Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17520-17540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16657εξαίφνης[ἐξαίφνης] ε-ξαίφ-νης επίρρ. (αρχαιοπρ.): ξαφνικά. Πβ. αίφνης, έξαφνα, ξάφνου. [< αρχ. ἐξαίφνης]
16658εξάκιςβλ. -άκις, εξά-
16659εξάκλινος, η, ο βλ. εξά-, -κλινος
16660εξακολούθηση[ἐξακολούθηση] ε-ξα-κο-λού-θη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνέχιση: ~ των διαπραγματεύσεων/της λειτουργίας (επιχείρησης)/των σπουδών/της χρήσης (ιστοσελίδας). (ΝΟΜ.) Περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν ~ του ίδιου εγκλήματος. ΣΥΝ. συνέχεια (2) ● ΦΡ.: κατ' εξακολούθηση (λόγ.) & (λογιότ.) κατ' εξακολούθησιν: συνεχώς, επανειλημμένως: (συχνά ΝΟΜ.) Απάτη/παράβαση που γίνεται ~ ~. Εκβίαση κατ' επάγγελμα και ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ δολοφόνοι (πβ. κατά συρροή). [< μτγν. ἐξακολούθησις ‘παρακολούθηση, συνοδεία’]
16661εξακολουθητικός, ή, ό [ἐξακολουθητικός] ε-ξα-κο-λου-θη-τι-κός επίθ.: συνεχής, διαρκής: (ΝΟΜ.) τέλεση αξιόποινων πράξεων με ~ό τρόπο (πβ. κατ' εξακολούθηση). (ΙΑΤΡ.) ~ή εκδήλωση συμπτωμάτων.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: χρόνοι (: ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο εξακολουθητικός μέλλοντας, που φανερώνουν ότι κάτι γίνεται, γινόταν ή θα γίνεται με συνέχεια ή επανάληψη, σε αντιδιαστολή με τους συντελεσμένους χρόνους). ~ά: σύμφωνα (π.χ. β, γ, δ). ● επίρρ.: εξακολουθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εξακολουθητικός μέλλοντας: ΓΡΑΜΜ. χρόνος που δηλώνει ότι κάτι θα γίνεται συνεχώς ή επανειλημμένως (στο μέλλον): π.χ. θα δίνω. Βλ. στιγμιαίος μέλλοντας.
16662εξακολουθώ[ἐξακολουθῶ] ε-ξα-κο-λου-θώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εξακολουθ-είς ... | εξακολούθ-ησα, σπάν. -ήθηκε, εξακολουθ-ώντας}: συνεχίζω να κάνω (ή συνεχίζει να γίνεται) κάτι: ~ να πιστεύω ότι ... ~ούμε την πορεία/την προσπάθειά μας.|| Ο κίνδυνος ~εί να υφίσταται. ΑΝΤ. σταματώ (1) ● εξακολουθεί: συνεχίζεται, διαρκεί, υπάρχει ακόμη: ~ η κρίση/ο πόλεμος. Ο πυρετός και το ρίγος ~ησαν. Θα ~ήσει (: κρατήσει) για χρόνια η συνεργασία τους. [< μτγν. ἐξακολουθῶ ‘ακολουθώ, συνοδεύω’]
16663εξακοντίζω[ἐξακοντίζω] ε-ξα-κο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {εξακόντι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, εξακοντίζ-οντας} (λόγ.) 1. ρίχνω ή πετώ κάτι με δύναμη: Οι διαδηλωτές ~σαν πέτρες κατά των ... Βέλος/βλήμα/ρουκέτα που ~στηκε από μεγάλη απόσταση. Πβ. εκσφενδονίζω, εκτοξεύω, εξαπολύω. 2. (μτφ.) επιτίθεμαι φραστικά, απευθύνω απειλές, βαρείς χαρακτηρισμούς: ~σε υβριστικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς εναντίον ... Πβ. εκστομίζω. 3. (μτφ.) αυξάνω ή ανεβάζω κάτι απότομα, εκτινάσσω: Στους 45 βαθμούς ~στηκε ο υδράργυρος. Οι μετοχές/πωλήσεις/τιμές ~στηκαν στα ύψη. [< αρχ. ἐξακοντίζω]
16664εξακόντιση[ἐξακόντιση] ε-ξα-κό-ντι-ση ουσ. (θηλ.) & εξακοντισμός (ο) (λόγ.) 1. εκτόξευση, εκσφενδόνιση: ~ ρουκετών/χειροβομβίδων. Πβ. εξαπόλυση. 2. (μτφ.) εκδήλωση φραστικής επίθεσης με απειλές, ύβρεις: ~ κατηγοριών. 3. (μτφ.) απότομη αύξηση ή άνοδος δείκτη, μεγέθους, εκτίναξη: ~ της τιμής του μαύρου χρυσού στα ύψη. [< μτγν. ἐξακόντισις]
16665εξακοσάρα[ἑξακοσάρα] ε-ξα-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μοτοσικλέτα εξακοσίων κυβικών εκατοστών. Βλ. χιλιάρα. 2. ποσό εξακοσίων (χιλιάδων) μονάδων: Έσκασα (: έδωσα, πλήρωσα) μια ~ ευρώ. Πβ. εξακοσάρι.
