Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17620-17640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16756εξαρτησιακός, ή, ό [ἐξαρτησιακός] ε-ξαρ-τη-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την εξάρτηση: πελατειακές και ~ές σχέσεις.
16757εξαρτησιογόνος

, ος, ο [ἐξαρτησιογόνος] ε-ξαρ-τη-σι-ο-γό-νος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξαρτησιογόνες ουσίες & εξαρτησιογόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φυσικές ή χημικές ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του οργανισμού και προκαλούν εξάρτηση, εθισμό: νόμιμες (π.χ. καπνός, οινοπνευματώδη)/παράνομες (π.χ. ναρκωτικά) ~ ~. Πβ. ψυχοτρόπες ουσίες. Βλ. -γόνος. [< αγγλ. dependence substances]

16758εξαρτητικός, ή, ό [ἐξαρτητικός] ε-ξαρ-τη-τι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. που προκαλεί εθισμό: ~ές: ουσίες. Πβ. εθιστικός, εξαρτησιογόνος, ψυχοτρόπος. 2. που φανερώνει εξάρτηση: ~ή: σχέση. ~ές: τάσεις.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή διαταραχή προσωπικότητας (: παθολογική εξάρτηση από τους άλλους που εκφράζεται με παθητική και υποτακτική συμπεριφορά).
16759εξαρτία[ἐξαρτία] ε-ξαρ-τί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. το σύνολο των εξαρτημάτων (ιστοί, σχοινιά, κεραίες) που απαιτούνται για το χειρισμό ιστιοφόρου πλοίου. Πβ. άρμενα. ΣΥΝ. εξαρτισμός (2) [< μεσν. εξαρτία]
16760εξαρτισμός[ἐξαρτισμός] ε-ξαρ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & εξάρτιση (η) ΝΑΥΤ. 1. το σύνολο του τεχνικού εξοπλισμού ενός πλεούμενου (όπως άγκυρες, αλυσίδες, συσκευές για την εκπομπή οπτικών και ηχητικών σημάτων). Πβ. αρματωσιά. 2. εξαρτία. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξαρτισμός & ἐξάρτισις ‘εξοπλισμός, εφοδιασμός’]
16761εξάρτυση[ἐξάρτυση] ε-ξάρ-τυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο του εξοπλισμού που φέρει ένας στρατιώτης· ειδικότ. είδος ζώνης με τιράντες στην οποία μπορεί να προσαρμόσει ο οπλίτης διάφορα εξαρτήματα, όπως φυσιγγιοθήκες, ξιφολόγχη, σακίδιο και δοχείο νερού: οπλική/πλήρης πολεμική ~. 2. (γενικότ.) το σύνολο των απαραίτητων εξαρτημάτων που φέρει κάποιος, προκειμένου να εκτελέσει ένα έργο: ~ αστυνομικών/δυτών (πβ. σκάφανδρο)/ορειβατών/πυροσβεστών. ~ ασφαλείας (π.χ. αλεξίσφαιρο γιλέκο, κράνος). [< μτγν. ἐξάρτυσις ‘εξοπλισμός, εφοδιασμός’]
16762εξαρτώ[ἐξαρτῶ] ε-ξαρ-τώ ρ. (μτβ.) {εξαρτ-άς ... | εξάρτ-ησε, -ώμαι/-ιέμαι, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώμενος, -ώντας} (+ από): συσχετίζω στενά κάτι με κάτι άλλο (π.χ. σχέση αιτίας και αποτελέσματος), θεωρώ κάτι προϋπόθεση για κάτι άλλο: ~ άμεσα/απόλυτα την απόφασή μου από τη στάση του (πβ. βασίζω, στηρίζω). Ο ανθρώπινος οργανισμός ~ά την ύπαρξή του από το νερό. Η διεξαγωγή του αγώνα θα ~ηθεί από τις γηπεδικές συνθήκες. Η έγκριση της πρότασης ~άται από τη (= εναπόκειται στη) θετική του γνώμη. Η επιτυχία ~άται από (= συναρτάται με) τη σκληρή δουλειά. Όλα ~ώνται από μας. ● Παθ.: εξαρτώμαι 1. βρίσκομαι σε σχέση εξάρτησης (υπό την επιρροή, τον έλεγχο, την εξουσία κάποιου): ~ημένη: εργασία. ~ώμενα τέκνα (φορολογούμενου). ~ οικονομικά από τους γονείς μου. Δεν μ' αρέσει να ~ από κανέναν. ~άται συναισθηματικά από τη μητέρα του. Η χώρα ~άται πολιτικά/στρατιωτικά από ξένες δυνάμεις. Η βιβλιοθήκη ~άται διοικητικά από τη (: υπάγεται στη) Σύγκλητο. ~ώμενοι από άλλους. ΑΝΤ. απεξαρτώμαι 2. ΓΡΑΜΜ. {στο γ' πρόσ.