Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17560-17580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16704εξανεμίζω[ἐξανεμίζω] ε-ξα-νε-μί-ζω ρ. (μτβ.) {εξανέμι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξανεμίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω (κάτι) να χαθεί, εξαφανίζω και (ειδικότ. για χρήματα) κατασπαταλώ: ~ονται οι ελπίδες/τα όνειρα για ... ~στηκαν (= διαλύθηκαν) οι αμφιβολίες/φόβοι μας. Πβ. σβήνω, σκορπίζω.|| Η ακρίβεια ~ει (= ροκανίζει) το εισόδημα. Το μηνιάτικό μου/ο μισθός μου ~στηκε. Πβ. διασπαθίζω. [< μτγν. ἐξανεμίζω, ἐξανεμῶ]
16705εξανέμιση[ἐξανέμιση] ε-ξα-νέ-μι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) εξανεμισμός (ο) (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαφάνιση, απώλεια και (ειδικότ. για χρήματα) κατασπατάληση: ~ των ελπίδων για ...|| ~ του εισοδήματος/των κερδών/των οικονομιών/της περιουσίας. Πβ. διασπάθιση.
16706εξανέστηβλ. εξανίσταμαι
16707εξάνθημα[ἐξάνθημα] ε-ξάν-θη-μα ουσ. (ουδ.) {εξανθήμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. αλλοίωση ερυθρού χρώματος στην επιφάνεια του δέρματος, που συνοδεύει συχνά μολυσματικές και μεταδοτικές ασθένειες: αλλεργικό/κηλιδώδες/κνησμώδες/τοπικό/φλεγμονώδες/φλυκταινώδες ~. Το ~ της ανεμοβλογιάς/ιλαράς. Δερματικά/φαρμακευτικά ~ατα. Γέμισε ~ατα και σπυράκια σε όλο του το πρόσωπο. Πβ. κοκκινίλα. [< αρχ. ἐξάνθημα, γαλλ. exanthème, αγγλ. exanthema]
16708εξανθηματικός, ή, ό [ἐξανθηματικός] ε-ξαν-θη-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συνοδεύεται από την εμφάνιση εξανθημάτων, που σχετίζεται με εξανθήματα: ~ός: πυρετός. ~ή: νόσος (βλ. ερυθρά, ιλαρά, τύφος). ~ές: ιώσεις/λοιμώξεις. [< γαλλ. exanthématique, αγγλ. exanthematic]
16709εξανθράκωση[ἐξανθράκωση] ε-ξαν-θρά-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική αφαίρεσης του άνθρακα από κάποιο υλικό, κυρ. μέταλλο: ~ καυσίμου/πετρελαίου/χάλυβα. Βλ. απανθράκωση. [< μεσν. εξανθράκωσις ΄καταστροφή με φωτιά΄, γαλλ. décarburation]
16710εξανθρωπίζω[ἐξανθρωπίζω] ε-ξαν-θρω-πί-ζω ρ. (μτβ.) {εξανθρώπι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξανθρωπίζ-οντας} (λόγ.): κάνω κάποιον να αποκτήσει ανθρωπιά, ευαισθησία και ευγένεια· συντελώ ώστε μια κατάσταση να γίνει πιο κατάλληλη για τον άνθρωπο: Η μουσική/τέχνη μάς ~ει.|| (ελλειπτ.) Πρότυπα που εξυψώνουν και ~ουν. Πβ. εκπολιτίζω, εξευγενίζω. ΑΝΤ. αποκτηνώνω, εκβαρβαρίζω. [< αρχ. ἐξανθρωπίζω, γαλλ. humaniser]
16711εξανθρωπισμός[ἐξανθρωπισμός] ε-ξαν-θρω-πι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξανθρωπίζω: ~ των συνθηκών διαβίωσης/εργασίας. Πβ. εκπολιτ-, εξευγεν-ισμός. ΣΥΝ. ανθρωποποίηση (2) ΑΝΤ. απανθρωποποίηση, αποκτήνωση, εκβαρβαρισμός [< γαλλ. humanisation]
16712εξάνιο[ἑξάνιο] ε-ξά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας που έχει στο μόριό του έξι άτομα άνθρακα (σύμβ. C6H14), προέρχεται από το πετρέλαιο και χρησιμοποιείται συχνά ως διαλύτης. Βλ. -άνιο, κυκλο~. [< γαλλ.-αγγλ. hexane]
