| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16776 | εξασύλλαβος | , η, ο βλ. εξά-, -σύλλαβος | |
| 16777 | εξάσφαιρος | , η, ο [ἑξάσφαιρος] ε-ξά-σφαι-ρος επίθ. 1. (για όπλο) που μπορεί να χωρέσει έξι σφαίρες: ~ες: καραμπίνες. Βλ. -σφαιρος. 2. (αθλητική αργκό) (για ομάδα) που πετυχαίνει έξι γκολ: "~οι" οι γηπεδούχοι. ● Ουσ.: εξάσφαιρο (το) 1. περίστροφο που χωρά έξι σφαίρες. 2. (αθλητική αργκό) νίκη με έξι γκολ. | |
| 16778 | εξασφαλίζω | [ἐξασφαλίζω] ε-ξα-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξασφάλι-σε, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εξασφαλίζ-οντας} 1. προστατεύω κάτι από απώλεια ή φθορά, σιγουρεύω: ~ τα κοσμήματα/τιμαλφή σε θυρίδα/χρηματοκιβώτιο (πβ. προφυλάσσω). ~ει ασφάλεια/σιγουριά.|| Ζητώ πάντα απόδειξη για να είμαι ~σμένος (= διασφαλισμένος). 2. αποκτώ και διατηρώ υλικά αγαθά και ειδικότ. κατοχυρώνω τη μελλοντική οικονομική επάρκεια, ανεξαρτησία κάποιου: ~ εισιτήρια/στέγη/τροφή (πβ. βρίσκω, προμηθεύομαι). ~ τα αναγκαία/τα προς το ζην/πόρους/το ψωμί μου (πβ. εξοικονομώ, πορίζομαι).|| ~ την οικογένειά/τα παιδιά μου (πβ. αποκαθιστώ). Δουλεύει για να ~σει άνετα γηρατειά/τη ζωή του/το μέλλον του/το χαρτζιλίκι του. Οικονομικά ~σμένος. 3. επιτυγχάνω κάτι ύστερα από συγκεκριμένες ενέργειες: ~ άδεια (εισόδου σε χώρο)/εργασία/την εύνοια κάποιου/τη νίκη/την πρόκριση/τη συμμετοχή μου (σε αγώνα/διοργάνωση)/συνεργασία/υποτροφία. Το κόμμα ~σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η χώρα μπορεί να ~σει την ειρήνη στην περιοχή. Το χρήμα δεν ~ει την ευτυχία. Καταφέραμε να ~σουμε τον ... (: για παίκτη σε ομάδα). Πώς μπορώ να ~σω (: είμαι σίγουρος) ότι δεν θα επαναληφθεί το ίδιο λάθος; [< μτγν. ἐξασφαλίζω ‘κάνω ασφαλές’] | |
| 16779 | εξασφάλιση | [ἐξασφάλιση] ε-ξα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να γίνεται κάτι ασφαλές, βέβαιο: πλήρης ~. ~ των δικαιωμάτων (των πολιτών)/της εθνικής ανεξαρτησίας. ~ υπηρεσιών και προϊόντων υψηλής ποιότητας. Ενεργειακή ~ της Ευρώπης. Η προστασία και ~ της υγείας των καταναλωτών. Πβ. διασφάλιση, κατοχύρωση, σιγούρεμα. ΑΝΤ. διακινδύνευση, διακύβευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Δάνειο με ~ίσεις. Πβ. εγγύηση. 2. απόκτηση αγαθών· γενικότ. πραγματοποίηση ενός σκοπού: ~ στέγης/τροφής. ~ κονδυλίων/χρημάτων/χρόνου. Πβ. (εξ)εύρεση, εξοικονόμηση.|| ~ άδειας παραμονής. 3. επίτευξη προσωπικής ασφάλειας με απόκτηση κυρ. μόνιμης εργασίας ή/και εισοδήματος: επαγγελματική/κοινωνική/οικονομική ~ . Πβ. αποκατάσταση, τακτοποίηση. | |
| 16780 | εξατάξιος | , α, ο [ἑξατάξιος] ε-ξα-τά-ξι-ος επίθ.: (για σχολείο) που έχει έξι τάξεις: ~ο: Δημοτικό. (παλαιότ.) ~ο: Γυμνάσιο. | |
| 16781 | εξατμίζω | [ἐξατμίζω] ε-ξα-τμί-ζω ρ. (μτβ.) {εξάτμι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, συνήθ. στην παθ. φωνή} 1. ΦΥΣ. προκαλώ εξάτμιση υγρού: Η θερμότητα ~ει το νερό. Το οινόπνευμα και η βενζίνη ~ονται εύκολα (βλ. πτητικός). ~σμένο: άρωμα. Πβ. ατμοποιώ, εξαερώνω, εξαχνώνω. Βλ. αεριο-, υγρο-ποιώ. 2. (μτφ.) εξαφανίζω, εκμηδενίζω: Οι ραγδαίες ανατιμήσεις ~ουν την αξία του χρήματος. Ο ενθουσιασμός/το πάθος τους ~στηκε πολύ γρήγορα (πβ. ξεθυμαίνω). Πβ. εξαλείφω, εξανεμίζω. [< αρχ. ἐξατμίζω ‘κάνω να εξατμιστεί’] | |