} για πρόταση ή όρο της που προσδιορίζει άλλη πρόταση ή όρο της: Η δευτερεύουσα πρόταση ~άται από την κύρια. Το αντικείμενο ~άται από το ρήμα. ● ΦΡ.: εξαρτάται/θα εξαρτηθεί: (ελλειπτ. ως απάντηση) είναι ενδεχόμενο υπό όρους, υπό προϋποθέσεις, ανάλογα: -Θα έρθεις μαζί μας; -~ (π.χ. από τη διάθεσή μου, από το πού θα πάτε). Πβ. ίσως, πιθανόν. ● βλ. εξαρτημένος [< πβ. αρχ. ἐξαρτῶ ‘κρεμώ, αναρτώ, τεντώνω’, γαλλ. dépendre]
16763εξαρχής[ἐξαρχῆς] ε-ξαρ-χής επίρρ. (λόγ.): από την αρχή: Παράμετρος που πρέπει ~ να ληφθεί υπόψη. Θα ήθελα να δηλώσω ~ ότι ... Ήμουν ~ αρνητικός απέναντι σε ... ΣΥΝ. απαρχής ● ΦΡ.: ευθύς εξαρχής βλ. ευθύς [< αρχ. ἐξ ἀρχῆς]
16764εξαρχία[ἐξαρχία] ε-ξαρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. περιφέρεια που έχει επικεφαλής έξαρχο· αποστολή που ανατίθεται από τον Πατριάρχη ή την Ιερά Σύνοδο σε ιεράρχες για την επίλυση σοβαρού εκκλησιαστικού ζητήματος. Βλ. -αρχία. [< μεσν. εξαρχία]
16765εξαρχικός, ή, ό [ἐξαρχικός] ε-ξαρ-χι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον έξαρχο ή την εξαρχία. Bλ. πατριαρχικός. [< μεσν. εξαρχικός]
16766έξαρχος[ἔξαρχος] έ-ξαρ-χος ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ε): ΕΚΚΛΗΣ. εκκλησιαστικός ηγέτης με αποστολή τη διευθέτηση σοβαρής υπόθεσης ως ειδικός αντιπρόσωπος του Πατριάρχη ή της Ιεράς Συνόδου· τιμητικός τίτλος ιεράρχη, παλαιότ. τίτλος μητροπολίτη που είχε τα πρωτεία, την πρωτοκαθεδρία σε περιοχή: ο ~ του Παναγίου Τάφου. Βλ. -αρχος. [< μτγν. ἔξαρχος]
16767εξάρχων, εξάρχουσα[ἐξάρχων] ε-ξάρ-χων επίθ./ουσ.: ΜΟΥΣ. επικεφαλής ενός συνόλου μουσικών: ~ων: βιολιστής.|| Ο ~ων/η ~ουσα της ορχήστρας. Βλ. μαέστρος, προ~. [< αρχ. ἐξάρχων]
16768εξασθένηση[ἐξασθένηση] ε-ξα-σθέ-νη-ση ουσ. (θηλ.) & εξασθένιση 1. μείωση των δυνάμεων του οργανισμού· γενικότ. απώλεια της ισχύος: νοητική/πνευματική/σωματική ~. ~ της ακοής/του ανοσοποιητικού/των αντανακλαστικών/της λειτουργίας (των πνευμόνων)/της μνήμης/των μυών/της όρασης/της ποιότητας (. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, κατα-βολή, -πόνηση.|| ~ του γεν/δολαρίου/ευρώ. Κίνδυνος/περίοδος οικονομικής ~ης. Πβ. κάμψη, πτώση, υποχώρηση, ύφεση. ΑΝΤ. ισχυροποίηση, τόνωση 2. ελάττωση, περιορισμός της έντασης φαινομένου: βαθμιαία ~ των βορείων ανέμων. ~ των βροχοπτώσεων.|| ~ της ακτινοβολίας/του ήχου/του σήματος. [< μεσν. εξασθένησις]
16769εξασθενίζω[ἐξασθενίζω] ε-ξα-σθε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξασθένι-σε, -σμένος, εξασθενίζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι αδύναμο, ανίσχυρο: Η ίωση ~σε τον οργανισμό. Οι καταχρήσεις ~σαν την υγεία του. Πβ. αποδυναμώνω, καταβάλλω. ΑΝΤ. δυναμώνω (1), ενισχύω (1) 2. (αμτβ.-καταχρ.) εξασθενώ: Οι νοτιάδες θα ~ίσουν (αντί ~ήσουν) από σήμερα.
