Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17520-17540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16664εξακόντιση[ἐξακόντιση] ε-ξα-κό-ντι-ση ουσ. (θηλ.) & εξακοντισμός (ο) (λόγ.) 1. εκτόξευση, εκσφενδόνιση: ~ ρουκετών/χειροβομβίδων. Πβ. εξαπόλυση. 2. (μτφ.) εκδήλωση φραστικής επίθεσης με απειλές, ύβρεις: ~ κατηγοριών. 3. (μτφ.) απότομη αύξηση ή άνοδος δείκτη, μεγέθους, εκτίναξη: ~ της τιμής του μαύρου χρυσού στα ύψη. [< μτγν. ἐξακόντισις]
16665εξακοσάρα[ἑξακοσάρα] ε-ξα-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μοτοσικλέτα εξακοσίων κυβικών εκατοστών. Βλ. χιλιάρα. 2. ποσό εξακοσίων (χιλιάδων) μονάδων: Έσκασα (: έδωσα, πλήρωσα) μια ~ ευρώ. Πβ. εξακοσάρι.
16666εξακοσάρι[ἑξακοσάρι] ε-ξα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. όχημα, συνήθ. δίτροχο, που έχει μηχανή εξακοσίων κυβικών εκατοστών. 2. ποσό εξακοσίων (χιλιάδων) μονάδων. Πβ. εξακοσάρα.
16667εξακοσαριά[ἑξακοσαριά] ε-ξα-κο-σα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σύνολο εξακοσίων μονάδων: καμιά ~ (= περίπου) άτομα/ευρώ/χρόνια.
16668εξακόσια[ἑξακόσια] ε-ξα-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 600 ή το σύνολο εξακοσίων μονάδων. 2. (ως αριθμητ. τακτ.-προφ.) εξακοσιοστός. [< αρχ. ἑξακόσια]
16669εξακόσιοι, ες, α [ἑξακόσιοι] ε-ξα-κό-σι-οι αριθμητ. επίθ. απόλ. {εξακοσίων} & (προφ.) εξακόσοι: που αποτελούν σύνολο εξακοσίων μονάδων: ~οι: επιβάτες/κάτοικοι/στρατιώτες. ~ες: θερμίδες. ~α: ευρώ/χρόνια. [< αρχ. ἑξακόσιοι]
16670εξακοσιοστός, ή, ό [ἑξακοσιοστός] ε-ξα-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) αντιστοιχεί στον αριθμό 600: ο ~ στίχος. Η ~ή επέτειος/σελίδα. Βλ. -οστός.|| (ως ουσ.) Το ένα ~ό του ... [< μτγν. ἑξακοσιοστός]
16671εξακριβώνω[ἐξακριβώνω] ε-ξα-κρι-βώ-νω ρ. (μτβ.) {εξακρίβω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος, εξακριβών-οντας}: διαπιστώνω, επαληθεύω κάτι μετά από έλεγχο, εξέταση: Η ασφάλεια διεξάγει έρευνα για να ~σει ότι ... ~θηκε η αιτία θανάτου/ταυτότητα των δραστών. Δεν ~θηκε αν ήταν δολοφονία ή ατύχημα. ~μένες: πληροφορίες (= διασταυρωμένες). Πβ. διακριβώνω, επιβεβαιώνω. Βλ. ελέγχω. [< αρχ. ἐξακριβῶ ‘κάνω ή λέω με ακρίβεια’]
16672εξακρίβωση[ἐξακρίβωση] ε-ξα-κρί-βω-ση ουσ. (θηλ.): διαπίστωση, επιβεβαίωση μετά από έλεγχο, εξέταση: μηχανήματα ~ης της γνησιότητας των χαρτονομισμάτων. Ανακρίσεις για την ~ των συνθηκών του θανάτου. Πβ. διακρίβωση. ● ΣΥΜΠΛ.: εξακρίβωση στοιχείων: έλεγχος και επαλήθευση της ταυτότητας κάποιου από την Αστυνομία: Οι ύποπτοι προσήχθησαν στην Ασφάλεια για ~ ~. [< πβ. μτγν. ἐξακρίβωσις ‘αυστηρή τήρηση του νόμου’, γαλλ. vérification]
16673εξακριβώσιμος, η, ο [ἐξακριβώσιμος] ε-ξα-κρι-βώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εξακριβωθεί: αντικειμενικώς ~α στοιχεία. Σύμφωνα με απόλυτα ~ες πληροφορίες. Πβ. επαληθεύσιμος.
