Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17620-17640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16763εξαρχής[ἐξαρχῆς] ε-ξαρ-χής επίρρ. (λόγ.): από την αρχή: Παράμετρος που πρέπει ~ να ληφθεί υπόψη. Θα ήθελα να δηλώσω ~ ότι ... Ήμουν ~ αρνητικός απέναντι σε ... ΣΥΝ. απαρχής ● ΦΡ.: ευθύς εξαρχής βλ. ευθύς [< αρχ. ἐξ ἀρχῆς]
16764εξαρχία[ἐξαρχία] ε-ξαρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. περιφέρεια που έχει επικεφαλής έξαρχο· αποστολή που ανατίθεται από τον Πατριάρχη ή την Ιερά Σύνοδο σε ιεράρχες για την επίλυση σοβαρού εκκλησιαστικού ζητήματος. Βλ. -αρχία. [< μεσν. εξαρχία]
16765εξαρχικός, ή, ό [ἐξαρχικός] ε-ξαρ-χι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον έξαρχο ή την εξαρχία. Bλ. πατριαρχικός. [< μεσν. εξαρχικός]
16766έξαρχος[ἔξαρχος] έ-ξαρ-χος ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ε): ΕΚΚΛΗΣ. εκκλησιαστικός ηγέτης με αποστολή τη διευθέτηση σοβαρής υπόθεσης ως ειδικός αντιπρόσωπος του Πατριάρχη ή της Ιεράς Συνόδου· τιμητικός τίτλος ιεράρχη, παλαιότ. τίτλος μητροπολίτη που είχε τα πρωτεία, την πρωτοκαθεδρία σε περιοχή: ο ~ του Παναγίου Τάφου. Βλ. -αρχος. [< μτγν. ἔξαρχος]
16767εξάρχων, εξάρχουσα[ἐξάρχων] ε-ξάρ-χων επίθ./ουσ.: ΜΟΥΣ. επικεφαλής ενός συνόλου μουσικών: ~ων: βιολιστής.|| Ο ~ων/η ~ουσα της ορχήστρας. Βλ. μαέστρος, προ~. [< αρχ. ἐξάρχων]
16768εξασθένηση[ἐξασθένηση] ε-ξα-σθέ-νη-ση ουσ. (θηλ.) & εξασθένιση 1. μείωση των δυνάμεων του οργανισμού· γενικότ. απώλεια της ισχύος: νοητική/πνευματική/σωματική ~. ~ της ακοής/του ανοσοποιητικού/των αντανακλαστικών/της λειτουργίας (των πνευμόνων)/της μνήμης/των μυών/της όρασης/της ποιότητας (. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, κατα-βολή, -πόνηση.|| ~ του γεν/δολαρίου/ευρώ. Κίνδυνος/περίοδος οικονομικής ~ης. Πβ. κάμψη, πτώση, υποχώρηση, ύφεση. ΑΝΤ. ισχυροποίηση, τόνωση 2. ελάττωση, περιορισμός της έντασης φαινομένου: βαθμιαία ~ των βορείων ανέμων. ~ των βροχοπτώσεων.|| ~ της ακτινοβολίας/του ήχου/του σήματος. [< μεσν. εξασθένησις]
16769εξασθενίζω[ἐξασθενίζω] ε-ξα-σθε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξασθένι-σε, -σμένος, εξασθενίζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι αδύναμο, ανίσχυρο: Η ίωση ~σε τον οργανισμό. Οι καταχρήσεις ~σαν την υγεία του. Πβ. αποδυναμώνω, καταβάλλω. ΑΝΤ. δυναμώνω (1), ενισχύω (1) 2. (αμτβ.-καταχρ.) εξασθενώ: Οι νοτιάδες θα ~ίσουν (αντί ~ήσουν) από σήμερα.