16770εξασθενώ[ἐξασθενῶ] ε-ξα-σθε-νώ ρ. (αμτβ.) {εξασθεν-είς... | εξασθέν-ησε, -ημένος, -ώντας} 1. χάνω την ισχύ, την έντασή μου: Τυφώνας που ~εί, καθώς μετακινείται (ΣΥΝ. καταλαγιάζει, κοπάζει, πέφτει). Νιώθω να ~ούν οι δυνάμεις μου. ~ημένος: οργανισμός (πβ. εξαντλημένος, καταβεβλημένος). ~ημένη: οικονομία. Πβ. ατονώ. 2. (μτβ.-καταχρ.) εξασθενίζω: Βακτήριο που ~εί τα δέντρα. [< 1: αρχ. ἐξασθενῶ]
16771εξάσκηση[ἐξάσκηση] ε-ξά-σκη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συνεχής, εντατική άσκηση· συστηματική καλλιέργεια δεξιοτήτων, με σκοπό τη βελτίωση: (ΓΥΜΝ.) καθημερινή ~. ~ με βάρη. Πβ. εκγύμναση, προπόνηση.|| ~ στη σκοποβολή. ~ των τεχνικών μιας πολεμικής τέχνης.|| ~ του εγκεφάλου/της μνήμης/του μυαλού (: πνευματική, (δια)νοητική ~.). 2. αξιοποίηση, εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων στην πράξη: ~ στη γραμματική/στη γραφή/στα μαθηματικά/στην προπαίδεια. ~ και εμπέδωση εννοιών. Παλαιότερα θέματα εξετάσεων για ~. Μαθήματα ξένων γλωσσών με προφορική και ακουστική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτική άσκηση βλ. άσκηση [< μεσν. εξάσκησις, γαλλ. exercice]
16772εξασκώ[ἐξασκῶ] ε-ξα-σκώ ρ. (μτβ.) {εξασκ-είς... | εξάσκ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} (επίσ.) 1. εκπαιδεύω κάποιον σε κάτι, καλλιεργώ δεξιότητες, ικανότητες μέσω της συστηματικής άσκησης: ~ τους μαθητές σε επικοινωνιακές δραστηριότητες. ~ το πνεύμα/το σώμα μου (πβ. εκγυμνάζω, προπονώ). Πνευματικά παιχνίδια που ~ούν τη μνήμη. 2. {κυρ. μεσοπαθ.} εφαρμόζω στην πράξη γνώσεις που έχω αποκτήσει: ~ούμαι καθημερινά στα Γαλλικά/στο πιάνο.|| ~εί το επάγγελμα του δικηγόρου (πβ. ασκώ). ● Μτχ.: εξασκημένος , η, ο: έμπειρος, καλλιεργημένος: ~ος: αναγνώστης (πβ. υποψιασμένος)/παρατηρητής. ~ο: μάτι. ~ να .../σε ... Το ~ο αυτί του μουσικού. [< αρχ. ἐξασκῶ, γαλλ. exercer]
16773εξάστηλος, η, ο βλ. εξά-, -στηλος
16774εξαστισμός[ἐξαστισμός] ε-ξα-στι-σμός ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): αστικοποίηση. Βλ. -ισμός.
16775εξάστιχος, η, ο βλ. εξά-, -στιχος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.