16674εξακτική[ἐξακτική] ε-ξα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της οδοντιατρικής με αντικείμενο την εξαγωγή δοντιών. [< γαλλ. extraction (des dents)]
16675εξακτινώνω[ἐξακτινώνω] ε-ξα-κτι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {εξακτίνω-σε, -θηκε, -μένος, εξακτινών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαπλώνω, διαδίδω: Η σχολή ~ει (= επεκτείνει) τη δράση της σε όλο το(ν) νομό. Το φεστιβάλ ~θηκε και σε άλλες πόλεις. ~μένα: τμήματα επιμόρφωσης.
16676εξακτίνωση[ἐξακτίνωση] ε-ξα-κτί-νω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διάδοση, εξάπλωση: ~ των δράσεων (= διεύρυνση). (ΠΑΙΔΑΓ.) διαθεματική/διεπιστημονική ~ (: ολόπλευρη παρουσίαση) του θέματος. ~ επιμορφωτικών προγραμμάτων από το κέντρο στην περιφέρεια.
16677εξακύλινδρος, η, ο [ἑξακύλινδρος] ε-ξα-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για κινητήρα) που έχει έξι κυλίνδρους. Βλ. τετρακύλινδρος.
16678έξαλα[ἔξαλα] έ-ξα-λα ουσ. (ουδ.) (τα): ΝΑΥΤ. το τμήμα του πλεούμενου που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, πάνω από την ίσαλο γραμμή: τα ~ του πλοίου/σκάφους. Βλ. ίσαλα. ΑΝΤ. ύφαλα [< αρχ. ἔξαλος, μτγν. τά ἔξαλα]
16679εξαλάτωση[ἐξαλάτωση] ε-ξα-λά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. απομόνωση οργανικών ενώσεων από υδατικά διαλύματα με την προσθήκη ανόργανων αλάτων: ~ πρωτεϊνών. Βλ. καταβύθιση. [< γερμ. Aussalzung]
16680εξαλείφω[ἐξαλείφω] ε-ξα-λεί-φω ρ. (μτβ.) {εξάλει-ψα, -φθηκε, -φθεί, εξαλείφ-οντας} 1. εξαφανίζω: Κρέμα που ~ει (= καταπολεμά) με τον καιρό ρυτίδες/σημάδια. Kαθαριστικό που ~ει κάθε ίχνος βρομιάς. ~φθηκαν (= εκμηδενίστηκαν, χάθηκαν) οι πιθανότητες να ... Πβ. καταπολεμώ. 2. ΝΟΜ. αίρω, ακυρώνω, καταργώ: ~εται το αξιόποινο μιας πράξης/η υποθήκη (ακινήτου). Το νέο νομοσχέδιο έχει σκοπό να ~ψει τις διακρίσεις σε βάρος των ... [< 1: αρχ. ἐξαλείφω]
16681εξάλειψη[ἐξάλειψη] ε-ξά-λει-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είψεως} 1. εξαφάνιση: η ~ των δεινοσαύρων από τη Γη.|| ~ των λαθών (πβ. σβήσιμο).|| Η ~ του αναλφαβητισμού/της βίας/της δουλείας (= κατάργηση)/των δυσκολιών/των φυλετικών διακρίσεων (πβ. καταπολέμηση). Η ~ (= εκμηδένιση) των επιπτώσεων της ρύπανσης. Μέτρα ~ης της νόσου. Πβ. αφανισμός, καταστροφή. 2. ΝΟΜ. άρση της ισχύος, κατάργηση: ~ της ποινής/υποθήκης. [< 1: μτγν. ἐξάλειψις]
16682εξαλλαγή[ἐξαλλαγή] ε-ξαλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία γίνεται κακοήθης ένας καλοήθης όγκος ή ένας υγιής ιστός: καρκινική/νεοπλασματική ~. ~ κυττάρων. ~ σπίλου σε μελάνωμα. Πβ. εκφυλισμός. Βλ. μετάλλαξη. 2. (σπάν.-μτφ.) μετάβαση σε άλλη κατάσταση, αλλοίωση: ~ του σκηνικού της χώρας. [< αρχ. ἐξαλλαγή ‘μεταβολή’, γαλλ. dégénérescence]
16683εξαλλοίωση[ἐξαλλοίωση] ε-ξαλ-λοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. μετασχηματισμός πετρωμάτων που οφείλεται σε χημικούς και βιολογικούς παράγοντες: ~ και αποσάθρωση/διάβρωση. Υδροθερμικές ~ώσεις. [< γαλλ. altération]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.