| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16717 | εξαντλήσιμος | , η, ο [ἐξαντλήσιμος] ε-ξα-ντλή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να εξαντληθεί, να ξοδευτεί: ~οι: φυσικοί πόροι. ~ες: μορφές/πηγές ενέργειας. ~α: αποθέματα ορυκτών καυσίμων. Βλ. ανανεώσιμος. ΑΝΤ. ανεξάντλητος (1) | |
| 16718 | εξαντλητικός | , ή, ό [ἐξαντλητικός] ε-ξα-ντλη-τι-κός επίθ. 1. πάρα πολύ κουραστικός, εξοντωτικός: ~ή: δίαιτα/νηστεία/προπόνηση. ~ό: πρόγραμμα/ωράριο. ~οί: ρυθμοί ζωής. Πολύωρη και ~ή εργασία. Πβ. εξουθενωτικός. 2. πλήρης, λεπτομερής: ~ός: έλεγχος/κατάλογος. ~ή: έρευνα. ~ή παρουσίαση και εκτενής ανάλυση του θέματος. Πβ. εξονυχιστικός. ● επίρρ.: εξαντλητικά | |
| 16719 | εξαντλώ | [ἐξαντλῶ] ε-ξα-ντλώ ρ. (μτβ.) {εξαντλ-είς... | εξάντλ-ησε (λόγ.) εξήντλησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. καταναλώνω μέχρι τέλους: ~ήσαμε όλες μας τις οικονομίες (πβ. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ). Το προϊόν/στοκ/τεύχος έχει ~ηθεί. Τα αποθέματα/τα εφόδια/τα κοιτάσματα (πετρελαίου)/οι προμήθειες/οι πρώτες ύλες/τα πυρομαχικά/τα τρόφιμα ~ήθηκαν (= τελείωσαν).|| Τα εισιτήρια για τη συναυλία ~ήθηκαν (= πουλήθηκαν) μέσα σε δύο ώρες.|| Το έδαφος έχει ~ηθεί από τις εντατικές καλλιέργειες. 2. κουράζω υπερβολικά, αποδυναμώνω: Η ασθένεια τον έχει ~ήσει πλήρως (πβ. εξασθενίζω). ~ούμαι οικονομικά/σωματικά/ψυχικά (πβ. αναλώνω). ~ήθηκα από τη γυμναστική/τη δουλειά/τον καύσωνα/τον πυρετό. Πβ. εξουθενώνω, κατα-βάλλω, -πονώ. 3. (για αφηρημένη έννοια) φτάνω στο ανώτατο όριο, χρησιμοποιώ στον μέγιστο βαθμό: ~ησα την αντοχή/επιείκειά μου. Θα ~ήσω κάθε νόμιμο μέσο για να βρω το δίκιο μου. Έχουν ~ηθεί όλα τα όρια (ανοχής)/περιθώρια διαλόγου. Ο διαθέσιμος χρόνος ομιλίας σας ~ήθηκε. 4. εξετάζω, αναλύω διεξοδικά: ~ήσαμε το θέμα (συζήτησης). Το ζήτημα δεν ~είται έτσι εύκολα. ● βλ. εξαντλημένος [< 1: αρχ. ἐξαντλῶ, γαλλ. épuiser] | |
| 16720 | εξαντρίκ | [ἐξαντρίκ] ε-ξα-ντρίκ επίθ. {άκλ.} (προφ.): εκκεντρικός: ~ κούρεμα/ντύσιμο. Πβ. εξεζητημένος, ιδιόρρυθμος, παράξενος. [< γαλλ. excentrique] | |
| 16721 | εξάπαντος | [ἐξάπαντος] ε-ξά-πα-ντος επίρρ. (λόγ.): σε κάθε περίπτωση, οπωσδήποτε: Δεσμεύσεις που πρέπει να τηρηθούν ~. [< αρχ. φρ. ἐξ ἅπαντος, μεσν. εξάπαντος] | |
| 16722 | εξαπάτηση | [ἐξαπάτηση] ε-ξα-πά-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαπατώ: διαδικτυακή/οικονομική/πολιτική ~. Αισχροκέρδεια και ~ του καταναλωτικού κοινού. Θύμα/τεχνικές ~ης. Πβ. απάτη, κοροϊδία, παγίδευση, παραμύθιασμα, παραπλάνηση, ξεγέλασμα. [< μτγν. ἐξαπάτησις] | |
| 16723 | εξαπατώ | [ἐξαπατῶ] ε-ξα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {εξαπατ-άς ... | εξαπάτ-ησα, -ώμαι, -άσαι ..., -ούνται (λόγ.) -ώνται, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} : παραπλανώ, ξεγελώ: Απληροφόρητοι αγοραστές που ~ώνται από τους επιτήδειους. Νιώθω αδικημένος και ~ημένος. Πβ. απατώ, κοροϊδεύω. [< αρχ. ἐξαπατῶ] | |
