Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17600-17620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16743εξαργύρωση[ἐξαργύρωση] ε-ξαρ-γύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαργυρώνω: ~ εισιτηρίων/(δωρο)επιταγών/λαχείου/πόντων/συναλλάγματος. Δυνατότητα ~ης ηλεκτρονικού χρήματος. Πβ. ρευστοποίηση.
16744εξαργυρώσιμος, η, ο [ἐξαργυρώσιμος] ε-ξαρ-γυ-ρώ-σι-μος επίθ. (λόγ.) 1. που μπορεί να εξαργυρωθεί: ~ο: βραβείο. Άμεσα ~η επιταγή. Μετοχές ~ες σε πέντε χρόνια. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης για προσωπικό όφελος: επαγγελματικά ~ες γνώσεις. Ρουσφέτια ~α σε ψήφους. Βλ. εμπορεύσιμος
16745εξάρειβλ. εξαίρω
16746εξάρης[ἑξάρης] ε-ξά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): παίκτης που κέρδισε εξάρι στο λόττο ή το τζόκερ: τυχερός/χρυσός ~.
16747εξάρθρημα[ἐξάρθρημα] ε-ξάρ-θρη-μα ουσ. (ουδ.) {εξαρθρήμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. μετατόπιση των επιφανειών των οστών που σχηματίζουν ένωση μεταξύ τους σε μία άρθρωση: ~ του αγκώνα/γόνατος/ισχίου/ώμου. Αρθροσκοπική αντιμετώπιση/αποκατάσταση ~ατος. ~ατα άνω/κάτω άκρων. Πβ. βγάλσιμο, διάστρεμμα, εξάρθρωση, παρεκτόπιση. Βλ. θλάση, κάταγμα. [< αρχ. ἐξάρθρημα]
16748εξαρθρώνω[ἐξαρθρώνω] ε-ξαρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξάρθρω-σε, εξαρθρώ-θηκε, -θεί, -μένος, εξαρθρών-οντας} 1. διαλύω ομάδα ανθρώπων με παράνομη δράση, προβαίνοντας σε συλλήψεις των μελών της: Η Αστυνομία ~σε κύκλωμα/σπείρα εμπόρων ναρκωτικών. ~θηκε συμμορία που διακινούσε όπλα. Πβ. εξουδετερώνω. 2. ΙΑΤΡ. {κυρ. μεσοπαθ.} προκαλώ εξάρθρημα: ~μένος: αστράγαλος/καρπός/ώμος. Πβ. βγάζω. [< 2: αρχ. ἐξαρθρῶ]
16749εξάρθρωση[ἐξάρθρωση] ε-ξάρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. διάλυση παράνομης, εγκληματικής ομάδας: ~ κυκλώματος/σπείρας/συμμορίας/τρομοκρατικής οργάνωσης. Πβ. εξουδετέρωση. Βλ. απ~. 2. ΙΑΤΡ. εξάρθρημα: ~ του αυχένα/της ωμοπλάτης. Πβ. βγάλσιμο, διάστρεμμα, στραμπούληγμα. Βλ. ανάταξη, κάταγμα. [< 2: μτγν. ἐξάρθρωσις]
16750εξάρι[ἑξάρι] ε-ξά-ρι ουσ. (ουδ.) {εξαρ-ιού | -ιών} 1. δελτίο με έξι επιτυχίες στο λόττο ή το τζόκερ: χρυσό ~. Έπιασα/πέτυχα ~. 2. διαμέρισμα με έξι βασικά δωμάτια. Βλ. γκαρσονιέρα, δυάρι, τριάρι, τεσσάρι, πεντάρι. 3. βαθμός εξετάσεων ή εργασίας στη δεκαβάθμια συνήθ. κλίμακα (που είναι ίσος με έξι). 4. τραπουλόχαρτο με τον αριθμό έξι. 5. (ως επίθ.) για τυποποιημένο μέγεθος (έξι): ~ κιβώτιο ταχυτήτων (: με έξι ταχύτητες). Βλ. δωδεκάρι. ● Υποκ.: εξαράκι (το)
16751έξαρμα[ἔξαρμα] έ-ξαρ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΕΩΛ. προεξοχή του εδάφους, μικρό ύψωμα: αμμώδες/βραχώδες ~. Πβ. έξαρση. 2. (γενικότ.) εξόγκωμα: ελάσματα διακοσμημένα με ~ατα. [< αρχ. ἔξαρμα ‘ανύψωση, διόγκωση’]
