| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 755 | αδιαβροχία | [ἀδιαβροχία] α-δι-α-βρο-χί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του αδιάβροχου: υψηλή ~. Βελτίωση/εξασφάλιση ~ας. [< γαλλ. imperméabilité] | |
| 756 | αδιαβροχοποίηση | [ἀδιαβροχοποίηση] α-δι-α-βρο-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μετατροπή ενός υλικού σε αδιάβροχο: αδιαφανής/πλήρης ~. ~ δαπέδων/δερμάτων/κτιρίων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. imperméabilisation] | |
| 757 | αδιαβροχοποιητικός | , ή, ό [ἀδιαβροχοποιητικός] α-δι-α-βρο-χο-ποι-η-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται ή συντελεί στην αδιαβροχοποίηση: ~ός: εμποτισμός προσόψεων. ~ή: βαφή. ~ό: αστάρι/σπρέι (επικάλυψης). ~ά υλικά εξωτερικής χρήσης. Βλ. -ποιητικός. ● Ουσ.: αδιαβροχοποιητικό (το): προϊόν που συντελεί στην αδιαβροχοποίηση: ~ για υφάσματα. Σιλικονούχα ~ά αρμών πλακιδίων/τούβλων. [< γαλλ. imperméable] | |
| 758 | αδιαβροχοποιώ | [ἀδιαβροχοποιῶ] α-δι-α-βρο-χο-ποι-ώ ρ. {αδιαβροχοποι-εί | -ήσει, -είται, -ηθεί, -ημένος}: καθιστώ κάτι αδιάβροχο με την κατάλληλη επεξεργασία: ~ κουρτίνες/μέταλλα/στρώματα/χαλιά (για προστασία από διάβρωση, λεκέδες, ξεθώριασμα, σκουριά). ~ με καουτσούκ. ~ημένο: δέρμα/ύφασμα. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. imperméabiliser] | |
| 759 | αδιάβροχος | , η, ο [ἀδιάβροχος] α-δι-ά-βρο-χος επίθ.: που δεν μπορεί να τον διαπεράσει υγρό, συνήθ. νερό: ~ος: ρουχισμός. ~η: συσκευασία. ~ο: αντηλιακό/μπουφάν/ρολόι. ~α: γάντια/παπούτσια. Πβ. στεγανός, υδατοστεγής. ● Ουσ.: αδιάβροχο (το): ελαφρύ πανωφόρι από υλικό που δεν το διαπερνά η βροχή. Πβ. νιτσεράδα. [< μτγν. ἀδιάβροχος ‘αδιαπέραστος από τη βροχή’, γαλλ. imperméable] | |
| 760 | αδιάβρωτος | , η, ο [ἀδιάβρωτος] α-δι-ά-βρω-τος επίθ. (επιστ.): που δεν έχει διαβρωθεί, δεν έχει φθαρεί: ~η: επιφάνεια. ~ο: έδαφος/μέταλλο/ξύλο. Σωλήνας ~ από τα άλατα του νερού. ΑΝΤ. διαβρωμένος.|| (μτφ.) ~η: δικαιοσύνη (= αδιάφθορη, αδέκαστη)/νεολαία. | |
| 761 | αδιάγνωστος | , η, ο [ἀδιάγνωστος] α-δι-ά-γνω-στος επίθ.: ΙΑΤΡ. που δεν έχει ή δεν μπορεί εύκολα να διαγνωστεί ή να αναγνωριστεί: ~ος: διαβήτης. ~η: κατάθλιψη. Τα αίτια της νόσου παραμένουν ~α. [< μτγν. ἀδιάγνωστος] | |
| 762 | αδιαθεσία | [ἀδιαθεσία] α-δι-α-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ελαφρά συνήθ. διαταραχή της υγείας ή ειδικότ. της διάθεσης, δυσφορία, ακεφιά: απλή/γενική/έντονη/ξαφνική/σοβαρή/στομαχική ~. Συμπτώματα ~ας (: πονοκέφαλος, ζαλάδες, τάση για εμετό, λιποθυμία). ~ες εγκυμοσύνης. Αισθάνθηκα/ένιωσα ~ και ξάπλωσα. Επικαλέστηκε ~ και αποχώρησε. 2. (ευφημ.) έμμηνος ρύση. [< γαλλ. indisposition] | |
