Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17540-17560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16684έξαλλος, η, ο [ἔξαλλος] έ-ξαλ-λος επίθ. 1. (για πρόσ.) εξοργισμένος, εκτός εαυτού: ~ από αγανάκτηση/θυμό. Η απάθειά του με κάνει ~ο. Έγινε/ήταν ~ με τη συμπεριφορά της. Φώναζε ~. Πβ. αλλόφρων, έξω φρενών.|| ~ από χαρά (πβ. τρελός). 2. υπερβολικά έντονος, ξέφρενος: ~ος: ενθουσιασμός/πανηγυρισμός/ρυθμός (πβ. φρενήρης)/χορός. ~η: ζωή. 3. προκλητικός, τολμηρός: ~ο: κούρεμα/ντύσιμο. Πβ. εκκεντρικός. ● επίρρ.: έξαλλα ● ΦΡ.: εν εξάλλω (καταστάσει) [ἐν ἐξάλλῳ καταστάσει] (λόγ.) & σε έξαλλη κατάσταση: για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι πολύ θυμωμένος, εκνευρισμένος: Αποχώρησε ~ ~. [< πβ. μτγν. ἔξαλλος ‘διαφορετικός, ξεχωριστός, ιδιαίτερος’]
16685εξαλλοσύνη[ἐξαλλοσύνη] ε-ξαλ-λο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του έξαλλου και (κατ' επέκτ.-στον πληθ.) δείγματα ή στοιχεία έξαλλης συμπεριφοράς: εκδηλώσεις ~ης. Ανεξέλεγκτο πάθος/μανία και ~.|| Πανηγύρισαν συγκρατημένα χωρίς κραυγές και ~ες. Πβ. αλλο-, παρα-φροσύνη, εκκεντρικ-, προκλητικ-ότητα. Βλ. -οσύνη.
16686εξάλλου[ἐξάλλου] ε-ξάλ-λου σύνδ. & (σπάν.) εξ άλλου: κειμενικός δείκτης που δηλώνει μετάβαση σε μια πληροφορία με την οποία ο ομιλητής συμπληρώνει τις προηγούμενες: Αξίζει, ~, να σηµειωθεί ότι ... Σταματώ τη συζήτηση, ~ δεν έχει νόημα. Πβ. άλλωστε, εκτός αυτού/τούτου, έπειτα. [< μεσν. φρ. εξ άλλου]
16687εξαμαρτείν[ἐξαμαρτεῖν] ε-ξα-μαρ-τείν {άκλ.} (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: το δις εξαμαρτείν (ουκ ανδρός σοφού): η επανάληψη ενός λάθους δηλώνει έλλειψη σωφροσύνης. [< αρχ. ἐξαμαρτεῖν, απαρέμφατο αορ. β’ του ρ. ἐξαμαρτάνω ‘διαπράττω σφάλμα’]
16688εξάμβλωμα[ἐξάμβλωμα] ε-ξάμ-βλω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) ΣΥΝ. έκτρωμα 1. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί αποστροφή και απέχθεια: (για κτίριο:) αρχιτεκτονικό/οικοδομικό ~. Τριώροφο τσιμεντένιο ~. Πβ. τέρας, τερατούργημα. 2. ΙΑΤΡ. έμβρυο που αποτελεί το προϊόν έκτρωσης. [< 2: μτγν. ἐξάμβλωμα]
16689εξαμβλωματικός, ή, ό [ἐξαμβλωματικός] ε-ξαμ-βλω-μα-τι-κός επίθ.: που προκαλεί αποστροφή και απέχθεια: ~ό: δημιούργημα/κτίριο. Πβ. αποκρουστ-, εκτρωματ-ικός.
16690εξαμελής, ής, ές βλ. εξά-, -μελής
16691εξαμερής, ής, ές βλ. εξά-, -μερής
16692εξαμερικανίζω[ἐξαμερικανίζω] ε-ξα-με-ρι-κα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξαμερικάνι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος}: προσαρμόζω κάτι στην αμερικανική πολιτική, στον αμερικανικό τρόπο ζωής και πολιτισμό, παρουσιάζω κάτι ως αμερικανικό: Μετανάστες/πληθυσμοί που ~ονται. ~σμένη: κουλτούρα/νεολαία.
16693εξαμερικανισμός[ἐξαμερικανισμός] ε-ξα-με-ρι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαμερικανίζω. Πβ. αμερικανοποίηση. Βλ. παγκοσμιοποίηση, -ισμός.