16752έξαρση[ἔξαρση] έ-ξαρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. αύξηση του αριθμού φαινομένων ή της έντασης μιας κατάστασης: επιδημική/πληθυσμιακή ~. ~ της βίας/της εγκληματικότητας/του εθνικισμού/των κρουσμάτων γρίπης/της οικοδομικής δραστηριότητας σε διάφορες περιοχές. Η νόσος βρίσκεται σε/παρουσίασε ~ (πβ. επιδείνωση, χειροτέρευση). Πβ. δυνάμωμα, ενίσχυση, (παρ)όξυνση. ΑΝΤ. ύφεση (1) 2. εσωτερική ανάταση: εθνική/θρησκευτική/πνευματική/συγκινησιακή/συναισθηματική/ψυχική ~. Εξάρσεις ενθουσιασμού (πβ. ντελίριο). ~άρσεις και αντεγκλήσεις. Πβ. εξύψωση.|| Ρητορικές εξάρσεις και κορόνες. 3. ΓΕΩΛ. (σπάν.) μικρό ύψωμα: Μικρή ~ της γης. Φυσική ή τεχνητή ~ του εδάφους. Πβ. έξαρμα, εξόγκωμα, προεξοχή. 4. (σπάν.) έμφαση, τονισμός, υπογράμμιση: η ~ των ηρωισμών του παρελθόντος. Πβ. εγκωμιασμός, εκθειασμός. [< μτγν. ἔξαρσις ‘ανύψωση, ύψος’, γαλλ. exaltation]
16753εξάρτημα[ἐξάρτημα] ε-ξάρ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {εξαρτήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. καθένα από τα επιμέρους τμήματα μηχανισμού ή κατασκευής· αντικείμενο που αποτελεί μέρος ενός εξοπλισμού ή συμπληρωματικό στοιχείο: αποσπώμενο/ενσωματωμένο/πρακτικό/πρόσθετο ~. Χρήσιμο ~ για ... Βοηθητικά/ηλεκτρικά/μεταλλικά/υδραυλικά ~ατα. ~ατα ανάρτησης/στήριξης. ~ατα κουζίνας/μπάνιου. ~ατα και ανταλλακτικά μηχανημάτων. Πβ. παρελκόμενα.|| ~ατα ρουχισμού (π.χ. μαντίλια, γραβάτες, γάντια). Πβ. αξεσουάρ. 2. (σπάν.-μτφ.) πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης, υποχείριο κάποιου άλλου: Δεν είμαι ~ κανενός. [< μτγν. ἐξάρτημα ‘βάρος, συμπλήρωμα, παράρτημα’, γαλλ. accesoire]
16754εξαρτημένος, η, ο [ἐξαρτημένος] ε-ξαρ-τη-μέ-νος επίθ. 1. που εξαρτάται από κάποιον ή κάτι, δεν έχει αυτονομία: ~η: χώρα (πβ. υποτελής). ~ο: κράτος. Οικονομικά ~ από την οικογένεια.|| Μη ~η εργασία (= ελεύθερο επάγγελμα). ΑΝΤ. ανεξάρτητος (1) 2. (για πρόσ.) που έχει εθιστεί σε τοξική κυρ. ουσία, από την οποία δεν μπορεί να αποκοπεί: ~ος: χρήστης (ενν. ναρκωτικών, πβ. τοξικο~). ~ από το αλκοόλ/τον καφέ. Κέντρο Θεραπείας ~ων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.).|| (κατ' επέκτ.) ~ από το κινητό/τον τζόγο/την τηλεόραση.|| (ως ουσ.) Τμήμα Αποκατάστασης ~ων (από ηρωίνη). ΣΥΝ. εθισμένος. ΑΝΤ. απεξαρτη-, αποτοξινω-μένος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξαρτημένη μεταβλητή: ΜΑΘ. της οποίας η τιμή καθορίζεται από την τιμή άλλης ή άλλων ανεξάρτητων μεταβλητών σε μία συνάρτηση. ΑΝΤ. ανεξάρτητη μεταβλητή, εξαρτημένο αντανακλαστικό {συνήθ. στον πληθ.}: ΨΥΧΟΛ. επίκτητη αυτόματη συμπεριφορά που έχει αποκτηθεί με τη σύνδεση ενός ουδέτερου ερεθίσματος και ενός συγγενούς αντανακλαστικού., δευτερεύουσα/εξαρτημένη πρόταση βλ. δευτερεύων ● βλ. εξαρτώ [< αρχ. ἐξηρτημένος, γαλλ. dépendant]
