Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17640-17660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16783εξατομικευμένος, η, ο [ἐξατομικευμένος] ε-ξα-το-μι-κευ-μέ-νος επίθ.: που είναι προσαρμοσμένος σε κάθε άτομο χωριστά: ~ος: οδηγός διατροφής. ~η: αξιολόγηση/θεραπεία/ιατρική/μάθηση/συμβουλευτική. ~ο: εκπαιδευτικό υλικό/πρόγραμμα. ~α: δώρα. ~η και ομαδική υποστήριξη ψυχικά πασχόντων ατόμων. Πβ. προσωποποιημένος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξατομικευμένη διδασκαλία & (σπάν.) ατομική διδασκαλία: ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος που προσαρμόζει το διδακτικό αντικείμενο στις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε μαθητή: ~ ~ για κάλυψη κενών από προηγούμενες τάξεις. Ομαδοσυνεργατική, μαθητοκεντρική και ~ ~. Χρήση νέων τεχνολογιών για ~ ~. ● βλ. εξατομικεύω [< γαλλ. individualisé]
16784εξατομίκευση[ἐξατομίκευση] ε-ξα-το-μί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξατομικεύω: ~ της διδασκαλίας/εκπαίδευσης/θεραπευτικής αγωγής/μάθησης. ~ των ζημιών και καταβολή αποζημιώσεων. ~ της ιστοσελίδας (= παραμετροποίηση). Βλ. προσωποποίηση.|| (ΝΟΜ.) ~ της ποινής (: σε περιπτώσεις όπου λαμβάνονται υπόψη ατομικά χαρακτηριστικά του δράστη, π.χ. φύλο, ηλικία, και όχι το αδίκημα καθ' εαυτό). ● ΣΥΜΠΛ.: μαζική εξατομίκευση: ΤΕΧΝΟΛ. χρήση ευέλικτων βιομηχανικών συστημάτων για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που ικανοποιούν συγκεκριμένες πελατειακές ανάγκες: προϊόντα ~ής ~ης στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης. [< αμερικ. mass customization] [< γαλλ. individualisation, customisation, 2000]
16785εξατομικεύω[ἐξατομικεύω] ε-ξα-το-μι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξατομίκευ-σε, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, εξατομικεύ-οντας} : διαφοροποιώ, προσαρμόζω τον τρόπο δράσης μου στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου: Ο δάσκαλος ~ει τη διδασκαλία σύμφωνα με τις απαιτήσεις των μαθητών. Η θεραπευτική αγωγή πρέπει να ~εται. Βλ. προσωποποιώ. ● βλ. εξατομικευμένος [< γαλλ. individualiser, personnaliser, customiser, 1979]
16786εξάτομος, η, ο βλ. εξά-, -τομος
16787εξάτροχος, η, ο βλ. εξά-, -τροχος [< μτγν. ἑξάτροχος]
16788εξαϋλώνω[ἐξαϋλώνω] ε-ξα-ϋ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαΰλω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΦΥΣ. {κυρ. στο γ’ πρόσ.} προκαλώ το φαινόμενο της εξαΰλωσης: Η αντιύλη μπορεί να ~σει το αντίστοιχο ποσό ύλης με παράλληλη έκλυση ενέργειας. Βλ. εξατμίζω, υγροποιώ. 2. (μτφ.) αφαιρώ από κάτι τα υλικά του χαρακτηριστικά, του προσδίδω άυλη υπόσταση: Τα αρχαία μάρμαρα ~ονται στο μεσημεριάτικο φως. ~μένο: σώμα. ~μένες: μορφές.|| ~θηκαν τα επιχειρηματικά κέρδη (: εξαφανίστηκαν, χάθηκαν). [< 1: γαλλ. dématérialiser, περ. 1950 2: γαλλ. immatérialiser]
