. Δηλώνω ~ όλων ότι ... Οδηγήθηκε ~ του ανακριτή/της Δικαιοσύνης. Παρουσιάστηκε ~ των δικαστών. Το θέμα τέθηκε ~ της Επιτροπής/του κοινού. Πβ. απέναντι. ● ΦΡ.: ενώπιον Θεού και ανθρώπων (λόγ.): (για ηθικό χρέος ή δέσμευση) μπροστά στον Θεό και τους ανθρώπους: Είναι υπόλογος ~ ~. Αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους ~ ~ (= να παντρευτούν)., προ/ενώπιον των ευθυνών βλ. ευθύνη [< μτγν. ἐνώπιον]
16591ενώπιος[ἐνώπιος] ε-νώ-πι-ος επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: ενώπιος ενωπίω [ἐνώπιος ἐνωπίῳ] (λόγ.): πρόσωπο με πρόσωπο, αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι: Βρέθηκαν ~ ~. || Ήρθε ~ ~ με την αλήθεια. [< αρχ. ἐνώπιος]
16592ενωρίςβλ. νωρίς
16593ένωση[ἕνωση] έ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. οργανισμός κυρ. συνεργασίας ή ενιαίας διοίκησης προσώπων, κρατών, επιχειρήσεων με κοινά ενδιαφέροντα, συμφέροντα ή κοινούς στόχους: διεθνής/ελληνοαμερικανική/εμπορική (βλ. καρτέλ)/επιστημονική/ζωοφιλική/οικολογική/παγκύπρια/παμμακεδονική/πανελλήνια ~. Διακρατικές/επαγγελματικές/εργατικές (= συνδικάτα)/θρησκευτικές/καταναλωτικές/κλαδικές/συνδικαλιστικές ~ώσεις. (με κεφαλ. Ε) Ελληνική ~ Τραπεζών. Χριστιανική Φοιτητική ~. (παλαιότ.) Σοβιετική ~. ~ μαθηματικών/φιλολόγων Ελλάδας. Βαλκανική ~ φιλίας. ~ αγροτικών συνεταιρισμών/ευρωπαϊκών πανεπιστημίων/συντακτών περιοδικού-ηλεκτρονικού τύπου/φιλάθλων. Εκδηλώσεις/ίδρυση/καταστατικό/η χοροεσπερίδα μιας ~ης. ~ώσεις γονέων και κηδεμόνων. Βλ. κοινοπραξία, λίγκα, όμιλος, ομοσπονδία, σύλλογος, συνδικάτο, συντεχνία, σώμα, σωματείο. 2. ΧΗΜ. {συνηθέστ. στον πληθ.} σύνθετη ουσία που αποτελείται από δύο ή περισσότερα απλά στοιχεία σε ορισμένες αναλογίες: αζωτούχες (βλ. λιπάσματα)/αλογονούχες/ανόργανες/αρωματικές (βλ. βενζόλιο)/ιοντικές (βλ. άλατα, οξείδια και υδροξείδια μετάλλων)/οξυγονούχες (βλ. διοξείδιο του άνθρακα)/πτητικές (βλ. αλκοόλες)/στεροειδείς (βλ. τεστοστερόνη, χοληστερόλη)/σύνθετες/τοξικές/φαινολικές/φθαλικές/φθοριούχες/χημικές ~ώσεις. ~ώσεις άνθρακα/υδραργύρου. Ο μοριακός τύπος μιας ~ης. 3. συναρμογή αντικειμένων, πραγμάτων· το σημείο σύνδεσής τους ή ό,τι χρησιμεύει γι' αυτόν τον σκοπό: ~ αγωγών/καλωδίων. Πβ. ένωμα, συν~. ΑΝΤ. αποσύνδεση.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ δυο ετερώνυμων πόλων ηλεκτρικού κυκλώματος (= βραχυκύκλωμα).|| (ΜΑΘ.) ~ (σύμβ. U) συνόλων (: που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία των επιμέρους συνόλων από τα οποία προέκυψε). 4. σχέση μεταξύ δύο ή περισσότερων πραγμάτων, μερών, προσώπων, ώστε να αποτελούν (ένα) οργανικό σύνολο: ερωτική ~. Η ~ δύο ανθρώπων με τα ιερά δεσμά του γάμου (ΑΝΤ. διαζύγιο, χωρισμός). (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ των ψυχών. Μυστική/υποστατική ~ του ανθρώπου με τον Θεό. ~ των Εκκλησιών (: για την άρση του Σχίσματος). Πβ. ενοποίηση. 5. συμμαχία, συμπαράταξη, συνεργασία: ~ των κομματικών δυνάμεων/παρατάξεων. Πβ. σύμπραξη, συνασπισμός, συσπείρωση. Βλ. διάσπαση, διαχωρισμός. 6. πολιτική διαδικασία κατά την οποία μία χώρα ή περιοχή ενσωματώνεται ηθελημένα σε ομοεθνές συνήθ. κράτος: (ΙΣΤ.) η ~ των Επτανήσων/της Κρήτης/της Μακεδονίας με την Ελλάδα. Σχέδιο (πολιτικής) ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη ένωση: ΝΟΜ. συμβίωση ζευγαριού εκτός γάμου. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη/μονογονεϊκή/πυρηνική οικογένεια., ένωση κρατών: διακρατική συνεργασία σε διεθνές επίπεδο για την εξυπηρέτηση κοινών συμφερόντων: οικονομική/πολιτική ~ ~. Βλ. ΝΑΤΟ., Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. διαδικασία που αποβλέπει στην εναρμόνιση των οικονομικών και νομισματικών πολιτικών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την εφαρμογή ενιαίου νομίσματος, του ευρώ ή η ζώνη ενιαίου νομίσματος στο εσωτερικό της αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία πρόσωπα, αγαθά, υπηρεσίες και κεφάλαια κυκλοφορούν ελεύθερα. Βλ. ECOFIN, EFC, ΕΚΤ, ΕΣΚΤ, ομάδα του ευρώ. [< αγγλ. Economic and Monetary Union (EMU), 1989] , τελωνειακή ένωση: ΟΙΚΟΝ. σύμβαση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες χώρες (κυρ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης) που επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση προϊόντων μεταξύ τους και καθιερώνει κοινό δασμολόγιο απέναντι στις χώρες που δεν περιλαμβάνονται σε αυτή: φορολογία και ~ ~. Πρωτόκολλο/συμφωνία ~ής ~ης. ~ές ~ώσεις και οικονομίες κλίμακας. [< γαλλ. union douanière ] , ακόρεστη ένωση βλ. ακόρεστος, ετεροκυκλικές ενώσεις βλ. ετεροκυκλικός, Ευρωπαϊκή Ένωση βλ. ευρωπαϊκός, κυκλική ένωση βλ. κυκλικός, οργανικές ενώσεις βλ. οργανικός, πτητική οργανική ένωση βλ. πτητικός ● ΦΡ.: η ισχύς εν τη ενώσει βλ. ισχύς [< 1,4,5,6: γαλλ. union 2: γερμ. Verdinbung 3: αρχ. ἕνωσις]
16594ενωσιακός, ή, ό [ἑνωσιακός] ε-νω-σι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται κυρ. στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σπανιότ. στη συνεργασία, σύμπραξη δύο ή περισότερων φορέων, σωματείων: ~ός: προϋπολογισμός. ~ή: στρατηγική. ~ό: δίκαιο. ~ά: (θεσµικά) όργανα. Πβ. ευρωπαϊκός, κοινοτικός.|| (ΑΘΛ.) ~ός: προπονητής. ~ό: γήπεδο/πρωτάθλημα.
16595ενωτίζομαι [ἐνωτίζομαι] ε-νω-τί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ενωτί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, ενωτιζ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): αφουγκράζομαι, ακούω με προσοχή, αποδέχομαι. [< μτγν. ἐνωτίζομαι]
16596ενωτικό[ἑνωτικό] ε-νω-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης με μορφή μικρής παύλας που ενώνει συλλαβές (π.χ. μό-νος) ή δύο λέξεις οι οποίες εκφέρονται μαζί (π.χ. παιδί-θαύμα). Βλ. παραθετικό σύνθετο, συλλαβισμός, συνεκφορά. [< γαλλ. trait d΄union]
16597ενωτικός, ή, ό [ἑνωτικός] ε-νω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στο να φέρει κοντά αντίπαλες συνήθ. ομάδες και να επιτύχει τη συμφιλίωση και τη συνένωσή τους ή που έχει προκύψει από τη συμπαράταξη, τη συνεργασία ομάδων με κοινούς ή διαφορετικούς στόχους: ~ός: αγώνας/(μτφ.) κρίκος (= συνδετικός). ~ή: δράση/κίνηση/πρωτοβουλία. ~ό: κλίμα. ~ές: δηλώσεις. Απηύθυνε ~ό μήνυμα στους εμπολέμους/στο εσωτερικό του κόμματος. Πβ. ενοποιητ-, συνενωτ-ικός.|| (για πρόσ.) Στον λόγο του εμφανίστηκε/παρουσιάστηκε ~ (= συμφιλιωτικός). ΑΝΤ. ανθενωτικός, διαιρετικός, διασπαστικός, διχαστικός ● Ουσ.: ενωτικοί (οι): υποστηρικτές μιας ένωσης: || (ΙΣΤ.) οι ~ του Βυζαντίου. ● επίρρ.: ενωτικά [< μτγν. ἑνωτικός]
16598ενώτιο[ἐνώτιο] ε-νώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {ενωτί-ου} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΛΑΟΓΡ. σκουλαρίκι: χρυσά ~α. 2. (επίσ.) διακριτικό σήμα με κωδικό που τοποθετείται στο αυτί βοοειδών και αιγοπροβάτων και προσδιορίζει τη χώρα προέλευσής τους: αναγνωριστικά/ηλεκτρονικά ~α. [< 1: αρχ. ἐνώτιον 2: αγγλ. earmark]
16600εξβλ. εκ
16969εξ ολοκλήρουβλ. ολόκληρος
16601εξά- & εξα-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό είναι ίσο με έξι ή ότι το προσδιοριζόμενο είναι έξι φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: εξα-δάκτυλος/~κύλινδρος. Εξά-γωνο.|| Εξα-πλάσιος.
16602εξαγάγωβλ. εξάγω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.