Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17540-17560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16677εξακύλινδρος, η, ο [ἑξακύλινδρος] ε-ξα-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για κινητήρα) που έχει έξι κυλίνδρους. Βλ. τετρακύλινδρος.
16678έξαλα[ἔξαλα] έ-ξα-λα ουσ. (ουδ.) (τα): ΝΑΥΤ. το τμήμα του πλεούμενου που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, πάνω από την ίσαλο γραμμή: τα ~ του πλοίου/σκάφους. Βλ. ίσαλα. ΑΝΤ. ύφαλα [< αρχ. ἔξαλος, μτγν. τά ἔξαλα]
16679εξαλάτωση[ἐξαλάτωση] ε-ξα-λά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. απομόνωση οργανικών ενώσεων από υδατικά διαλύματα με την προσθήκη ανόργανων αλάτων: ~ πρωτεϊνών. Βλ. καταβύθιση. [< γερμ. Aussalzung]
16680εξαλείφω[ἐξαλείφω] ε-ξα-λεί-φω ρ. (μτβ.) {εξάλει-ψα, -φθηκε, -φθεί, εξαλείφ-οντας} 1. εξαφανίζω: Κρέμα που ~ει (= καταπολεμά) με τον καιρό ρυτίδες/σημάδια. Kαθαριστικό που ~ει κάθε ίχνος βρομιάς. ~φθηκαν (= εκμηδενίστηκαν, χάθηκαν) οι πιθανότητες να ... Πβ. καταπολεμώ. 2. ΝΟΜ. αίρω, ακυρώνω, καταργώ: ~εται το αξιόποινο μιας πράξης/η υποθήκη (ακινήτου). Το νέο νομοσχέδιο έχει σκοπό να ~ψει τις διακρίσεις σε βάρος των ... [< 1: αρχ. ἐξαλείφω]
16681εξάλειψη[ἐξάλειψη] ε-ξά-λει-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είψεως} 1. εξαφάνιση: η ~ των δεινοσαύρων από τη Γη.|| ~ των λαθών (πβ. σβήσιμο).|| Η ~ του αναλφαβητισμού/της βίας/της δουλείας (= κατάργηση)/των δυσκολιών/των φυλετικών διακρίσεων (πβ. καταπολέμηση). Η ~ (= εκμηδένιση) των επιπτώσεων της ρύπανσης. Μέτρα ~ης της νόσου. Πβ. αφανισμός, καταστροφή. 2. ΝΟΜ. άρση της ισχύος, κατάργηση: ~ της ποινής/υποθήκης. [< 1: μτγν. ἐξάλειψις]
16682εξαλλαγή[ἐξαλλαγή] ε-ξαλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία γίνεται κακοήθης ένας καλοήθης όγκος ή ένας υγιής ιστός: καρκινική/νεοπλασματική ~. ~ κυττάρων. ~ σπίλου σε μελάνωμα. Πβ. εκφυλισμός. Βλ. μετάλλαξη. 2. (σπάν.-μτφ.) μετάβαση σε άλλη κατάσταση, αλλοίωση: ~ του σκηνικού της χώρας. [< αρχ. ἐξαλλαγή ‘μεταβολή’, γαλλ. dégénérescence]
16683εξαλλοίωση[ἐξαλλοίωση] ε-ξαλ-λοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. μετασχηματισμός πετρωμάτων που οφείλεται σε χημικούς και βιολογικούς παράγοντες: ~ και αποσάθρωση/διάβρωση. Υδροθερμικές ~ώσεις. [< γαλλ. altération]
16685εξαλλοσύνη[ἐξαλλοσύνη] ε-ξαλ-λο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του έξαλλου και (κατ' επέκτ.-στον πληθ.) δείγματα ή στοιχεία έξαλλης συμπεριφοράς: εκδηλώσεις ~ης. Ανεξέλεγκτο πάθος/μανία και ~.|| Πανηγύρισαν συγκρατημένα χωρίς κραυγές και ~ες. Πβ. αλλο-, παρα-φροσύνη, εκκεντρικ-, προκλητικ-ότητα. Βλ. -οσύνη.