16713εξανίσταμαι[ἐξανίσταμαι] ε-ξα-νί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {εξανίστα-σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται | εξανέστ-η} (λόγ.): εκφράζω έντονα την αντίθεση ή την οργή μου: ~ όταν ακούω ανακρίβειες και θρασύτατα ψεύδη. ~ με την αδικία (πβ. εκνευρίζομαι, εξάπτομαι, εξοργίζομαι). Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ~ησαν για την απόφαση. Πβ. διαμαρτύρομαι, εξεγείρομαι, ξεσηκώνομαι. [< πβ. αρχ. ἐξανίσταμαι ‘σηκώνομαι από το κάθισμα’, γαλλ. se soulever]
16714εξάντας[ἑξάντας] ε-ξά-ντας ουσ. (αρσ.) ΝΑΥΤ.-ΑΣΤΡΟΝ.: όργανο για τη μέτρηση της γωνιακής απόστασης μεταξύ ουράνιων σωμάτων και ορίζοντα. Βλ. αζιμούθιο, αστρολάβος, οκτάντας. [< πβ. αρχ. ἑξᾶς 'το ρωμαϊκό νόμισμα sextans', γαλλ.-αγγλ. sextant]
16715εξαντλημένος, η, ο [ἐξαντλημένος] ε-ξα-ντλη-μέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) πάρα πολύ κουρασμένος, ταλαιπωρημένος: ~ από τη δουλειά/τη ζέστη/τις κακουχίες/την πείνα. Πβ. εξουθενω-, καταβεβλη-, καταπονη-μένος. ΑΝΤ. ακαταπόνητος (1) 2. που έχει καταναλωθεί, τελειώσει και κατ' επέκτ. έχει φτάσει στα όριά του: ~η: έκδοση (βιβλίου). ~α: αποθέματα/κοιτάσματα.|| (μτφ.) ~η: αντοχή/υπομονή. ΑΝΤ. ανεξάντλητος (1) ● βλ. εξαντλώ [< μτγν. ἐξηντλημένος, γαλλ. épuisé]
5708εξάντληση

[ἀποκεῖ] α-πο-κεί επίρρ. (προφ.) & (λαϊκό) απεκεί & απέκει: από το σημείο που προαναφέρθηκε: (για τόπο:) Πήγε στο χωριό του και γύρισε ~ χθες. Φύγε ~! Πήγαμε στο σπίτι της και ~ στα μαγαζιά. Δεν περνάει πια ~.|| Συνέχισε ~ που σταμάτησες!|| (για χρονική αφετηρία:) ~ και μετά/πέρα/ύστερα τα πράγματα έγιναν καλύτερα.|| (σε εκφρ. δυσαρέσκειας, μειωτ.:) Άντε/πήγαινε/τράβα ~ που 'ρθες! Άντε/άσε/παράτα μας κι εσύ ~! Τι θέλει κι αυτός ~!|| (ως επίθ.) Η ~ πλευρά (= η άλλη, η αντίθετη). ΑΝΤ. αποδώ (1) ● ΦΡ.: αποδώ κι αποκεί βλ. αποδώ [< μεσν. αποκεί]

16716εξάντληση[ἐξάντληση] ε-ξά-ντλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατανάλωση αγαθού μέχρι να τελειώσει, να ξοδευτεί· πώληση του συνόλου των προϊόντων ή ειδικότ. των αντιτύπων: ~ των κοιτασμάτων/του πετρελαίου/των πηγών (ενέργειας)/των (φυσικών) πόρων/του ποσού (επιχορήγησης)/των προμηθειών/των πρώτων υλών. (στην κινητή τηλεφωνία) ~ του (δωρεάν) χρόνου ομιλίας. Πβ. ξόδεμα, στέρεμα.|| ~ του εδάφους από τη μονοκαλλιέργεια ή την υπερβόσκηση.|| ~ των εισιτηρίων του παιχνιδιού/της συναυλίας. 2. (μτφ.) υπερβολική κούραση, απώλεια ενέργειας· μεγάλη εξασθένηση: νευρική/πνευματική/συναισθηματική/σωματική/φυσική/ψυχική ~. ~ των δυνάμεων/του οργανισμού. ~ από τη ζέστη/τον πυρετό/την υπερπροσπάθεια. ~ λόγω αφυδάτωσης/γρίπης/καύσωνα. Αίσθημα/σημάδια/σημεία/συμπτώματα ~ης. Κατέρρευσε/λιποθύμησε από ~. Νιώθω ~. (ΙΑΤΡ.) Σύνδρομο επαγγελματικής/εργασιακής ~ης. Πβ. εξουθένωση, κατα-βολή, -πόνηση.|| (κατ' επέκτ.) Οικονομική ~ του πληθυσμού/της χώρας (πβ. αποδυνάμωση). ΣΥΝ. κατάπτωση (1) 3. (μτφ.) χρήση στον μέγιστο βαθμό, στο ανώτερο επίπεδο: ~ της αυστηρότητας/υπομονής (κάποιου). ~ όλων των μέσων/των ορίων (ανοχής).|| (για χρονικό διάστημα) ~ της (αναρρωτικής) άδειας/(κυβερνητικής) θητείας. Προσφυγή στις κάλπες πριν από την ~ της τετραετίας (πβ. ολοκλήρωση). 