| 763 | αδιάθετος | , η, ο [ἀδιάθετος] α-δι-ά-θε-τος επίθ. 1. που νιώθει αδιαθεσία: Αισθάνομαι ~. Ήταν στο κρεβάτι ~ με πυρετό. Δεν θα έρθω στη δουλειά, είμαι λίγο ~η. Πβ. κακοδιάθετος. 2. (για γυναίκα) που έχει έμμηνο ρύση, περίοδο. 3. που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή πουληθεί: ~η: παραγωγή/ποσότητα/σοδειά. ~ο: υπόλοιπο. ~ες: θέσεις/μετοχές. ~α: κονδύλια/οικόπεδα/προϊόντα (= απούλητα). Μεγάλος αριθμός εισιτηρίων παραμένει ~. 4. ΝΟΜ. που δεν κληρονομήθηκε με διαθήκη ή (για πρόσ.) που δεν άφησε διαθήκη: ~η: κληρονομιά/περιουσία. ● ΦΡ.: εξ αδιαθέτου: ΝΟΜ. χωρίς διαθήκη: διαδοχή/κληρονόμοι ~ ~. [< γαλλ. ab intestat] [< 1,2: γαλλ. indisposé 3,4: μτγν. ἀδιάθετος] | |
| 764 | αδιαθετώ | [ἀδιαθετῶ] α-δι-α-θε-τώ ρ. (αμτβ.) {αδιαθετ-είς ... | αδιαθέτ-ησα, -ήσει} 1. (για γυναίκα) μου έρχεται περίοδος: Περιμένει ν' ~ήσει. 2. αρρωσταίνω, ασθενώ ελαφρά: ~ησε ξαφνικά και ανέβασε πυρετό. [< γαλλ. indisposer] | |
| 765 | αδιαίρετος | , ος/η, ο [ἀδιαίρετος] α-δι-αί-ρε-τος επίθ. {(λόγ.) -έτου} 1. που δεν έχει ή δεν μπορεί να διαιρεθεί, να χωριστεί σε μέρη: ~ος: αριθμός. ~η: ιδιοκτησία. ~ο: μερίδιο. Τα πρωτόνια δεν είναι ~α. Πβ. αδιαχώριστος. 2. (μτφ.) που δεν διασπάται, δεν διχάζεται: ~ος: λαός (= ενωμένος, ΑΝΤ. διαιρεμένος, διασπασμένος, διχασμένος). ~η: ενότητα (= αδιάσπαστη)/εξουσία. ~ο: έργο/όλον. ● Ουσ.: αδιαίρετο (το): η ιδιότητα του ενιαίου, του αδιάσπαστου: (ΘΕΟΛ.) Το ~ και ομοούσιο της Αγίας Τριάδας. (ΝΟΜ.) Το ~ των εκμεταλλεύσεων. ● επίρρ.: αδιαίρετα & (λόγ.) αδιαιρέτως ● ΦΡ.: εξ αδιαιρέτου: ΝΟΜ. για συγκυριότητα περιουσιακού στοιχείου από δύο ή περισσότερους δικαιούχους: ~ ~ ιδιοκτήτες/κτήμα. Μου ανήκει ~ ~ 50% του διαμερίσματος/οικοπέδου. Βλ. αδιανέμητος, από κοινού. [< γαλλ. par indivis, πβ. μεσν. εξαδιαιρέτως] , ενιαίος και αδιαίρετος βλ. ενιαίος [< αρχ. ἀδιαίρετος] | |
| 766 | αδιαιρετότητα | [ἀδιαιρετότητα] α-δι-αι-ρε-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αδιαίρετου: ~ (ΟΙΚΟΝ.) αγαθών/(ΧΗΜ.) ατόμου/δαπανών/(ΦΙΛΟΣ.) της ύλης (πβ. ενότητα). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. διαιρετότητα (1) [< γαλλ. indivisibilité] | |
| 767 | αδιάκοπος | , η, ο [ἀδιάκοπος] α-διά-κο-πος επίθ.: που δεν σταματά, που συνεχίζεται χωρίς διακοπή: ~ος: αγώνας (= αδιάλειπτος, διαρκής, συνεχής)/έλεγχος/θόρυβος. ~η: αγωνία/βροχή (= ασταμάτητη)/ένταση/εξέλιξη/λειτουργία/προσπάθεια. ~ο: ενδιαφέρον. ΣΥΝ. ακατάπαυστος ● επίρρ.: αδιάκοπα [< μτγν. ἀδιάκοπος] | |
| 768 | αδιακόσμητος | , η, ο [ἀδιακόσμητος] α-δι-α-κό-σμη-τος επίθ.: που δεν έχει διακοσμηθεί, χωρίς στολίδια: ~η: επιφάνεια/οροφή/πρόσοψη. ~ο: αγγείο (= ακόσμητο). ΑΝΤ. διακοσμημένος, στολισμένος|| (μτφ.) ~ος: λόγος (: λιτός και απέριττος). [< μτγν. ἀδιακόσμητος, γαλλ. non décoré, αγγλ. undecorated] | |