16686εξάλλου[ἐξάλλου] ε-ξάλ-λου σύνδ. & (σπάν.) εξ άλλου: κειμενικός δείκτης που δηλώνει μετάβαση σε μια πληροφορία με την οποία ο ομιλητής συμπληρώνει τις προηγούμενες: Αξίζει, ~, να σηµειωθεί ότι ... Σταματώ τη συζήτηση, ~ δεν έχει νόημα. Πβ. άλλωστε, εκτός αυτού/τούτου, έπειτα. [< μεσν. φρ. εξ άλλου]
16687εξαμαρτείν[ἐξαμαρτεῖν] ε-ξα-μαρ-τείν {άκλ.} (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: το δις εξαμαρτείν (ουκ ανδρός σοφού): η επανάληψη ενός λάθους δηλώνει έλλειψη σωφροσύνης. [< αρχ. ἐξαμαρτεῖν, απαρέμφατο αορ. β’ του ρ. ἐξαμαρτάνω ‘διαπράττω σφάλμα’]
16688εξάμβλωμα[ἐξάμβλωμα] ε-ξάμ-βλω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) ΣΥΝ. έκτρωμα 1. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί αποστροφή και απέχθεια: (για κτίριο:) αρχιτεκτονικό/οικοδομικό ~. Τριώροφο τσιμεντένιο ~. Πβ. τέρας, τερατούργημα. 2. ΙΑΤΡ. έμβρυο που αποτελεί το προϊόν έκτρωσης. [< 2: μτγν. ἐξάμβλωμα]
16689εξαμβλωματικός, ή, ό [ἐξαμβλωματικός] ε-ξαμ-βλω-μα-τι-κός επίθ.: που προκαλεί αποστροφή και απέχθεια: ~ό: δημιούργημα/κτίριο. Πβ. αποκρουστ-, εκτρωματ-ικός.
16690εξαμελής, ής, ές βλ. εξά-, -μελής
16691εξαμερής, ής, ές βλ. εξά-, -μερής
16692εξαμερικανίζω[ἐξαμερικανίζω] ε-ξα-με-ρι-κα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξαμερικάνι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος}: προσαρμόζω κάτι στην αμερικανική πολιτική, στον αμερικανικό τρόπο ζωής και πολιτισμό, παρουσιάζω κάτι ως αμερικανικό: Μετανάστες/πληθυσμοί που ~ονται. ~σμένη: κουλτούρα/νεολαία.
16693εξαμερικανισμός[ἐξαμερικανισμός] ε-ξα-με-ρι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαμερικανίζω. Πβ. αμερικανοποίηση. Βλ. παγκοσμιοποίηση, -ισμός.
16694εξάμετρος, η, ο [ἑξάμετρος] ε-ξά-με-τρος επίθ. 1. ΜΕΤΡ. (συνήθ. για στίχο) που αποτελείται από έξι μετρικούς πόδες. 2. που έχει μήκος έξι μέτρα: ~η: βάρκα. ~οι: σωλήνες. ~ες: κολόνες. Βλ. -μετρος. ● ΣΥΜΠΛ.: δακτυλικό εξάμετρο βλ. δακτυλικός [< 1: αρχ. ἑξάμετρος]
16695εξαμηνία[ἑξαμηνία] ε-ξα-μη-νί-α ουσ. (θηλ.): χρονικό διάστημα ή περίοδος έξι μηνών, εξάμηνο. Βλ. -μηνία. [< μεσν. εξαμηνία]
16696εξαμηνιαίος, α, ο βλ. εξά-, -μηνιαίος
16697εξάμηνο[ἑξάμηνο] ε-ξά-μη-νο ουσ. (ουδ.) {εξαμήν-ου | -ων}: χρονική περίοδος που έχει διάρκεια έξι μηνών ή αντιστοιχεί στο μισό ακαδημαϊκό έτος: πρακτική εξάσκηση για ένα ~.|| Το δεύτερο ~ σπουδών/φοίτησης. Εργασίες ~ου. Πρόγραμμα διδασκαλίας/εξετάσεων/μαθημάτων τρέχοντος ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: εαρινό εξάμηνο βλ. εαρινός, χειμερινό εξάμηνο βλ. χειμερινός [< αρχ. ἑξάμηνος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.