4. (μτφ.) (για ζήτημα, μελέτη) πλήρης κάλυψη, εξέταση: Ύστερα από την ~ των θεμάτων λύθηκε η συνεδρίαση. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμική εξάντληση: ΙΑΤΡ. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ζάλη, ναυτία, αδυναμία, άφθονη εφίδρωση και συχνά πλήρη κατάρρευση του οργανισμού, προκαλείται από φυσική άσκηση ή εργασία σε ζεστό περιβάλλον και συνοδεύεται από απώλεια υγρών και αλάτων από το σώμα. Βλ. ηλίαση, θερμοπληξία. [< αγγλ. heat exhaustion] ● ΦΡ.: μέχρι(ς) εξαντλήσεως βλ. μέχρι [< πβ. μτγν. ἐξάντλησις ‘καταιονισμός’, γαλλ. épuisement]
16717εξαντλήσιμος, η, ο [ἐξαντλήσιμος] ε-ξα-ντλή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να εξαντληθεί, να ξοδευτεί: ~οι: φυσικοί πόροι. ~ες: μορφές/πηγές ενέργειας. ~α: αποθέματα ορυκτών καυσίμων. Βλ. ανανεώσιμος. ΑΝΤ. ανεξάντλητος (1)
16718εξαντλητικός, ή, ό [ἐξαντλητικός] ε-ξα-ντλη-τι-κός επίθ. 1. πάρα πολύ κουραστικός, εξοντωτικός: ~ή: δίαιτα/νηστεία/προπόνηση. ~ό: πρόγραμμα/ωράριο. ~οί: ρυθμοί ζωής. Πολύωρη και ~ή εργασία. Πβ. εξουθενωτικός. 2. πλήρης, λεπτομερής: ~ός: έλεγχος/κατάλογος. ~ή: έρευνα. ~ή παρουσίαση και εκτενής ανάλυση του θέματος. Πβ. εξονυχιστικός. ● επίρρ.: εξαντλητικά
16719εξαντλώ[ἐξαντλῶ] ε-ξα-ντλώ ρ. (μτβ.) {εξαντλ-είς... | εξάντλ-ησε (λόγ.) εξήντλησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. καταναλώνω μέχρι τέλους: ~ήσαμε όλες μας τις οικονομίες (πβ. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ). Το προϊόν/στοκ/τεύχος έχει ~ηθεί. Τα αποθέματα/τα εφόδια/τα κοιτάσματα (πετρελαίου)/οι προμήθειες/οι πρώτες ύλες/τα πυρομαχικά/τα τρόφιμα ~ήθηκαν (= τελείωσαν).|| Τα εισιτήρια για τη συναυλία ~ήθηκαν (= πουλήθηκαν) μέσα σε δύο ώρες.|| Το έδαφος έχει ~ηθεί από τις εντατικές καλλιέργειες. 2. κουράζω υπερβολικά, αποδυναμώνω: Η ασθένεια τον έχει ~ήσει πλήρως (πβ. εξασθενίζω). ~ούμαι οικονομικά/σωματικά/ψυχικά (πβ. αναλώνω). ~ήθηκα από τη γυμναστική/τη δουλειά/τον καύσωνα/τον πυρετό. Πβ. εξουθενώνω, κατα-βάλλω, -πονώ. 3. (για αφηρημένη έννοια) φτάνω στο ανώτατο όριο, χρησιμοποιώ στον μέγιστο βαθμό: ~ησα την αντοχή/επιείκειά μου. Θα ~ήσω κάθε νόμιμο μέσο για να βρω το δίκιο μου. Έχουν ~ηθεί όλα τα όρια (ανοχής)/περιθώρια διαλόγου. Ο διαθέσιμος χρόνος ομιλίας σας ~ήθηκε. 4. εξετάζω, αναλύω διεξοδικά: ~ήσαμε το θέμα (συζήτησης). Το ζήτημα δεν ~είται έτσι εύκολα. ● βλ. εξαντλημένος [< 1: αρχ. ἐξαντλῶ, γαλλ. épuiser]
16720εξαντρίκ[ἐξαντρίκ] ε-ξα-ντρίκ επίθ. {άκλ.} (προφ.): εκκεντρικός: ~ κούρεμα/ντύσιμο. Πβ. εξεζητημένος, ιδιόρρυθμος, παράξενος. [< γαλλ. excentrique]
16721εξάπαντος[ἐξάπαντος] ε-ξά-πα-ντος επίρρ. (λόγ.): σε κάθε περίπτωση, οπωσδήποτε: Δεσμεύσεις που πρέπει να τηρηθούν ~. [< αρχ. φρ. ἐξ ἅπαντος, μεσν. εξάπαντος]
16722εξαπάτηση[ἐξαπάτηση] ε-ξα-πά-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαπατώ: διαδικτυακή/οικονομική/πολιτική ~. Αισχροκέρδεια και ~ του καταναλωτικού κοινού. Θύμα/τεχνικές ~ης. Πβ. απάτη, κοροϊδία, παγίδευση, παραμύθιασμα, παραπλάνηση, ξεγέλασμα. [< μτγν. ἐξαπάτησις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.