16789εξαΰλωση[ἐξαΰλωση] ε-ξα-ΰ-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. μετατροπή της ύλης σε ενέργεια η οποία προκύπτει από την σύγκρουση ενός σωματιδίου και αντισωματιδίου: ~ ηλεκτρονίου-ποζιτρονίου. ΑΝΤ. υλοποίηση (2) 2. (μτφ.) αφαίρεση της υλικής υπόστασης: (στη βυζαντινή τέχνη) ~ των μορφών.|| ~ των αποταμιεύσεων. [< γαλλ. dématérialisation]
16790εξαφανίζω[ἐξαφανίζω] ε-ξα-φα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξαφάνι-σα, -στηκα κ. -σθηκα, -στεί κ. -σθεί, εξαφανισ-μένος, -θείς, εξαφανίζ-οντας} 1. κάνω κάποιον ή κάτι να μη φαίνεται ή να μην υπάρχει πια: ~ τις αποδείξεις/τα δακτυλικά αποτυπώματα/ευρήματα/ίχνη/(ενοχοποιητικά) στοιχεία (πβ. αποκρύπτω, κρύβω). Απορρυπαντικό που ~ει άλατα/κηλίδες/λίπη/(δυσάρεστες) μυρωδιές/οσμές. Κρέμα που ~ει την κυτταρίτιδα/τους μαύρους κύκλους/τις ρυτίδες/τα σημάδια/τα σπυράκια (πβ. εξαλείφω). || ~θείσα: γυναίκα. ~Ο δράστης ~στηκε προς άγνωστη κατεύθυνση (πβ. διαφεύγω, δραπετεύω). ~στηκε από προσώπου γης/ως διά μαγείας (ΑΝΤ. εμφανίζομαι, φανερώνομαι). Βρέθηκε το παιδί που είχε ~στεί. || Πού ~στηκες (= χάθηκες) τόσο καιρό (: δεν σε έχω δει ή ακούσει); Το προϊόν ~στηκε από την αγορά. Τα εισιτήρια ~στηκαν στο άψε σβήσε (= εξαντλήθηκαν, πουλήθηκαν).|| ~σα το γλυκό. Πβ. καταβροχθίζω.|| ~στηκαν κοσμήματα/χρήματα. Πβ. κλέβω. 2. αφανίζω, εξοντώνω, καταστρέφω: ~ ένα έθνος/έναν λαό/έναν πολιτισμό. Οι πλημμύρες ~σαν (= έσβησαν) από τον χάρτη χωριά ολόκληρα. ● Παθ.: εξαφανίζεται: εκλείπει, χάνεται: Τα παραδοσιακά επαγγέλματα ~ονται. Είδος που κινδυνεύει/τείνει να ~στεί (πβ. απειλούμενα είδη). ● ΦΡ.: εξαφανίσου! (απειλητ.): για να φύγει κανείς αμέσως: ~ από εδώ/τα μάτια μου/μπροστά μου τώρα! ~, μη φωνάξω την Αστυνομία! Μάζεψέ τα κι ~! ΣΥΝ. ξεκουμπίσου, στρίβε, χάσου. [< αρχ. ἐξαφανίζω]
16791εξαφάνιση[ἐξαφάνιση] ε-ξα-φά-νι-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφύσικη και ανεξήγητη απουσία, κατά την οποία χάνονται τα ίχνη προσώπου ή πράγματος: αινιγματική/μυστηριώδης/ξαφνική/περίεργη ~. ~ ανηλίκου/παιδιού (βλ. απαγωγή). Υπόθεση ~ης. Ακούσιες/εξαναγκαστικές/ύποπτες ~ίσεις. Δεν έχουν δώσει σημεία ζωής από την ημέρα που διαπιστώθηκε η ~ή τους.|| ~ίσεις πλοίων και αεροσκαφών. ~ χρημάτων από το ταμείο (βλ. κλοπή). Πβ. απώλεια, χαμός, χάσιμο. ΑΝΤ. εμφάνιση (1) 2. καταστροφή, αφανισμός: η ~ των δεινόσαυρων. Μαζική ~ έμβιων οργανισμών. Ζώα/φυτά απειλούμενα με ~. Είδη που κινδυνεύουν με ~/έχουν εκλείψει ή τείνουν προς ~.|| ~ διαλέκτων και μικρών γλωσσών/πολιτισμών. Σταδιακή ~ παραδοσιακών επαγγελμάτων.|| Κόμμα που οδηγείται σε πολιτική ~. Πβ. εξάλειψη, εξολόθρευση, εξόντωση, θάνατος. 3. απόκρυψη, κάλυψη, ώστε να μην μπορεί να βρεθεί ή να μη φαίνεται κάτι: ~ εγγράφων/στοιχείων/φακέλων (πβ. κρύψιμο). ~ του ήλιου κάτω από τον ορίζοντα (πβ. βασίλεμα, δύση). ~ ουλών/ρυτίδων/σημαδιών (: με χρήση καλλυντικών ή φαρμακευτικών ουσιών. Βλ. δερματοαπόξεση). ● ΣΥΜΠΛ.: εξαφάνιση της απόφασης: ΝΟΜ. μερική ή ολική ακύρωση της απόφασης πρωτοδικείου από εφετείο. Βλ. έφεση. [< γαλλ. infirmation d'un jugement] ● ΦΡ.: (είδος) υπό εξαφάνιση: που απειλείται με αφανισμό, που τείνει να εκλείψει: ~ ~ η καρέτα καρέτα/η καφέ αρκούδα. Η φώκια αναγνωρίζεται/αντιμετωπίζεται/προστατεύεται ως ~ ~. Διάσωση/λαθρεμπόριο/παράνομο κυνήγι/προστασία ειδών ~. Πβ. απειλούμενα είδη.|| (μτφ.) Ο ελεύθερος χρόνος αποτελεί ~ ~ στην εποχή μας. [< μεσν. εξαφάνισις, γαλλ. disparition]
