Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17580-17600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16723εξαπατώ[ἐξαπατῶ] ε-ξα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {εξαπατ-άς ... | εξαπάτ-ησα, -ώμαι, -άσαι ..., -ούνται (λόγ.) -ώνται, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} : παραπλανώ, ξεγελώ: Απληροφόρητοι αγοραστές που ~ώνται από τους επιτήδειους. Νιώθω αδικημένος και ~ημένος. Πβ. απατώ, κοροϊδεύω. [< αρχ. ἐξαπατῶ]
16724εξαπίνης[ἐξαπίνης] ε-ξα-πί-νης επίρρ. (αρχαιοπρ.): ξαφνικά, απροσδόκητα. Μόνο στη ● ΦΡ.: καταλαμβάνω/πιάνω εξαπίνης (απαιτ. λεξιλόγ.): αιφνιδιάζω, ξαφνιάζω: Οι ληστές κατέλαβαν υπαλλήλους και πελάτες ~. Πιάστηκε ~ (= εξ απροόπτου). [< αρχ. ἐξαπίνης]
16725εξαπλασιάζωβλ. εξά-, -πλασιάζω
16726εξαπλασιασμόςβλ. εξά-, -πλασιασμός
16727εξαπλάσιος, α, ο βλ. εξά-, -πλάσιος
16728εξάπλευρος, η, ο βλ. εξά-, -πλευρος
16729εξαπλός, ή, ό βλ. εξά-, -πλός
16730εξαπλώνω[ἐξαπλώνω] ε-ξα-πλώ-νω ρ. (μτβ.) {εξάπλω-σε, εξαπλώ-θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} 1. επεκτείνω, κάνω κάτι να καταλάβει μια έκταση ή να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις: Η φωτιά ~θηκε γρήγορα. Η φήμη του ~θηκε σε ολόκληρη τη χώρα (πβ. απλώνεται, εκτείνεται, φτάνει).|| (ΙΑΤΡ.) ~εται ο ιός της γρίπης (βλ. επιδημία). Η νόσος ~θηκε στους πνεύμονες και στον εγκέφαλο (βλ. μετάσταση).|| (μτφ.) Η εταιρεία ~ει τις δραστηριότητές της στις διεθνείς αγορές. 2. διαδίδω κάτι: Αξίες και ιδανικά που ~θηκαν σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ευρέως ~μένες γλώσσες. Πβ. διασπείρω. [< μτγν. ἐξαπλῶ, μεσν. εξαπλώνω]
16731εξάπλωση[ἐξάπλωση] ε-ξά-πλω-ση ουσ. (θηλ.): επέκταση· διάδοση, μετάδοση: αστική ~. ~ της πόλης. ~ της πυρκαγιάς σε γειτονικά κτίρια.|| Η αλματώδης/ραγδαία ~ του διαδικτύου. ~ της επιδημίας/των ναρκωτικών. [< μτγν. ἐξάπλωσις]
16732εξάποδος, η, ο βλ. εξά-, -ποδοςΣ
16733εξαποδώ[ἐξαποδῶ] ε-ξα-πο-δώ ουσ. (αρσ.) & εξαποδώς & οξαποδώ (λαϊκό): ευφημιστική και εξορκιστική ονομασία του διαβόλου: μακριά από μας ο ~!
16734εξαπόλυση[ἐξαπόλυση] ε-ξα-πό-λυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαπολύω: ~ επιθέσεων. ~ βομβών/πυραύλων σε στόχους.|| (μτφ.) ~ καταγγελιών/κατηγοριών/ύβρεων. Πβ. εκτόξευση, εξακόντιση.
