| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16643 | εξαθλιωμένος | , η, ο [ἐξαθλιωμένος] ε-ξα-θλι-ω-μέ-νος επίθ.: που ζει σε συνθήκες εξαθλίωσης: ~ος: λαός. ~οι: εργάτες/(λαθρο)μετανάστες/πρόσφυγες. Τα ~α στρώματα του πληθυσμού. Παιδιά ~α από την πείνα.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: συνοικίες/(φτωχο)γειτονιές.|| (ως ουσ.) Οι οικονομικά ~οι. Βλ. άθλιος. | |
| 16644 | εξαθλιώνω | [ἐξαθλιώνω] ε-ξα-θλι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαθλίω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, εξαθλιών-οντας}: οδηγώ στην εξαθλίωση: Ο πόλεμος ~σε τη χώρα. Ο λαός ~θηκε οικονομικά. Βλ. αποκτηνώνω, εξαχρειώνω. | |
| 16645 | εξαθλίωση | [ἐξαθλίωση] ε-ξα-θλί-ω-ση ουσ. (θηλ.): άθλια κατάσταση και η μετάβαση σε αυτή: κοινωνική/οικονομική/σωματική ~. Ανέχεια και ~. Συνθήκες ~ης και υποσιτισμού. Πβ. αθλιότητα, μιζέρια. Βλ. αποκτήνωση, εξαχρείωση. | |
| 16646 | εξαθλιωτικός | , ή, ό [ἐξαθλιωτικός] ε-ξα-θλι-ω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί εξαθλίωση ή οδηγεί σε αυτή: ~ή: κατάσταση. ~ές: συνθήκες εργασίας. ● επίρρ.: εξαθλιωτικά | |
| 16648 | εξαιρέσιμος | , η, ο [ἐξαιρέσιμος] ε-ξαι-ρέ-σι-μος επίθ. 1. (για ημέρα) που υποχρεωτικά δεν είναι εργάσιμη: ~η: αργία/γιορτή. 2. ΙΑΤΡ. που μπορεί να αφαιρεθεί: χειρουργικά ~ όγκος. 3. (σπάν.) που μπορεί να εξαιρεθεί. ΑΝΤ. ανεξαίρετος ● Ουσ.: εξαιρέσιμο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: επιπρόσθετη εργασία κατά τη διάρκεια ημερών που συνήθ. είναι μη εργάσιμες· η αντίστοιχη αμοιβή: Υπερωρίες και ~α (Κυριακές, αργίες) πληρώνονται εξτρά.|| ~α λόγω εργασίας κατά τις εορτές. [< αρχ. ἐξαιρέσιμος ‘που πρέπει να αφαιρεθεί’] | |
| 16649 | εξαιρετέος | , α, ο [ἐξαιρετέος] ε-ξαι-ρε-τέ-ος επίθ. (επίσ.): που εξαιρείται υποχρεωτικά: πληροφορίες ~ες από το απόρρητο.|| (ειδικότ.) Κυριακή ή ~α αργία/εορτή. Βλ. εξαιρέσιμος, -τέος. ΑΝΤ. ανεξαίρετος ● ΦΡ.: γνωστός και μη εξαιρετέος βλ. γνωστός [< αρχ. ἐξαιρετέος ‘που πρέπει να αφαιρεθεί ή να ανυψωθεί’] | |
| 16650 | εξαιρετικός | , ή, ό [ἐξαιρετικός] ε-ξαι-ρε-τι-κός επίθ. 1. που είναι πάρα πολύ καλός, πολύ αξιόλογος: ~ός: μουσικός/συνεργάτης. ~ή: γραφή/δουλειά/εμφάνιση/επιτυχία/ευκαιρία/ηθοποιός/θέα. ~ές: επιδόσεις. ~ά: εργαλεία/νέα. Προϊόντα/υπηρεσίες ~ής ποιότητας. Θέμα ~ής σημασίας. Περιοχή που παρουσιάζει ~ό (= ιδιαίτερο, ξεχωριστό) ενδιαφέρον. Πβ. εκλεκτός, έκτακτος, εξαίρετος, έξοχος, περίφημος. 2. που ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ως προς κάποιες ιδιότητες, κάποια χαρακτηριστικά, που αποτελεί εξαίρεση: σπάνια και ~ή περίπτωση. Είναι ~ή ανάγκη να ... Προθεσμία που μπορεί να παραταθεί για ~ούς λόγους. Σε ~ές περιστάσεις. Παιδιά με ~ές ικανότητες. Βλ. ασυνήθιστος. ● επίρρ.: εξαιρετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ κρίσιμη κατάσταση/σύντομο χρονικό διάστημα/χαμηλές τιμές. Πβ. άκρως, ιδιαίτερα, ιδιαζόντως. [< μτγν. ἐξαιρετικός 'που εξαιρεί', γαλλ. exceptionnel] | |