| 769 | αδιακρισία | [ἀδιακρισία] α-δι-α-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): απουσία διακριτικότητας, λεπτότητας ή ευγένειας και (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι ανάλογες πράξεις: δημοσιογραφική/κοινωνική ~. Η ~ του βλέμματος. Φέρεται με ~ (ΑΝΤ. τακτ). Είναι μεγάλη ~ (= αγένεια, χοντράδα) εκ μέρους σου να ...|| Κάνει ~ες από ζήλεια. [< μτγν. ἀδιακρισία, γαλλ. indiscrétion] | |
| 770 | αδιάκριτος | , η, ο [ἀδιάκριτος] α-δι-ά-κρι-τος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από αδιακρισία, ενοχλητικός: ~ος: επισκέπτης. ~η: συμπεριφορά/χειρονομία. ~ο: βλέμμα/γέλιο. ~οι: γείτονες (= περίεργοι). ~ες: κάμερες. Πρόσεχε μη σε δει κανένα ~ο μάτι. Θα μου επιτρέψετε μια ~η ερώτηση. Αν δεν γίνομαι ~, με ποιον μιλούσες; Δεν θέλω να φανώ ~, αλλά ... ΑΝΤ. διακριτικός (1) 2. που δεν διακρίνεται ή δεν κάνει διάκριση, δεν διαφοροποιείται: ~η: αλλαγή/μεταβολή (= αδιόρατη, δυσδιάκριτη).|| ~ες: διώξεις/επιθέσεις (= αδιαφοροποίητες). ● επίρρ.: αδιάκριτα 1. χωρίς διακριτικότητα, με αδιακρισία: Φέρθηκε ~. Μπήκε ~ στο γραφείο, χωρίς να ζητήσει άδεια. ΑΝΤ. διακριτικά 2. (καταχρ.) αδιακρίτως, χωρίς διαφοροποιήσεις: Ρευστοποιούν ~ τις μετοχές. Πβ. ανεξαιρέτως. [< 1: μεσν. αδιάκριτος, γαλλ. indiscret 2: αρχ. ἀδιάκριτος] | |
| 771 | αδιακρίτως | [ἀδιακρίτως] α-δι-α-κρί-τως επίρρ. (επίσ.): χωρίς διάκριση, ανεξαιρέτως: γενικώς και ~. Πυροβολούσε ~ εναντίον περαστικών. Βλ. αδιάκριτα.|| ~ (= ανεξαρτήτως) ηλικίας/φύλου. ΣΥΝ. ανεξάρτητα (1) [< μτγν. ἀδιακρίτως] | |
| 772 | αδιακώλυτος | , η, ο [ἀδιακώλυτος] α-δι-α-κώ-λυ-τος επίθ. (σπάν.-επίσ.): που γίνεται χωρίς εμπόδια, περιορισμούς: ~η: άσκηση (των εξουσιών)/πρόσβαση (ΣΥΝ. ανεμπόδιστη, απρόσκοπτη). Πβ. ακώλυτος. ● επίρρ.: αδιακώλυτα [< μτγν. ἀδιακώλυτος] | |
| 773 | αδιάλειπτος | , ος/η, ο [ἀδιάλειπτος] α-δι-ά-λει-πτος επίθ. (επίσ.): αδιάκοπος, συνεχής: ~ος: αγώνας (= ακατάπαυστος)/έλεγχος (= χωρίς κενά, χάσματα)/(ΙΑΤΡ.) σφυγμός (= κανονικός). ~η: ενημέρωση/λειτουργία (= ασταμάτητη)/παρουσία/παροχή ρεύματος/προσφορά. ~ο: ενδιαφέρον. ΣΥΝ. διαρκής (1) ● επίρρ.: αδιάλειπτα & αδιαλείπτως: (εμφατ.) Συνεχώς και ~ως. ΑΝΤ. κατά διαλείμματα [< αρχ. ἀδιάλειπτος] | |
| 774 | αδιάλλακτος | , η, ο [ἀδιάλλακτος] α-δι-άλ-λα-κτος επίθ.: που δεν αλλάζει γνώμη, δεν συμβιβάζεται, δεν υποχωρεί: ~ος: αντίπαλος/διαπραγματευτής (= ασυμβίβαστος)/συνομιλητής (ΣΥΝ. άκαμπτος). ~η: γραμμή/εμμονή/πολιτική/στάση/τακτική. ~ο: μίσος/ύφος. ~ες: αντιλήψεις. ~ στις απαιτήσεις/αποφάσεις/θέσεις του/σε ένα ζήτημα (ΣΥΝ. αμετάπειστος, ανυποχώρητος). Εμφανίζεται/παραμένει (απόλυτα) ~. ΑΝΤ. διαλλακτικός ● επίρρ.: αδιάλλακτα [< αρχ. ἀδιάλλακτος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