| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16617 | εξαγριώνω | [ἐξαγριώνω] ε-ξα-γρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαγρίω-σε, εξαγριώ-θηκα, -θεί, -μένος, εξαγριών-οντας}: κάνω κάποιον να αγριέψει ή να θυμώσει πολύ: Η αγένεια με ~ει. Ο πόλεμος ~ει τα ήθη. Τον ~σαν με τις φωνές τους. Πβ. αγριεύω, αποκτηνώνω, εξάπτω, εξοργίζω. ΑΝΤ. εξημερώνω (2) [< αρχ. ἐξαγριῶ, μεσν. εξαγριώνομαι] | |
| 16618 | εξαγρίωση | [ἐξαγρίωση] ε-ξα-γρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαγριώνω: ~ των οπαδών/του πλήθους. [< μεσν. εξαγρίωσις] | |
| 16619 | εξάγω | [ἐξάγω] ε-ξά-γω ρ. (μτβ.) {παρατ. εξήγε, αόρ. εξήγαγε, εξαγάγει, εξά-χθηκε (λόγ. εξήχθη, μτχ. εξαχθείς), -χθεί, εξαγ-όμενος, εξάγ-οντας} 1. (για προϊόντα) πουλώ στο εξωτερικό· (για αγαθά, γνώσεις, αξίες) μεταφέρω, διαδίδω σε ξένη χώρα: ~ εμπορεύματα/μηχανήματα/πετρέλαιο/τρόφιμα. Παράγουν και ~ουν υπολογιστές. ~όμενα: είδη.|| Η εταιρεία ~ει τεχνογνωσία. ~εται συνάλλαγμα (πβ. εκρέει). ΑΝΤ. εισάγω (1). Βλ. επαν~. 2. (λόγ.) βγάζω, αφαιρώ, αντλώ: ~ μέταλλο από μετάλλευμα/ορυκτά (πβ. εξορύσσω). Το ελαιόλαδο ~εται με σύνθλιψη της ελιάς. Το δόντι πρέπει να ~χθεί. 3. {συνήθ. στην παθ. φωνή} (λόγ.) οδηγούμαι σε ένα αποτέλεσμα, καταλήγω: ~ χρήσιμα συμπεράσματα. (συνηθέστ.) ~εται (= απορρέει, προκύπτει) αβίαστα (το συμπέρασμα) ότι/πως ... Από το σύνολο των δεδομένων ~χθηκε ένας γενικός κανόνας. Πβ. συνάγω. ● βλ. εξαγόμενο [< 1,2: αρχ. ἐξάγω, γαλλ. extraire 3: γαλλ. déduire] | |
| 16620 | εξαγωγέας | [ἐξαγωγέας] ε-ξα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εξαγωγ-είς, -έων} 1. (συνήθ. για έμπορο ή εταιρεία) που εξάγει προϊόντα σε άλλες χώρες: εγκεκριμένος ~. Παραγωγός και ~. ~είς ενδυμάτων/υπηρεσιών.|| (για χώρα) ~ καφέ/πετρελαίου/φυσικού αερίου. ΑΝΤ. εισαγωγέας 2. ΤΕΧΝΟΛ. {μόνο αρσ.} (σπάν.) εργαλείο που χρησιμοποιείται για να αφαιρεθεί, τραβηχτεί κάτι: ~ καρφιών/φελλού. Πβ. εξολκέας. Βλ. μελιτο~. [< 1: πβ. αρχ. ἐξαγωγεύς ‘που οδηγεί έξω, οδηγός’ 2: γαλλ. extracteur] | |
| 16621 | εξαγωγή | [ἐξαγωγή] ε-ξα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (για προϊόντα) μεταφορά και πώληση στο εξωτερικό· (για αγαθά, γνώσεις, αξίες) διάδοση σε ξένη χώρα: ~ καυσίμων. Πετρέλαιο που προορίζεται για ~. ~ές γεωργικών ειδών/δομικών υλικών. Παράνομη ~ όπλων (πβ. διακίνηση).|| ~ κεφαλαίων/συναλλάγματος (πβ. εκροή). ~ πολιτισμού/τεχνογνωσίας.|| (συνεκδ.) Προώθηση ~ών (= των εξαγόμενων εμπορευμάτων). ΑΝΤ. εισαγωγή (1). Βλ. επαν~. 2. αφαίρεση, απόσπαση τμήματος από σύνολο, διαχωρισμός στοιχείων από μείγμα με χημικά, φυσικά ή τεχνικά μέσα: ~ φελλού (από μπουκάλι).|| (ΙΑΤΡ.) ~ δοντιού. Πβ. βγάλσιμο.|| ~ νερού από πηγάδι. Πβ. άντληση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων.|| (ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ ελαίου με διαλύτες/μετάλλου με τήξη (βλ. εξόρυξη, μεταλλουργία)/μούστου για την παραγωγή κρασιού. 3. διοχέτευση στο εξωτερικό περιβάλλον, εκπομπή: ~ καυσαερίων (βλ. εξάτμιση). Ελεύθερη ~ αέρα. 4. νοητική διαδικασία με την οποία καταλήγει κάποιος σε αποτέλεσμα σύμφωνα με λογικούς κανόνες: ~ συμπεράσματος. (ΜΑΘ.) ~ τετραγωνικής ρίζας. Πβ. συναγωγή. Βλ. εξαγόμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: εξαγωγή/εξόρυξη πληροφορίας: ΠΛΗΡΟΦ. άντληση δεδομένων. [< αγγλ. information extraction] , παράλληλες εισαγωγές/εξαγωγές βλ. παράλληλος [< αρχ. ἐξαγωγή ‘έξοδος, εξαγωγή (εμπορευμάτων)’, γαλλ. exportation, extraction, εξαγωγές, αγγλ. exports, γαλλ. exportations] | |