16755εξάρτηση[ἐξάρτηση] ε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχέση επιρροής, ελέγχου και εξουσίας μεταξύ ατόμων ή συνόλων: διοικητική/εδαφική/πνευματική/πολιτική/στρατιωτική ~. Οικονομική ~ από την οικογένεια. Kαθεστώς/κατάσταση ~ης (μιας χώρας από μία άλλη/από ξένες δυνάμεις). Βλ. υποτέλεια. ΑΝΤ. ανεξαρτησία, απεξάρτηση (2) 2. ισχυρή ανάγκη σε επίπεδο εθισμού για επαναλαμβανόμενη κατανάλωση τοξικής ουσίας με αύξηση των δόσεων και κατ' επέκτ. για οποιαδήποτε κατάσταση, πρόσωπο ή πράγμα: βιολογική/βλαβερή/σωματική/ψυχική ~. ~ από το αλκοόλ/τα ναρκωτικά/τη νικοτίνη/το ποτό/το τσιγάρο. Άτομα απεξαρτημένα ή υπό ~. Χρόνιες ~ήσεις. Κέντρο πρόληψης ~ήσεων. Πβ. έξη, ουσιο~. Βλ. τοξικο-εξάρτηση/~μανία.|| ~ από το διαδίκτυο/την τηλεόραση/το φαγητό. Παθολογική ~ από τον τζόγο. Συναισθηματική/ψυχολογική ~ από τη μητέρα (πβ. προσκόλληση). ΑΝΤ. απεξάρτηση (1) 3. στενή σύνδεση, συχνά αιτίας και αποτελέσματος, ανάμεσα σε καταστάσεις, φαινόμενα: αμοιβαία/απόλυτη ~. ~ της υγείας από τη διατροφή/το περιβάλλον. Η ιδιοσυγκρασία του ατόμου είναι σε άμεση ~ με το περιβάλλον ανατροφής του. Βλ. αλληλ~. 4. ΓΡΑΜΜ. η σχέση ανάμεσα σε όρο πρότασης ή πρόταση που προσδιορίζει και σε όρο ή πρόταση που προσδιορίζεται: ~ του αντικειμένου από το ρήμα/της δευτερεύουσας πρότασης από την κύρια/του επιθέτου από το ουσιαστικό/του επιρρήματος από το ρήμα. 5. ΨΥΧΟΛ. πρόκληση νέας συμπεριφοράς σε έναν οργανισμό με την προσωρινή σύναψη ερεθισμάτων του περιβάλλοντος και αντιδράσεων του οργανισμού. 6. ΓΥΜΝ. (στην ενόργανη) αιώρηση του σώματος με τα χέρια ή/και τα πόδια από λαβή: ~ σε μονόζυγο. [< πβ. μτγν. ἐξάρτησις ‘κρέμασμα (βάρους), συναρμογή’, γαλλ. dépendance]
16756εξαρτησιακός, ή, ό [ἐξαρτησιακός] ε-ξαρ-τη-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την εξάρτηση: πελατειακές και ~ές σχέσεις.
16757εξαρτησιογόνος, ος, ο [ἐξαρτησιογόνος] ε-ξαρ-τη-σι-ο-γό-νος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξαρτησιογόνες ουσίες & εξαρτησιογόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φυσικές ή χημικές ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του οργανισμού και προκαλούν εξάρτηση, εθισμό: νόμιμες (π.χ. καπνός, οινοπνευματώδη)/παράνομες (π.χ. ναρκωτικά) ~ ~. Πβ. ψυχοτρόπες ουσίες. Βλ. -γόνος. [< αγγλ. dependence substances]
16758εξαρτητικός, ή, ό [ἐξαρτητικός] ε-ξαρ-τη-τι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. που προκαλεί εθισμό: ~ές: ουσίες. Πβ. εθιστικός, εξαρτησιογόνος, ψυχοτρόπος. 2. που φανερώνει εξάρτηση: ~ή: σχέση. ~ές: τάσεις.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή διαταραχή προσωπικότητας (: παθολογική εξάρτηση από τους άλλους που εκφράζεται με παθητική και υποτακτική συμπεριφορά).