16770εξασθενώ[ἐξασθενῶ] ε-ξα-σθε-νώ ρ. (αμτβ.) {εξασθεν-είς... | εξασθέν-ησε, -ημένος, -ώντας} 1. χάνω την ισχύ, την έντασή μου: Τυφώνας που ~εί, καθώς μετακινείται (ΣΥΝ. καταλαγιάζει, κοπάζει, πέφτει). Νιώθω να ~ούν οι δυνάμεις μου. ~ημένος: οργανισμός (πβ. εξαντλημένος, καταβεβλημένος). ~ημένη: οικονομία. Πβ. ατονώ. 2. (μτβ.-καταχρ.) εξασθενίζω: Βακτήριο που ~εί τα δέντρα. [< 1: αρχ. ἐξασθενῶ]
16771εξάσκηση[ἐξάσκηση] ε-ξά-σκη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συνεχής, εντατική άσκηση· συστηματική καλλιέργεια δεξιοτήτων, με σκοπό τη βελτίωση: (ΓΥΜΝ.) καθημερινή ~. ~ με βάρη. Πβ. εκγύμναση, προπόνηση.|| ~ στη σκοποβολή. ~ των τεχνικών μιας πολεμικής τέχνης.|| ~ του εγκεφάλου/της μνήμης/του μυαλού (: πνευματική, (δια)νοητική ~.). 2. αξιοποίηση, εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων στην πράξη: ~ στη γραμματική/στη γραφή/στα μαθηματικά/στην προπαίδεια. ~ και εμπέδωση εννοιών. Παλαιότερα θέματα εξετάσεων για ~. Μαθήματα ξένων γλωσσών με προφορική και ακουστική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτική άσκηση βλ. άσκηση [< μεσν. εξάσκησις, γαλλ. exercice]
16772εξασκώ[ἐξασκῶ] ε-ξα-σκώ ρ. (μτβ.) {εξασκ-είς... | εξάσκ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} (επίσ.) 1. εκπαιδεύω κάποιον σε κάτι, καλλιεργώ δεξιότητες, ικανότητες μέσω της συστηματικής άσκησης: ~ τους μαθητές σε επικοινωνιακές δραστηριότητες. ~ το πνεύμα/το σώμα μου (πβ. εκγυμνάζω, προπονώ). Πνευματικά παιχνίδια που ~ούν τη μνήμη. 2. {κυρ. μεσοπαθ.} εφαρμόζω στην πράξη γνώσεις που έχω αποκτήσει: ~ούμαι καθημερινά στα Γαλλικά/στο πιάνο.|| ~εί το επάγγελμα του δικηγόρου (πβ. ασκώ). ● Μτχ.: εξασκημένος , η, ο: έμπειρος, καλλιεργημένος: ~ος: αναγνώστης (πβ. υποψιασμένος)/παρατηρητής. ~ο: μάτι. ~ να .../σε ... Το ~ο αυτί του μουσικού. [< αρχ. ἐξασκῶ, γαλλ. exercer]
16773εξάστηλος, η, ο βλ. εξά-, -στηλος
16774εξαστισμός[ἐξαστισμός] ε-ξα-στι-σμός ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): αστικοποίηση. Βλ. -ισμός.
16775εξάστιχος, η, ο βλ. εξά-, -στιχος
16776εξασύλλαβος, η, ο βλ. εξά-, -σύλλαβος
16777εξάσφαιρος, η, ο [ἑξάσφαιρος] ε-ξά-σφαι-ρος επίθ. 1. (για όπλο) που μπορεί να χωρέσει έξι σφαίρες: ~ες: καραμπίνες. Βλ. -σφαιρος. 2. (αθλητική αργκό) (για ομάδα) που πετυχαίνει έξι γκολ: "~οι" οι γηπεδούχοι. ● Ουσ.: εξάσφαιρο (το) 1. περίστροφο που χωρά έξι σφαίρες. 2. (αθλητική αργκό) νίκη με έξι γκολ.
