| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16597 | ενωτικός | , ή, ό [ἑνωτικός] ε-νω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στο να φέρει κοντά αντίπαλες συνήθ. ομάδες και να επιτύχει τη συμφιλίωση και τη συνένωσή τους ή που έχει προκύψει από τη συμπαράταξη, τη συνεργασία ομάδων με κοινούς ή διαφορετικούς στόχους: ~ός: αγώνας/(μτφ.) κρίκος (= συνδετικός). ~ή: δράση/κίνηση/πρωτοβουλία. ~ό: κλίμα. ~ές: δηλώσεις. Απηύθυνε ~ό μήνυμα στους εμπολέμους/στο εσωτερικό του κόμματος. Πβ. ενοποιητ-, συνενωτ-ικός.|| (για πρόσ.) Στον λόγο του εμφανίστηκε/παρουσιάστηκε ~ (= συμφιλιωτικός). ΑΝΤ. ανθενωτικός, διαιρετικός, διασπαστικός, διχαστικός ● Ουσ.: ενωτικοί (οι): υποστηρικτές μιας ένωσης: || (ΙΣΤ.) οι ~ του Βυζαντίου. ● επίρρ.: ενωτικά [< μτγν. ἑνωτικός] | |
| 16598 | ενώτιο | [ἐνώτιο] ε-νώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {ενωτί-ου} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΛΑΟΓΡ. σκουλαρίκι: χρυσά ~α. 2. (επίσ.) διακριτικό σήμα με κωδικό που τοποθετείται στο αυτί βοοειδών και αιγοπροβάτων και προσδιορίζει τη χώρα προέλευσής τους: αναγνωριστικά/ηλεκτρονικά ~α. [< 1: αρχ. ἐνώτιον 2: αγγλ. earmark] | |
| 16600 | εξ | βλ. εκ | |
| 16969 | εξ ολοκλήρου | βλ. ολόκληρος | |
| 16601 | εξά- & εξα- | : α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό είναι ίσο με έξι ή ότι το προσδιοριζόμενο είναι έξι φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: εξα-δάκτυλος/~κύλινδρος. Εξά-γωνο.|| Εξα-πλάσιος. | |
| 16602 | εξαγάγω | βλ. εξάγω | |
| 16603 | εξαγγελία | [ἐξαγγελία] ε-ξαγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίσημη ανακοίνωση για κάτι που πρόκειται να πραγματοποιηθεί: ~ εκλογών/κινητοποιήσεων. Κυβερνητικές/μεταρρυθμιστικές ~ες. ~ες και υποσχέσεις. Οι δράσεις μένουν/περιορίζονται σε επίπεδο ~ών (= δεν υλοποιούνται). Πβ. αναγγελία, διακήρυξη. Βλ. προ~. [< αρχ. ἐξαγγελία ‘κρυφό μήνυμα (στον εχθρό)’] | |
| 16604 | εξαγγέλλω | [ἐξαγγέλλω] ε-ξαγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {αόρ. εξήγγειλε (σπανιότ.) εξάγγειλε, εξαγγείλει, εξαγγέλ-θηκε, -θεί (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), εξαγγέλλ-οντας} (επίσ.): ανακοινώνω επίσημα κάτι που πρόκειται να συμβεί, να υλοποιηθεί: Ο πρωθυπουργός εξήγγειλε (από το βήμα της Βουλής) μέτρα για ... Οι εργαζόμενοι έχουν εξαγγείλει στάση εργασίας/συλλαλητήρια και απεργίες. Τις επόμενες μέρες ~εται η ίδρυση ... ~θέντα: έργα/σχέδια. Πβ. αναγγέλλω, διακηρύσσω. Βλ. προ~. [< αρχ. ἐξαγγέλλω] | |
| 16605 | εξάγγελος | [ἐξάγγελος] ε-ξάγ-γε-λος ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που αφηγείται γεγονότα τα οποία έχουν συμβεί πίσω από τη σκηνή (στα ανάκτορα ή τον ναό). Βλ. άγγελος. [< αρχ. ἐξάγγελος] | |
| 16606 | εξαγγελτικός | , ή, ό [ἐξαγγελτικός] ε-ξαγ-γελ-τι-κός επίθ. & (σπάν.) εξαγγελτήριος: που ανακοινώνει, γνωστοποιεί κάτι, έχει τη μορφή εξαγγελίας: ~ός: λόγος. ~ό: έγγραφο. Πβ. διακηρυκτικός. Βλ. προ~. ● επίρρ.: εξαγγελτικά ● ΣΥΜΠΛ.: εξαγγελτικό μοτίβο: ΜΟΥΣ. λάιτ μοτίφ. [< αρχ. ἐξαγγελτικός] | |
| 16607 | εξαγιάζω | [ἐξαγιάζω] ε-ξα-γι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εξαγία-σε, εξαγιά-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εξαγιάζ-οντας} ΘΕΟΛ. 1. (μτφ.) εξαγνίζω: Η ενανθρώπηση του Θεού ~σε την ύλη. Βλ. αγιοποιώ.|| (κατ' επέκτ.) Οι αισθήσεις ~ονται. Πβ. αποκαθαίρω. 2. καθαγιάζω: Οι Χριστιανοί ~σαν τα αρχαία ιερά. [< μτγν. ἐξαγιάζω ‘δοκιμάζω, ελέγχω’, γαλλ. sanctifier] | |
| 16608 | εξαγιασμός | [ἐξαγιασμός] ε-ξα-γι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (ΘΕΟΛ.) 1. εξαγνισμός: ~ του σώματος/της ψυχής.|| (κατ' επέκτ.) ~ των πράξεων. Πβ. καθαρμός, κάθαρση. 2. καθαγιασμός: ~ του γάμου. [< γαλλ. sanctification] | |