16759εξαρτία[ἐξαρτία] ε-ξαρ-τί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. το σύνολο των εξαρτημάτων (ιστοί, σχοινιά, κεραίες) που απαιτούνται για το χειρισμό ιστιοφόρου πλοίου. Πβ. άρμενα. ΣΥΝ. εξαρτισμός (2) [< μεσν. εξαρτία]
16760εξαρτισμός[ἐξαρτισμός] ε-ξαρ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & εξάρτιση (η) ΝΑΥΤ. 1. το σύνολο του τεχνικού εξοπλισμού ενός πλεούμενου (όπως άγκυρες, αλυσίδες, συσκευές για την εκπομπή οπτικών και ηχητικών σημάτων). Πβ. αρματωσιά. 2. εξαρτία. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξαρτισμός & ἐξάρτισις ‘εξοπλισμός, εφοδιασμός’]
16761εξάρτυση[ἐξάρτυση] ε-ξάρ-τυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο του εξοπλισμού που φέρει ένας στρατιώτης· ειδικότ. είδος ζώνης με τιράντες στην οποία μπορεί να προσαρμόσει ο οπλίτης διάφορα εξαρτήματα, όπως φυσιγγιοθήκες, ξιφολόγχη, σακίδιο και δοχείο νερού: οπλική/πλήρης πολεμική ~. 2. (γενικότ.) το σύνολο των απαραίτητων εξαρτημάτων που φέρει κάποιος, προκειμένου να εκτελέσει ένα έργο: ~ αστυνομικών/δυτών (πβ. σκάφανδρο)/ορειβατών/πυροσβεστών. ~ ασφαλείας (π.χ. αλεξίσφαιρο γιλέκο, κράνος). [< μτγν. ἐξάρτυσις ‘εξοπλισμός, εφοδιασμός’]
16762εξαρτώ[ἐξαρτῶ] ε-ξαρ-τώ ρ. (μτβ.) {εξαρτ-άς ... | εξάρτ-ησε, -ώμαι/-ιέμαι, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώμενος, -ώντας} (+ από): συσχετίζω στενά κάτι με κάτι άλλο (π.χ. σχέση αιτίας και αποτελέσματος), θεωρώ κάτι προϋπόθεση για κάτι άλλο: ~ άμεσα/απόλυτα την απόφασή μου από τη στάση του (πβ. βασίζω, στηρίζω). Ο ανθρώπινος οργανισμός ~ά την ύπαρξή του από το νερό. Η διεξαγωγή του αγώνα θα ~ηθεί από τις γηπεδικές συνθήκες. Η έγκριση της πρότασης ~άται από τη (= εναπόκειται στη) θετική του γνώμη. Η επιτυχία ~άται από (= συναρτάται με) τη σκληρή δουλειά. Όλα ~ώνται από μας. ● Παθ.: εξαρτώμαι 1. βρίσκομαι σε σχέση εξάρτησης (υπό την επιρροή, τον έλεγχο, την εξουσία κάποιου): ~ημένη: εργασία. ~ώμενα τέκνα (φορολογούμενου). ~ οικονομικά από τους γονείς μου. Δεν μ' αρέσει να ~ από κανέναν. ~άται συναισθηματικά από τη μητέρα του. Η χώρα ~άται πολιτικά/στρατιωτικά από ξένες δυνάμεις. Η βιβλιοθήκη ~άται διοικητικά από τη (: υπάγεται στη) Σύγκλητο. ~ώμενοι από άλλους. ΑΝΤ. απεξαρτώμαι 2. ΓΡΑΜΜ. {στο γ' πρόσ.} για πρόταση ή όρο της που προσδιορίζει άλλη πρόταση ή όρο της: Η δευτερεύουσα πρόταση ~άται από την κύρια. Το αντικείμενο ~άται από το ρήμα. ● ΦΡ.: εξαρτάται/θα εξαρτηθεί: (ελλειπτ. ως απάντηση) είναι ενδεχόμενο υπό όρους, υπό προϋποθέσεις, ανάλογα: -Θα έρθεις μαζί μας; -~ (π.χ. από τη διάθεσή μου, από το πού θα πάτε). Πβ. ίσως, πιθανόν. ● βλ. εξαρτημένος [< πβ. αρχ. ἐξαρτῶ ‘κρεμώ, αναρτώ, τεντώνω’, γαλλ. dépendre]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.