16778εξασφαλίζω[ἐξασφαλίζω] ε-ξα-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξασφάλι-σε, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εξασφαλίζ-οντας} 1. προστατεύω κάτι από απώλεια ή φθορά, σιγουρεύω: ~ τα κοσμήματα/τιμαλφή σε θυρίδα/χρηματοκιβώτιο (πβ. προφυλάσσω). ~ει ασφάλεια/σιγουριά.|| Ζητώ πάντα απόδειξη για να είμαι ~σμένος (= διασφαλισμένος). 2. αποκτώ και διατηρώ υλικά αγαθά και ειδικότ. κατοχυρώνω τη μελλοντική οικονομική επάρκεια, ανεξαρτησία κάποιου: ~ εισιτήρια/στέγη/τροφή (πβ. βρίσκω, προμηθεύομαι). ~ τα αναγκαία/τα προς το ζην/πόρους/το ψωμί μου (πβ. εξοικονομώ, πορίζομαι).|| ~ την οικογένειά/τα παιδιά μου (πβ. αποκαθιστώ). Δουλεύει για να ~σει άνετα γηρατειά/τη ζωή του/το μέλλον του/το χαρτζιλίκι του. Οικονομικά ~σμένος. 3. επιτυγχάνω κάτι ύστερα από συγκεκριμένες ενέργειες: ~ άδεια (εισόδου σε χώρο)/εργασία/την εύνοια κάποιου/τη νίκη/την πρόκριση/τη συμμετοχή μου (σε αγώνα/διοργάνωση)/συνεργασία/υποτροφία. Το κόμμα ~σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η χώρα μπορεί να ~σει την ειρήνη στην περιοχή. Το χρήμα δεν ~ει την ευτυχία. Καταφέραμε να ~σουμε τον ... (: για παίκτη σε ομάδα). Πώς μπορώ να ~σω (: είμαι σίγουρος) ότι δεν θα επαναληφθεί το ίδιο λάθος; [< μτγν. ἐξασφαλίζω ‘κάνω ασφαλές’]
16779εξασφάλιση[ἐξασφάλιση] ε-ξα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να γίνεται κάτι ασφαλές, βέβαιο: πλήρης ~. ~ των δικαιωμάτων (των πολιτών)/της εθνικής ανεξαρτησίας. ~ υπηρεσιών και προϊόντων υψηλής ποιότητας. Ενεργειακή ~ της Ευρώπης. Η προστασία και ~ της υγείας των καταναλωτών. Πβ. διασφάλιση, κατοχύρωση, σιγούρεμα. ΑΝΤ. διακινδύνευση, διακύβευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Δάνειο με ~ίσεις. Πβ. εγγύηση. 2. απόκτηση αγαθών· γενικότ. πραγματοποίηση ενός σκοπού: ~ στέγης/τροφής. ~ κονδυλίων/χρημάτων/χρόνου. Πβ. (εξ)εύρεση, εξοικονόμηση.|| ~ άδειας παραμονής. 3. επίτευξη προσωπικής ασφάλειας με απόκτηση κυρ. μόνιμης εργασίας ή/και εισοδήματος: επαγγελματική/κοινωνική/οικονομική ~ . Πβ. αποκατάσταση, τακτοποίηση.
16780εξατάξιος, α, ο [ἑξατάξιος] ε-ξα-τά-ξι-ος επίθ.: (για σχολείο) που έχει έξι τάξεις: ~ο: Δημοτικό. (παλαιότ.) ~ο: Γυμνάσιο.
16781εξατμίζω[ἐξατμίζω] ε-ξα-τμί-ζω ρ. (μτβ.) {εξάτμι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, συνήθ. στην παθ. φωνή} 1. ΦΥΣ. προκαλώ εξάτμιση υγρού: Η θερμότητα ~ει το νερό. Το οινόπνευμα και η βενζίνη ~ονται εύκολα (βλ. πτητικός). ~σμένο: άρωμα. Πβ. ατμοποιώ, εξαερώνω, εξαχνώνω. Βλ. αεριο-, υγρο-ποιώ. 2. (μτφ.) εξαφανίζω, εκμηδενίζω: Οι ραγδαίες ανατιμήσεις ~ουν την αξία του χρήματος. Ο ενθουσιασμός/το πάθος τους ~στηκε πολύ γρήγορα (πβ. ξεθυμαίνω). Πβ. εξαλείφω, εξανεμίζω. [< αρχ. ἐξατμίζω ‘κάνω να εξατμιστεί’]
16782εξάτμιση[ἐξάτμιση] ε-ξά-τμι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. εκπομπή καυσαερίων από μηχανές εσωτερικής καύσης· (συνεκδ.-στον πληθ.) τα παραγόμενα καυσαέρια και συνηθέστ. η βαλβίδα ή ο σωλήνας, μέσω του οποίου διαχέονται στην ατμόσφαιρα: ~ίσεις αυτοκινήτων και μοτοσικλετών.|| Αγωνιστική (: στον μηχανοκίνητο αθλητισμό)/εργοστασιακή ~. Καζανάκι ~ης (: δοχείο, μεσαίο και τελικό, όπου φιλτράρονται τα καυσαέρια πριν βγουν στο περιβάλλον). Σιγαστήρας της ~ης (= σιλανσιέ). Μηχανάκι με κομμένη ~ (: δημιουργεί μεγάλο θόρυβο). 2. ΦΥΣ. μετατροπή ενός υγρού από ελεύθερη επιφάνεια σε αέριο υπό την επίδραση κανονικής ή υψηλής θερμοκρασίας. Πβ. ατμοποίηση, εξαέρωση, εξάχνωση. Βλ. αεριο-, υγρο-ποίηση, βρασμός. [< 1: γαλλ. échappement 2: μτγν. ἐξάτμισις, γαλλ. évaporation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.