| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16623 | εξαγώγιμος | , η, ο [ἐξαγώγιμος] ε-ξα-γώ-γι-μος επίθ. (επιστ.): (συνήθ. για προϊόν) που μπορεί να εξαχθεί, που προσφέρεται ή προορίζεται για εξαγωγή: ~α: αγαθά/είδη/εμπορεύματα. Τεχνογνωσία ~η σε διεθνείς αγορές.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ελληνική μουσική. Βλ. εξαγόμενος. ΑΝΤ. εισαγώγιμος [< αρχ. ἐξαγώγιμος, γαλλ. exportable] | |
| 16624 | εξαγωνικός | , ή, ό βλ. -γωνος, εξά- | |
| 16625 | εξάγωνος | , η, ο βλ. -γωνος, εξά- | |
| 16626 | εξάδα | βλ. -άδα, εξά- | |
| 16627 | εξαδάκτυλος | , η, ο & εξαδάχτυλος βλ. -δάκτυλος, εξά- | |
| 16628 | εξάδελφος | βλ. ξάδερφος | |
| 16629 | εξάδυμος | , η, ο βλ. -δυμος, -η, -ο, εξά- | |
| 16630 | εξάεδρο | [ἑξάεδρο] ε-ξά-ε-δρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έδρου}: ΓΕΩΜ. στερεό σώμα με έξι έδρες: κανονικό ~ (= κύβος). [< μτγν. ἑξάεδρος, γαλλ. hexaèdre, αγγλ. hexahedron] | |
| 16631 | εξαερίζω | [ἐξαερίζω] ε-ξα-ε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {εξαέρι-σε, εξαερί-σει, -στηκε, -στεί, εξαερίζ-οντας, -όμενος, εξαερι-σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} : κάνω εξαερισμό σε κλειστό χώρο: Η αίθουσα κλιματίζεται και ~εται επαρκώς. Πβ. αερίζω. [< πβ. μτγν. ἐξαερίζομαι ‘εξατμίζομαι’, purger (d'air)] | |
| 16632 | εξαερισμός | [ἐξαερισμός] ε-ξα-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ανανέωση του αέρα σε κλειστό χώρο· κατ' επέκτ. ο σχετικός εξοπλισμός: τεχνητός/φυσικός ~. Αεραγωγοί/συστήματα/φρεάτιο ~ού. Πβ. αερισμός.|| ~οί οροφής. Συντηρήσεις/τοποθέτηση ~ών. Βλ. ανεμιστήρας, κλιματιστικό. [< γαλλ. ventilation] | |
| 16633 | εξαεριστήρας | [ἐξαεριστήρας] ε-ξα-ε-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή εξαερισμού: ~ οροφής/τοίχου. ~ κουζίνας/μπάνιου. Αξονικοί ~ες. ~ες βιομηχανικής/οικιακής χρήσης. Βλ. αεραγωγός, ανεμισ-, απορροφη-τήρας, βεντιλατέρ, ιονιστής. ΣΥΝ. αεριστήρας [< γαλλ. ventilateur] | |
| 16634 | εξαεριστικός | , ή, ό [ἐξαεριστικός] ε-ξα-ε-ρι-στι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για εξαερισμό: ~ό: σύστημα. ● Ουσ.: εξαεριστικό (το): μηχάνημα εξαερισμού: αυτόµατο ~. | |
| 16635 | εξαερίωση | [ἐξαερίωση] ε-ξα-ε-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αεριοποίηση. Βλ. εξαέρωση. [< γαλλ. gazéification] | |
| 16636 | εξαερώνω | [ἐξαερώνω] ε-ξα-ε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαέρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. ΦΥΣ. μετατρέπω κάτι σε αέρα ή αέριο: Η θερμότητα ~ει τα υγρά. Καθαριστικό που ~εται γρήγορα (πβ. ξεθυμαίνω). ~μένο: νερό. Πβ. ατμοποιώ, εξατμίζω, εξαχνώνω. Βλ. αεριοποιώ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αφαιρώ αέρα από το εσωτερικό μηχανής ή εγκατάστασης για τη διευκόλυνση της λειτουργίας της: ~ τα καλοριφέρ. 3. {κυρ. μεσοπαθ.} (μτφ.) εξαφανίζω: Δισεκατομμύρια ευρώ ~θηκαν από τα ταμεία. Πβ. εξανεμίζω. [< 1: αρχ. ἐξαερῶ] | |
| 16637 | εξαέρωση | [ἐξαέρωση] ε-ξα-έ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. μετατροπή στερεού ή υγρού σε αέριο ή ατμό με θέρμανση και ελάττωση της πίεσης. Πβ. ατμοποίηση, εξ-άτμιση, -άχνωση. Βλ. αεριο-, υγρο-ποίηση. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αφαίρεση του αέρα από κλειστό χώρο συσκευής ή εγκατάστασης, προκειμένου να λειτουργεί κανονικά: ~ αντλίας/των καλοριφέρ/του κυκλώματος θέρμανσης. Πβ. απαερίωση. [< 1: μτγν. ἐξαέρωσις ‘εξάτμιση’] | |
| 16638 | εξαερωτήρας | [ἐξαερωτήρας] ε-ξα-ε-ρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) & εξαερωτής & εξαεριωτής (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. καρμπιρατέρ. Βλ. -τήρας. | |
| 16639 | εξαετής | , ής, ές βλ. εξά-, -ετής | |
| 16640 | εξαετία | βλ. εξά-, -ετία | |
| 16641 | εξαήμερος | , η, ο [ἑξαήμερος] ε-ξα-ή-με-ρος επίθ.: που έχει διάρκεια έξι ημερών. Βλ. -ήμερος. ● Ουσ.: εξαήμερο (το): χρονικό διάστημα έξι ημερών., Εξαήμερος (η) {Εξαημέρου}: ΘΕΟΛ. οι έξι μέρες κατά τη διάρκεια των οποίων δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο σύμφωνα με την ΠΔ. [< μτγν. ἑξαήμερος] | |
| 16642 | εξαθέσιος | , α, ο βλ. εξά-, -θέσιος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