| 16622 | εξαγωγικός | , ή, ό [ἐξαγωγικός] ε-ξα-γω-γι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην εξαγωγή προϊόντων: ~ός: δασμός. ~ή: πολιτική. ~ό: εμπόριο/λιμάνι. ~ές: εταιρείες/πωλήσεις. Ο ~ προσανατολισμός των επιχειρήσεων. Βλ. πετρελαιο~. ΑΝΤ. εισαγωγικός (3) 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπανιότ.) που χρησιμεύει για να εξαχθεί, να βγει, να απομακρυνθεί κάτι από εκεί που βρίσκεται: ~ά: μηχανήματα.|| (επιστ.) ~ή: μεταλλουργία. [< μτγν. ἐξαγωγικός] | |
| 16623 | εξαγώγιμος | , η, ο [ἐξαγώγιμος] ε-ξα-γώ-γι-μος επίθ. (επιστ.): (συνήθ. για προϊόν) που μπορεί να εξαχθεί, που προσφέρεται ή προορίζεται για εξαγωγή: ~α: αγαθά/είδη/εμπορεύματα. Τεχνογνωσία ~η σε διεθνείς αγορές.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ελληνική μουσική. Βλ. εξαγόμενος. ΑΝΤ. εισαγώγιμος [< αρχ. ἐξαγώγιμος, γαλλ. exportable] | |
| 16624 | εξαγωνικός | , ή, ό βλ. -γωνος, εξά- | |
| 16625 | εξάγωνος | , η, ο βλ. -γωνος, εξά- | |
| 16626 | εξάδα | βλ. -άδα, εξά- | |
| 16627 | εξαδάκτυλος | , η, ο & εξαδάχτυλος βλ. -δάκτυλος, εξά- | |
| 16628 | εξάδελφος | βλ. ξάδερφος | |
| 16629 | εξάδυμος | , η, ο βλ. -δυμος, -η, -ο, εξά- | |
| 16630 | εξάεδρο | [ἑξάεδρο] ε-ξά-ε-δρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έδρου}: ΓΕΩΜ. στερεό σώμα με έξι έδρες: κανονικό ~ (= κύβος). [< μτγν. ἑξάεδρος, γαλλ. hexaèdre, αγγλ. hexahedron] | |
| 16631 | εξαερίζω | [ἐξαερίζω] ε-ξα-ε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {εξαέρι-σε, εξαερί-σει, -στηκε, -στεί, εξαερίζ-οντας, -όμενος, εξαερι-σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} : κάνω εξαερισμό σε κλειστό χώρο: Η αίθουσα κλιματίζεται και ~εται επαρκώς. Πβ. αερίζω. [< πβ. μτγν. ἐξαερίζομαι ‘εξατμίζομαι’, purger (d'air)] | |
| 16632 | εξαερισμός | [ἐξαερισμός] ε-ξα-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ανανέωση του αέρα σε κλειστό χώρο· κατ' επέκτ. ο σχετικός εξοπλισμός: τεχνητός/φυσικός ~. Αεραγωγοί/συστήματα/φρεάτιο ~ού. Πβ. αερισμός.|| ~οί οροφής. Συντηρήσεις/τοποθέτηση ~ών. Βλ. ανεμιστήρας, κλιματιστικό. [< γαλλ. ventilation] | |
| 16633 | εξαεριστήρας | [ἐξαεριστήρας] ε-ξα-ε-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή εξαερισμού: ~ οροφής/τοίχου. ~ κουζίνας/μπάνιου. Αξονικοί ~ες. ~ες βιομηχανικής/οικιακής χρήσης. Βλ. αεραγωγός, ανεμισ-, απορροφη-τήρας, βεντιλατέρ, ιονιστής. ΣΥΝ. αεριστήρας [< γαλλ. ventilateur] | |
| 16634 | εξαεριστικός | , ή, ό [ἐξαεριστικός] ε-ξα-ε-ρι-στι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για εξαερισμό: ~ό: σύστημα. ● Ουσ.: εξαεριστικό (το): μηχάνημα εξαερισμού: αυτόµατο ~. | |
| 16635 | εξαερίωση | [ἐξαερίωση] ε-ξα-ε-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αεριοποίηση. Βλ. εξαέρωση. [< γαλλ. gazéification] | |
| 16636 | εξαερώνω | [ἐξαερώνω] ε-ξα-ε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαέρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. ΦΥΣ. μετατρέπω κάτι σε αέρα ή αέριο: Η θερμότητα ~ει τα υγρά. Καθαριστικό που ~εται γρήγορα (πβ. ξεθυμαίνω). ~μένο: νερό. Πβ. ατμοποιώ, εξατμίζω, εξαχνώνω. Βλ. αεριοποιώ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αφαιρώ αέρα από το εσωτερικό μηχανής ή εγκατάστασης για τη διευκόλυνση της λειτουργίας της: ~ τα καλοριφέρ. 3. {κυρ. μεσοπαθ.} (μτφ.) εξαφανίζω: Δισεκατομμύρια ευρώ ~θηκαν από τα ταμεία. Πβ. εξανεμίζω. [< 1: αρχ. ἐξαερῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