| 16651 | εξαιρετικότητα | [ἐξαιρετικότητα] ε-ξαι-ρε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξαιρετικού: η ~ (= άριστη ποιότητα) των προϊόντων τους.|| Περιπτώσεις που δεν χαρακτηρίζονται από κανονικότητα, αλλά από ~ (: που αποτελούν εξαίρεση). Πβ. μοναδικ-, σπανι-ότητα. | |
| 16652 | εξαίρετος | , η, ο [ἐξαίρετος] ε-ξαί-ρε-τος επίθ. 1. που ξεχωρίζει, διακρίνεται, εξαιρετικός: ~ος: άνθρωπος/επιστήμονας/καλλιτέχνης/συνάδελφος. ~η: αρχιτεκτονική/δουλειά. ~ο: γούστο/ήθος. ~α: δείγματα λαϊκής τέχνης. Πβ. διαπρεπής/εκλεκτός, έκτακτος, εξαίσιος, έξοχος, θεσπέσιος, περίφημος. 2. (σπάν.) που αποτελεί εξαίρεση: ~η: περίπτωση. ● επίρρ.: εξαίρετα & (λόγ.) εξαιρέτως [< αρχ. ἐξαίρετος] | |
| 16653 | εξαίρω | [ἐξαίρω] ε-ξαί-ρω ρ. (μτβ.) {εξήρε, εξάρει, εξαίρ-εται, εξαρ-θεί, εξαίρ-οντας} (λόγ.) 1. επαινώ, εγκωμιάζω: Ο πρόεδρος εξήρε το έργο του προκατόχου του. ~εται η προσφορά/ο ρόλος της. Πβ. εκθειάζω, παινεύω. 2. τονίζω, υπογραμμίζω: Θα ήθελα να εξάρω τη σημασία της αιμοδοσίας. Πβ. αναδεικνύω, προβάλλω. [< αρχ. ἐξαίρω ‘σηκώνω, ανυψώνω’] | |
| 16654 | εξαιρώ | [ἐξαιρῶ] ε-ξαι-ρώ ρ. (μτβ.) {εξαιρ-είς ... | εξαίρ-εσε, -είται (μτχ. εξαιρούμενος, -η, -ο), -έθηκε (λόγ. μτχ. εξαιρεθ-είς, -είσα, -έν), -εθεί, εξαιρ-ώντας} 1. διαφοροποιώ, παραλείπω από σύνολο: Μιλώ για όλους και δεν ~ τον εαυτό μου. Αν ~έσουμε ελάχιστα λάθη, το γραπτό είναι άριστο. Ποια κεφάλαια ~ούνται από την εξεταστέα ύλη; (λόγ.) Αεροσκάφος δυναμικότητας ... επιβατών, ~ουμένου του πληρώματος. Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, εμού μη ~ουμένου. Σε πολλές χώρες του κόσμου, μηδέ της δικής μας εξαιρουμένης, .... Πβ. διακρίνω, δια-, ξε-χωρίζω. ΑΝΤ. συμπεριλαμβάνω 2. ΝΟΜ. {συνήθ. μεσοπαθ.} αποκλείω από νόμιμο δικαίωμα ή απαλλάσσω από καθήκον λόγω ειδικών συνθηκών: Ο νόμος ρητά ~εί τους ... ~έθηκε από μάρτυρας/τη συμμετοχή σε διαγωνισμό/την υποχρέωση στράτευσης/τη φορολογία. Αυθαίρετα κτίρια που ~ούνται από την κατεδάφιση. ● Παθ.: εξαιρείται {στο γ' πρόσ.}: ΓΡΑΜΜ. (για γλωσσικό στοιχείο) αποκλίνει από τον γενικό κανόνα: ~ούνται τα ονόματα σε ... ● ΦΡ.: μηδενός εξαιρουμένου /μηδεμιάς εξαιρουμένης (λόγ.): χωρίς να εξαιρείται κανένας/καμία: Όλοι είναι ίσοι έναντι του νόμου, μηδενός εξαιρουμένου., οι παρόντες εξαιρούνται (συνήθ. χιουμορ.): για να δηλωθεί ότι η κριτική που ασκείται δεν αναφέρεται στους ακροατές: Οι περισσότεροι, ~ ~ φυσικά, δεν ξέρουν τι τους γίνεται! [< 1: αρχ. ἐξαιρῶ, γαλλ. excepter, à l΄exception de 2: γαλλ. exempter] | |
| 16655 | εξαίσιος | , α, ο [ἐξαίσιος] ε-ξαί-σι-ος επίθ.: πάρα πολύ καλός, ωραίος: ~ος: χορευτής. ~α: αρχιτεκτονική/μουσική. ~ο: θέαμα/τοπίο. Πβ. εξαίρετος, έξοχος, θαυμάσιος, θεσπέσιος, καταπληκτικός, περικαλλής. ● επίρρ.: εξαίσια & (λόγ.) εξαισίως [< αρχ. ἐξαίσιος] | |
| 16656 | εξαιτίας | [ἐξαιτίας] ε-ξαι-τί-ας πρόθ. (+ γεν.): για να δηλωθεί η αιτία, συνήθ. αρνητικής ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ της πυκνής χιονόπτωσης διακόπηκε η κυκλοφορία των οχημάτων. Πβ. ένεκα, λόγω.|| (+ γεν. προσ. αντων.) ~ σου/τους (: με δική σου/τους ευθύνη, υπαιτιότητα). ● βλ. αιτία [< μεσν. εξαιτίας] | |