16694εξάμετρος, η, ο [ἑξάμετρος] ε-ξά-με-τρος επίθ. 1. ΜΕΤΡ. (συνήθ. για στίχο) που αποτελείται από έξι μετρικούς πόδες. 2. που έχει μήκος έξι μέτρα: ~η: βάρκα. ~οι: σωλήνες. ~ες: κολόνες. Βλ. -μετρος. ● ΣΥΜΠΛ.: δακτυλικό εξάμετρο βλ. δακτυλικός [< 1: αρχ. ἑξάμετρος]
16695εξαμηνία[ἑξαμηνία] ε-ξα-μη-νί-α ουσ. (θηλ.): χρονικό διάστημα ή περίοδος έξι μηνών, εξάμηνο. Βλ. -μηνία. [< μεσν. εξαμηνία]
16696εξαμηνιαίος, α, ο βλ. εξά-, -μηνιαίος
16697εξάμηνο[ἑξάμηνο] ε-ξά-μη-νο ουσ. (ουδ.) {εξαμήν-ου | -ων}: χρονική περίοδος που έχει διάρκεια έξι μηνών ή αντιστοιχεί στο μισό ακαδημαϊκό έτος: πρακτική εξάσκηση για ένα ~.|| Το δεύτερο ~ σπουδών/φοίτησης. Εργασίες ~ου. Πρόγραμμα διδασκαλίας/εξετάσεων/μαθημάτων τρέχοντος ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: εαρινό εξάμηνο βλ. εαρινός, χειμερινό εξάμηνο βλ. χειμερινός [< αρχ. ἑξάμηνος]
16698εξάμηνος, η, ο [ἑξάμηνος] ε-ξά-μη-νος επίθ.: που έχει διάρκεια έξι μηνών ή γίνεται κάθε έξι μήνες: ~η: επιμόρφωση/ποινή/σύμβαση/συνδρομή. ~ο: συμβόλαιο.|| ~ες: ιατρικές εξετάσεις. Βλ. -μηνος. ● Ουσ.: εξάμηνα & (λαϊκό) εξαμήνια (τα): μνημόσυνο που τελείται έξι μήνες μετά τον θάνατο κάποιου. [< αρχ. ἑξάμηνος]
16699εξαναγκάζω[ἐξαναγκάζω] ε-ξα-να-γκά-ζω ρ. (μτβ.) {εξανάγκα-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξαναγκάζ-οντας} : αναγκάζω, υποχρεώνω ή πιέζω κάποιον να κάνει κάτι: ~ (κάποιον) με απειλές/με τη βία/με εκβιασμούς. Ο πόλεμος ~σε στην προσφυγιά χιλιάδες ανθρώπους. ~στηκε να παραιτηθεί. Είναι ~σμένος να ... Πβ. ζορίζω, κατ-, πειθ-αναγκάζω.|| (ΦΥΣ.) ~σμένη: ταλάντωση (: που προκαλείται από την επίδραση μιας εξωτερικής δύναμης. ΑΝΤ. ελεύθερη). [< αρχ. ἐξαναγκάζω]
16700εξαναγκασμός[ἐξαναγκασμός] ε-ξα-να-γκα-σμός ουσ. (αρσ.): πίεση που ασκείται σε κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του: σωματικός/ψυχολογικός ~. ~ σε παραίτηση. Καθεστώς βίας και ~ού. Δεν υποκύπτουμε σε κανέναν ~ό. Απόφαση που δεν οφείλεται σε εξωτερικό ~ό. Πβ. ζόρι, κατ-, πειθ-αναγκασμός.|| (ΝΟΜ.) ~ σε ασέλγεια/πορνεία.
16701εξαναγκαστικός, ή, ό [ἐξαναγκαστικός] ε-ξα-να-γκα-στι-κός επίθ.: που γίνεται με εξαναγκασμό, παρά τη θέληση κάποιου: ~ή: εργασία/μετανάστευση/παραίτηση. ~ά: μέτρα. Πβ. καταναγκαστ-, υποχρεωτ-ικός. ● επίρρ.: εξαναγκαστικά
16702εξανδραποδίζω[ἐξανδραποδίζω] ε-ξαν-δρα-πο-δί-ζω ρ. (μτβ.) {εξανδραπόδι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (λόγ.): υποδουλώνω και κατ' επέκτ. χειραγωγώ, καθιστώ κάποιον υποχείριο: Ο πληθυσμός του νησιού ~στηκε από τους εισβολείς. Πβ. σκλαβώνω.|| (μτφ.) Άβουλοι/αλλοτριωμένοι και ~σμένοι (πολίτες). [< αρχ. ἐξανδραποδίζω]
16703εξανδραποδισμός[ἐξανδραποδισμός] ε-ξαν-δρα-πο-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): υποδούλωση: Μετά την άλωση της πόλης ακολούθησε σφαγή και ~ των γυναικόπαιδων. Διωγμοί/λεηλασίες/καταστροφές και ~οί.|| (κατ' επέκτ.) Ο πνευματικός ~ του ανθρώπου. ~ και χειραγώγηση των μαζών. Πβ. καθυπόταξη, σκλάβωμα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξανδραποδισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.