16735εξαπολύω[ἐξαπολύω] ε-ξα-πο-λύ-ω ρ. (μτβ.) {εξαπέλυ-σα, εξαπολύ-σει, -θηκε, -θεί, εξαπολύ-οντας} (λόγ.) 1. εκτοξεύω: ~ βλήματα/οβίδες/ρουκέτες. Πβ. εξακοντίζω. Βλ. αμολώ. 2. (μτφ.) ξεκινώ επιθετική ενέργεια: Η αστυνομία ~σε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραστών. Έχει ~θεί κύμα βίας/διώξεων. 3. (μτφ.) ξεστομίζω: ~σε αιχμές/απειλές κατά ... Ευθείες βολές και αλληλοκατηγορίες που ~θηκαν εκατέρωθεν. ● ΦΡ.: εξαπολύω επίθεση (μτφ.): επιτίθεμαι φραστικά εναντίον κάποιου: Ο βουλευτής ~σε σφοδρή ~ κατά των πολιτικών του αντιπάλων., εξαπέλυσε/εκτόξευσε μύδρους βλ. μύδρος [< μεσν. εξαπολύω]
16736εξάπορτο[ἑξάπορτο] ε-ξά-πορ-το ουσ. (ουδ.): σχηματισμός έξι διαδοχικών σειρών από πούλια στο τάβλι που εμποδίζουν τον αντίπαλο να κινήσει τα πούλια του.
16737εξαποστειλάριο[ἐξαποστειλάριο] ε-ξα-πο-στει-λά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {εξαποστειλαρί-ου | -ων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα εορταστικά τροπάρια της ακολουθίας του Όρθρου που ψάλλονται αμέσως πριν από τους αίνους: ~ Χριστουγέννων. Τα αναστάσιμα ~α. Βλ. φωταγωγικό. [< μεσν. εξαποστειλάριον]
16738εξαποστέλλω[ἐξαποστέλλω] ε-ξα-πο-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {εξαπέστειλ-α, εξαποστείλει} (λόγ.) 1. διώχνω, απομακρύνω: Πβ. ξαποστέλνω, ξεφορτώνομαι. 2. στέλνω: ~ε εναντίον τους στρατό. [< μτγν. ἐξαποστέλλω]
16739εξαπτέρυγο[ἑξαπτέρυγο] ε-ξα-πτέ-ρυ-γο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικός δίσκος όπου απεικονίζονται άγγελοι με έξι φτερά (Σεραφείμ), ο οποίος στηρίζεται στην κορυφή κονταριού και χρησιμοποιείται σε λιτανείες και τελετές: Επιτάφιος συνοδευόμενος από τα ~α. 2. (μτφ.-ειρων.) κόλακας της εξουσίας, έμπιστο και υποτακτικό άτομο ηγέτη ή άλλου ισχυρού προσώπου. Βλ. αυλοκόλακας. [< μεσν. εξαπτέρυγον]
16740εξάπτω[ἐξάπτω] ε-ξά-πτω ρ. (μτβ.) {εξήψε, εξάψει, εξήφθη, εξημμένος, εξάπτ-οντας}: προκαλώ, κεντρίζω: ~ τα πάθη. Ιστορία/ταινία που ~ει το ενδιαφέρον/την περιέργεια/τη φαντασία. Πβ. διεγείρω, ερεθίζω. ● Παθ.: εξάπτομαι: εξοργίζομαι, θυμώνω, νευριάζω: Μην ~εσαι, ηρέμησε. Πβ. ανάβω, αρπάζομαι. ● βλ. εξημμένος [< αρχ. ἐξάπτω]
16741εξάρα[ἑξάρα] ε-ξά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ποδοσφαιρική νίκη στην οποία η νικήτρια ομάδα έχει πετύχει έξι γκολ. ● εξάρες (οι): ζαριά στην οποία και τα δύο ζάρια δείχνουν το έξι: Έφερα ~. Βλ. ασόδυο, ντόρτια.
16742εξαργυρώνω[ἐξαργυρώνω] ε-ξαρ-γυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαργύρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος, εξαργυρών-οντας} 1. μετατρέπω σε χρήμα την αξία επιταγής, λαχείου, συναλλαγματικής: ~ το εισιτήριο/κουπόνι. Τσεκ που ~θηκε. Πβ. ρευστοποιώ. 2. (μτφ.) ανταμείβομαι για τις πράξεις, την επίδοση, την προσφορά μου: Οι γηπεδούχοι ~σαν την υπεροχή τους με γκολ.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~σε τη σιωπή του με ... ευρώ (βλ. δωροδοκώ). [< 1: αρχ. ἐξαργυρῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.