16792έξαφναβλ. άξαφνα
16793εξάφυλλος, η, ο βλ. εξά-, -φυλλος
16794εξαχθείβλ. εξάγω
16795εξαχνώνω[ἐξαχνώνω] ε-ξα-χνώ-νω ρ. (μτβ.) {εξάχνω-σε, -θηκε, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΦΥΣ. {κυρ. στο γ’ πρόσ.} προκαλώ εξάχνωση: Το στερεό ιώδιο ~εται. Πβ. ατμοποιώ, εξαερώνω, εξατμίζω. Βλ. αεριο-, υγρο-ποιώ. 2. (μτφ.-συνήθ. λογοτ.) εξαφανίζω, εκμηδενίζω: ~θηκαν (= χάθηκαν) όλες μας οι ελπίδες. Πβ. εξανεμίζω.
16796εξάχνωση[ἐξάχνωση] ε-ξά-χνω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μετατροπή της στερεής μορφής αντικειμένου σε αέρια με αύξηση της θερμοκρασίας χωρίς μετάβαση στην υγρή μορφή: θερμική ~. ~ του πάγου/στερεού διοξειδίου του άνθρακα. Πβ. ατμοποίηση, εξαέρωση, εξάτμιση. Βλ. αεριο-, υγρο-ποίηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των ιστών με λέιζερ. Βλ. φωτο~. [< αγγλ.-γαλλ. sublimation]
16797εξάχορδος, η, ο βλ. εξά-, -χορδος
16798εξαχρειώνω[ἐξαχρειώνω] ε-ξα-χρει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαχρείω-σε, εξαχρειώ-θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθιστώ αχρείο κάποιον ή κάτι: Ο πόλεμος ~ει τους ανθρώπους. Ηθικά ~μένοι. Πβ. διαβρώνω, διαφθείρω, εκμαυλίζω, εκφαυλίζω. [< μεσν. εξαχρειώνω, γαλλ. dépraver]
16799εξαχρείωση[ἐξαχρείωση] ε-ξα-χρεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαχρειώνω: κοινωνική/πνευματική/πολιτική ~. ~ των ηθών/συνειδήσεων. Πβ. διάβρωση, διαφθορά, εκβαρβαρ-, εκμαυλ-, εκφαυλ-ισμός. Βλ. διαστροφή. [< γαλλ. dépravation]
16800εξάχρονος, η, ο βλ. εξά-, -χρονος
16801εξάψαλμος[ἑξάψαλμος] ε-ξά-ψαλ-μος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-προφ.) έντονες επιπλήξεις, αυστηρές παρατηρήσεις: ~ του προπονητή στους παίκτες. Πβ. κατσάδα, μάλωμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. περιληπτική ονομασία για τους έξι ψαλμούς που ψάλλονται στην αρχή της ακολουθίας του Όρθρου. ● ΦΡ.: ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο: με επιπλήττουν/επιπλήττω έντονα κάποιον: Άργησε στη δουλειά και άκουσε τον ~ από το αφεντικό (πβ. ακούω τα σχολιανά μου). Του έψαλε ~ (= τον κατσάδιασε). ΣΥΝ. ακούω/ψέλνω/σέρνω σε κάποιον τον αναβαλλόμενο [< μεσν. εξάψαλμος]
16802έξαψη[ἔξαψη] έ-ξα-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αίσθηση έντονης θερμότητας που εκδηλώνεται με κοκκίνισμα του προσώπου: ~ και ζάλη/πονοκέφαλος/ταχυκαρδία. Εξάψεις και εφίδρωση. Πβ. αναψοκοκκίνισμα, ξάναμμα, φούντωση. 2. διέγερση συναισθημάτων, παράφορο ξέσπασμα παθών: ερωτική ~. ~ θυμού/χαράς. Ταραχή και ~ λόγω εκνευρισμού. Πβ. παροξυσμός, πυρετός. [< αρχ. ἔξαψις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.