| 16724 | εξαπίνης | [ἐξαπίνης] ε-ξα-πί-νης επίρρ. (αρχαιοπρ.): ξαφνικά, απροσδόκητα. Μόνο στη ● ΦΡ.: καταλαμβάνω/πιάνω εξαπίνης (απαιτ. λεξιλόγ.): αιφνιδιάζω, ξαφνιάζω: Οι ληστές κατέλαβαν υπαλλήλους και πελάτες ~. Πιάστηκε ~ (= εξ απροόπτου). [< αρχ. ἐξαπίνης] | |
| 16725 | εξαπλασιάζω | βλ. εξά-, -πλασιάζω | |
| 16726 | εξαπλασιασμός | βλ. εξά-, -πλασιασμός | |
| 16727 | εξαπλάσιος | , α, ο βλ. εξά-, -πλάσιος | |
| 16728 | εξάπλευρος | , η, ο βλ. εξά-, -πλευρος | |
| 16729 | εξαπλός | , ή, ό βλ. εξά-, -πλός | |
| 16730 | εξαπλώνω | [ἐξαπλώνω] ε-ξα-πλώ-νω ρ. (μτβ.) {εξάπλω-σε, εξαπλώ-θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} 1. επεκτείνω, κάνω κάτι να καταλάβει μια έκταση ή να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις: Η φωτιά ~θηκε γρήγορα. Η φήμη του ~θηκε σε ολόκληρη τη χώρα (πβ. απλώνεται, εκτείνεται, φτάνει).|| (ΙΑΤΡ.) ~εται ο ιός της γρίπης (βλ. επιδημία). Η νόσος ~θηκε στους πνεύμονες και στον εγκέφαλο (βλ. μετάσταση).|| (μτφ.) Η εταιρεία ~ει τις δραστηριότητές της στις διεθνείς αγορές. 2. διαδίδω κάτι: Αξίες και ιδανικά που ~θηκαν σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ευρέως ~μένες γλώσσες. Πβ. διασπείρω. [< μτγν. ἐξαπλῶ, μεσν. εξαπλώνω] | |
| 16731 | εξάπλωση | [ἐξάπλωση] ε-ξά-πλω-ση ουσ. (θηλ.): επέκταση· διάδοση, μετάδοση: αστική ~. ~ της πόλης. ~ της πυρκαγιάς σε γειτονικά κτίρια.|| Η αλματώδης/ραγδαία ~ του διαδικτύου. ~ της επιδημίας/των ναρκωτικών. [< μτγν. ἐξάπλωσις] | |
| 16732 | εξάποδος | , η, ο βλ. εξά-, -ποδοςΣ | |
| 16733 | εξαποδώ | [ἐξαποδῶ] ε-ξα-πο-δώ ουσ. (αρσ.) & εξαποδώς & οξαποδώ (λαϊκό): ευφημιστική και εξορκιστική ονομασία του διαβόλου: μακριά από μας ο ~! | |
| 16734 | εξαπόλυση | [ἐξαπόλυση] ε-ξα-πό-λυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαπολύω: ~ επιθέσεων. ~ βομβών/πυραύλων σε στόχους.|| (μτφ.) ~ καταγγελιών/κατηγοριών/ύβρεων. Πβ. εκτόξευση, εξακόντιση. | |
| 16735 | εξαπολύω | [ἐξαπολύω] ε-ξα-πο-λύ-ω ρ. (μτβ.) {εξαπέλυ-σα, εξαπολύ-σει, -θηκε, -θεί, εξαπολύ-οντας} (λόγ.) 1. εκτοξεύω: ~ βλήματα/οβίδες/ρουκέτες. Πβ. εξακοντίζω. Βλ. αμολώ. 2. (μτφ.) ξεκινώ επιθετική ενέργεια: Η αστυνομία ~σε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραστών. Έχει ~θεί κύμα βίας/διώξεων. 3. (μτφ.) ξεστομίζω: ~σε αιχμές/απειλές κατά ... Ευθείες βολές και αλληλοκατηγορίες που ~θηκαν εκατέρωθεν. ● ΦΡ.: εξαπολύω επίθεση (μτφ.): επιτίθεμαι φραστικά εναντίον κάποιου: Ο βουλευτής ~σε σφοδρή ~ κατά των πολιτικών του αντιπάλων., εξαπέλυσε/εκτόξευσε μύδρους βλ. μύδρος [< μεσν. εξαπολύω] | |
| 16736 | εξάπορτο | [ἑξάπορτο] ε-ξά-πορ-το ουσ. (ουδ.): σχηματισμός έξι διαδοχικών σειρών από πούλια στο τάβλι που εμποδίζουν τον αντίπαλο να κινήσει τα πούλια του. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