| 16657 | εξαίφνης | [ἐξαίφνης] ε-ξαίφ-νης επίρρ. (αρχαιοπρ.): ξαφνικά. Πβ. αίφνης, έξαφνα, ξάφνου. [< αρχ. ἐξαίφνης] | |
| 16658 | εξάκις | βλ. -άκις, εξά- | |
| 16659 | εξάκλινος | , η, ο βλ. εξά-, -κλινος | |
| 16660 | εξακολούθηση | [ἐξακολούθηση] ε-ξα-κο-λού-θη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνέχιση: ~ των διαπραγματεύσεων/της λειτουργίας (επιχείρησης)/των σπουδών/της χρήσης (ιστοσελίδας). (ΝΟΜ.) Περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν ~ του ίδιου εγκλήματος. ΣΥΝ. συνέχεια (2) ● ΦΡ.: κατ' εξακολούθηση (λόγ.) & (λογιότ.) κατ' εξακολούθησιν: συνεχώς, επανειλημμένως: (συχνά ΝΟΜ.) Απάτη/παράβαση που γίνεται ~ ~. Εκβίαση κατ' επάγγελμα και ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ δολοφόνοι (πβ. κατά συρροή). [< μτγν. ἐξακολούθησις ‘παρακολούθηση, συνοδεία’] | |
| 16661 | εξακολουθητικός | , ή, ό [ἐξακολουθητικός] ε-ξα-κο-λου-θη-τι-κός επίθ.: συνεχής, διαρκής: (ΝΟΜ.) τέλεση αξιόποινων πράξεων με ~ό τρόπο (πβ. κατ' εξακολούθηση). (ΙΑΤΡ.) ~ή εκδήλωση συμπτωμάτων.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: χρόνοι (: ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο εξακολουθητικός μέλλοντας, που φανερώνουν ότι κάτι γίνεται, γινόταν ή θα γίνεται με συνέχεια ή επανάληψη, σε αντιδιαστολή με τους συντελεσμένους χρόνους). ~ά: σύμφωνα (π.χ. β, γ, δ). ● επίρρ.: εξακολουθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εξακολουθητικός μέλλοντας: ΓΡΑΜΜ. χρόνος που δηλώνει ότι κάτι θα γίνεται συνεχώς ή επανειλημμένως (στο μέλλον): π.χ. θα δίνω. Βλ. στιγμιαίος μέλλοντας. | |
| 16662 | εξακολουθώ | [ἐξακολουθῶ] ε-ξα-κο-λου-θώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εξακολουθ-είς ... | εξακολούθ-ησα, σπάν. -ήθηκε, εξακολουθ-ώντας}: συνεχίζω να κάνω (ή συνεχίζει να γίνεται) κάτι: ~ να πιστεύω ότι ... ~ούμε την πορεία/την προσπάθειά μας.|| Ο κίνδυνος ~εί να υφίσταται. ΑΝΤ. σταματώ (1) ● εξακολουθεί: συνεχίζεται, διαρκεί, υπάρχει ακόμη: ~ η κρίση/ο πόλεμος. Ο πυρετός και το ρίγος ~ησαν. Θα ~ήσει (: κρατήσει) για χρόνια η συνεργασία τους. [< μτγν. ἐξακολουθῶ ‘ακολουθώ, συνοδεύω’] | |
| 16663 | εξακοντίζω | [ἐξακοντίζω] ε-ξα-κο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {εξακόντι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, εξακοντίζ-οντας} (λόγ.) 1. ρίχνω ή πετώ κάτι με δύναμη: Οι διαδηλωτές ~σαν πέτρες κατά των ... Βέλος/βλήμα/ρουκέτα που ~στηκε από μεγάλη απόσταση. Πβ. εκσφενδονίζω, εκτοξεύω, εξαπολύω. 2. (μτφ.) επιτίθεμαι φραστικά, απευθύνω απειλές, βαρείς χαρακτηρισμούς: ~σε υβριστικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς εναντίον ... Πβ. εκστομίζω. 3. (μτφ.) αυξάνω ή ανεβάζω κάτι απότομα, εκτινάσσω: Στους 45 βαθμούς ~στηκε ο υδράργυρος. Οι μετοχές/πωλήσεις/τιμές ~στηκαν στα ύψη. [< αρχ. ἐξακοντίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