16666εξακοσάρι[ἑξακοσάρι] ε-ξα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. όχημα, συνήθ. δίτροχο, που έχει μηχανή εξακοσίων κυβικών εκατοστών. 2. ποσό εξακοσίων (χιλιάδων) μονάδων. Πβ. εξακοσάρα.
16667εξακοσαριά[ἑξακοσαριά] ε-ξα-κο-σα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σύνολο εξακοσίων μονάδων: καμιά ~ (= περίπου) άτομα/ευρώ/χρόνια.
16668εξακόσια[ἑξακόσια] ε-ξα-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 600 ή το σύνολο εξακοσίων μονάδων. 2. (ως αριθμητ. τακτ.-προφ.) εξακοσιοστός. [< αρχ. ἑξακόσια]
16669εξακόσιοι, ες, α [ἑξακόσιοι] ε-ξα-κό-σι-οι αριθμητ. επίθ. απόλ. {εξακοσίων} & (προφ.) εξακόσοι: που αποτελούν σύνολο εξακοσίων μονάδων: ~οι: επιβάτες/κάτοικοι/στρατιώτες. ~ες: θερμίδες. ~α: ευρώ/χρόνια. [< αρχ. ἑξακόσιοι]
16670εξακοσιοστός, ή, ό [ἑξακοσιοστός] ε-ξα-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) αντιστοιχεί στον αριθμό 600: ο ~ στίχος. Η ~ή επέτειος/σελίδα. Βλ. -οστός.|| (ως ουσ.) Το ένα ~ό του ... [< μτγν. ἑξακοσιοστός]
16671εξακριβώνω[ἐξακριβώνω] ε-ξα-κρι-βώ-νω ρ. (μτβ.) {εξακρίβω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος, εξακριβών-οντας}: διαπιστώνω, επαληθεύω κάτι μετά από έλεγχο, εξέταση: Η ασφάλεια διεξάγει έρευνα για να ~σει ότι ... ~θηκε η αιτία θανάτου/ταυτότητα των δραστών. Δεν ~θηκε αν ήταν δολοφονία ή ατύχημα. ~μένες: πληροφορίες (= διασταυρωμένες). Πβ. διακριβώνω, επιβεβαιώνω. Βλ. ελέγχω. [< αρχ. ἐξακριβῶ ‘κάνω ή λέω με ακρίβεια’]
16672εξακρίβωση[ἐξακρίβωση] ε-ξα-κρί-βω-ση ουσ. (θηλ.): διαπίστωση, επιβεβαίωση μετά από έλεγχο, εξέταση: μηχανήματα ~ης της γνησιότητας των χαρτονομισμάτων. Ανακρίσεις για την ~ των συνθηκών του θανάτου. Πβ. διακρίβωση. ● ΣΥΜΠΛ.: εξακρίβωση στοιχείων: έλεγχος και επαλήθευση της ταυτότητας κάποιου από την Αστυνομία: Οι ύποπτοι προσήχθησαν στην Ασφάλεια για ~ ~. [< πβ. μτγν. ἐξακρίβωσις ‘αυστηρή τήρηση του νόμου’, γαλλ. vérification]
16673εξακριβώσιμος, η, ο [ἐξακριβώσιμος] ε-ξα-κρι-βώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εξακριβωθεί: αντικειμενικώς ~α στοιχεία. Σύμφωνα με απόλυτα ~ες πληροφορίες. Πβ. επαληθεύσιμος.
16674εξακτική[ἐξακτική] ε-ξα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της οδοντιατρικής με αντικείμενο την εξαγωγή δοντιών. [< γαλλ. extraction (des dents)]
16675εξακτινώνω[ἐξακτινώνω] ε-ξα-κτι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {εξακτίνω-σε, -θηκε, -μένος, εξακτινών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαπλώνω, διαδίδω: Η σχολή ~ει (= επεκτείνει) τη δράση της σε όλο το(ν) νομό. Το φεστιβάλ ~θηκε και σε άλλες πόλεις. ~μένα: τμήματα επιμόρφωσης.
16676εξακτίνωση[ἐξακτίνωση] ε-ξα-κτί-νω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διάδοση, εξάπλωση: ~ των δράσεων (= διεύρυνση). (ΠΑΙΔΑΓ.) διαθεματική/διεπιστημονική ~ (: ολόπλευρη παρουσίαση) του θέματος. ~ επιμορφωτικών προγραμμάτων από το κέντρο στην περιφέρεια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.