| 16609 | εξαγνίζω | [ἐξαγνίζω] ε-ξα-γνί-ζω ρ. (μτβ.) {εξάγνι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξαγνίζ-οντας}: λυτρώνω κάποιον από το βάρος ηθικού παραπτώματος: ~στηκε με την ηρωική του αντίσταση. ~σμένη: ψυχή. ~σμένο: σώμα. Πβ. αποκαθαίρω, εξαγιάζω. Βλ. εξιλεώνω. ΑΝΤ. διαφθείρω (1), μολύνω (3) [< γαλλ. purifier] | |
| 16610 | εξαγνισμός | [ἐξαγνισμός] ε-ξα-γνι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): λύτρωση από αμαρτία ή γενικότ. ηθικό παράπτωμα: πνευματικός/ψυχικός ~. Τελετή ~ού. Πβ. καθαρμός κάθαρση. Βλ. εξιλέωση, -ισμός. [< γαλλ. purification] | |
| 16611 | εξαγνιστικός | , ή, ό [ἐξαγνιστικός] ε-ξα-γνι-στι-κός επίθ. & εξαγνιστήριος, α, ο: που αποσκοπεί ή συμβάλλει στον εξαγνισμό: ~ή: θυσία. Η ~ή δύναμη του νερού/της φωτιάς. Βλ. εξιλεωτικός. ΣΥΝ. καθαρτικός (2) ● επίρρ.: εξαγνιστικά [< γαλλ. purificatoire] | |
| 16612 | εξαγόμενο | [ἐξαγόμενο] ε-ξα-γό-με-νο ουσ. (ουδ.) {εξαγομέν-ου} 1. ΜΑΘ. αποτέλεσμα αριθμητικού ή μαθηματικού υπολογισμού. Βλ. άθροισμα, γινόμενο, διαφορά, πηλίκο. 2. ό,τι προκύπτει ως συμπέρασμα συζήτησης, συλλογιστικής διαδικασίας, πνευματικού μόχθου: το τελικό ~ της έρευνας. Πβ. διαπίστωση, πόρισμα. ● βλ. εξάγω [< γαλλ. déduction] | |
| 16613 | εξαγορά | [ἐξαγορά] ε-ξα-γο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. για εταιρείες) απόκτηση της κυριότητας μέρους ή του συνόλου περιουσιακών στοιχείων: ~ ακινήτων/δικαιωμάτων μειοψηφίας/μεριδίων/μετοχών/τίτλων/χρεογράφων. Προσφορά/τιμή ~άς. Συγχωνεύσεις και ~ές. Επιθετικές ~ές επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Πβ. αγορά. 2. πληρωμή χρηματικού ποσού για απαλλαγή από υποχρέωση που απορρέει από τον νόμο, συνήθ. ποινή ή θητεία: φυλάκιση χωρίς ~. ~ της (στρατιωτικής) θητείας. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) δωροδοκία: ~ ψηφοφόρων. Πβ. λάδωμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ συνειδήσεων. 4. ΙΣΤ. απελευθέρωση δούλων, αιχμαλώτων με καταβολή λύτρων. [< γαλλ. rachat] | |
| 16614 | εξαγοράζω | [ἐξαγοράζω] ε-ξα-γο-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {εξαγόρα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξαγοράζ-οντας} 1. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. για εταιρείες) αγοράζω κάτι -κυρ. περιουσιακό στοιχείο- στο ακέραιο ή κατά ένα τμήμα: ~ τις μετοχές (μιας επιχείρησης). Το ξενοδοχείο ~στηκε από ξένο τουριστικό όμιλο (βλ. συγχωνεύω).|| Η αγάπη του κόσμου δεν ~εται με τίποτα. 2. πληρώνω χρηματικό αντίτιμο για αποδέσμευση από νόμιμη υποχρέωση: ~σε το υπόλοιπο της στρατιωτικής του θητείας. ~στηκε ο χρόνος ασφάλισής του. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) δωροδοκώ: ~σαν τη σιωπή των θυμάτων/συνειδήσεις. Πβ. λαδώνω, χρηματίζω. 4. ΙΣΤ. απελευθερώνω δούλο, όμηρο, προσφέροντας λύτρα. ● ΦΡ.: εξαγοράζω χρόνο βλ. αγοράζω χρόνο [< μτγν. ἐξαγοράζω ‘αγοράζω, αποκτώ’, γαλλ. racheter] | |
| 16615 | εξαγοράσιμος | , η, ο [ἐξαγοράσιμος] ε-ξα-γο-ρά-σι-μος επίθ.: (συνήθ. για νόμιμη υποχρέωση) που μπορεί να εξαγοραστεί: ~ος: χρόνος ασφάλισης. Μη ~η θητεία/φυλάκιση.|| (σπανιότ. για πρόσ.) Είναι εύκολα ~ (πβ. αργυρώνητος. ΑΝΤ. αδέκαστος). [< γαλλ. rachetable] | |
| 16616 | εξαγριωμένος | , η, ο [ἐξαγριωμένος] ε-ξα-γρι-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει εξαγριωθεί: ~οι: διαδηλωτές/οπαδοί. Είναι ~οι από/με την κατάσταση που επικρατεί. Τα ~α πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους. Πβ. αφηνια-, εξοργι-, μανια-σμένος. ● επίρρ.: εξαγριωμένα [< μεσν. εξαγριωμένος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