| 16782 | εξάτμιση | [ἐξάτμιση] ε-ξά-τμι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. εκπομπή καυσαερίων από μηχανές εσωτερικής καύσης· (συνεκδ.-στον πληθ.) τα παραγόμενα καυσαέρια και συνηθέστ. η βαλβίδα ή ο σωλήνας, μέσω του οποίου διαχέονται στην ατμόσφαιρα: ~ίσεις αυτοκινήτων και μοτοσικλετών.|| Αγωνιστική (: στον μηχανοκίνητο αθλητισμό)/εργοστασιακή ~. Καζανάκι ~ης (: δοχείο, μεσαίο και τελικό, όπου φιλτράρονται τα καυσαέρια πριν βγουν στο περιβάλλον). Σιγαστήρας της ~ης (= σιλανσιέ). Μηχανάκι με κομμένη ~ (: δημιουργεί μεγάλο θόρυβο). 2. ΦΥΣ. μετατροπή ενός υγρού από ελεύθερη επιφάνεια σε αέριο υπό την επίδραση κανονικής ή υψηλής θερμοκρασίας. Πβ. ατμοποίηση, εξαέρωση, εξάχνωση. Βλ. αεριο-, υγρο-ποίηση, βρασμός. [< 1: γαλλ. échappement 2: μτγν. ἐξάτμισις, γαλλ. évaporation] | |
| 16783 | εξατομικευμένος | , η, ο [ἐξατομικευμένος] ε-ξα-το-μι-κευ-μέ-νος επίθ.: που είναι προσαρμοσμένος σε κάθε άτομο χωριστά: ~ος: οδηγός διατροφής. ~η: αξιολόγηση/θεραπεία/ιατρική/μάθηση/συμβουλευτική. ~ο: εκπαιδευτικό υλικό/πρόγραμμα. ~α: δώρα. ~η και ομαδική υποστήριξη ψυχικά πασχόντων ατόμων. Πβ. προσωποποιημένος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξατομικευμένη διδασκαλία & (σπάν.) ατομική διδασκαλία: ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος που προσαρμόζει το διδακτικό αντικείμενο στις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε μαθητή: ~ ~ για κάλυψη κενών από προηγούμενες τάξεις. Ομαδοσυνεργατική, μαθητοκεντρική και ~ ~. Χρήση νέων τεχνολογιών για ~ ~. ● βλ. εξατομικεύω [< γαλλ. individualisé] | |
| 16784 | εξατομίκευση | [ἐξατομίκευση] ε-ξα-το-μί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξατομικεύω: ~ της διδασκαλίας/εκπαίδευσης/θεραπευτικής αγωγής/μάθησης. ~ των ζημιών και καταβολή αποζημιώσεων. ~ της ιστοσελίδας (= παραμετροποίηση). Βλ. προσωποποίηση.|| (ΝΟΜ.) ~ της ποινής (: σε περιπτώσεις όπου λαμβάνονται υπόψη ατομικά χαρακτηριστικά του δράστη, π.χ. φύλο, ηλικία, και όχι το αδίκημα καθ' εαυτό). ● ΣΥΜΠΛ.: μαζική εξατομίκευση: ΤΕΧΝΟΛ. χρήση ευέλικτων βιομηχανικών συστημάτων για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που ικανοποιούν συγκεκριμένες πελατειακές ανάγκες: προϊόντα ~ής ~ης στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης. [< αμερικ. mass customization] [< γαλλ. individualisation, customisation, 2000] | |
| 16785 | εξατομικεύω | [ἐξατομικεύω] ε-ξα-το-μι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξατομίκευ-σε, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, εξατομικεύ-οντας} : διαφοροποιώ, προσαρμόζω τον τρόπο δράσης μου στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου: Ο δάσκαλος ~ει τη διδασκαλία σύμφωνα με τις απαιτήσεις των μαθητών. Η θεραπευτική αγωγή πρέπει να ~εται. Βλ. προσωποποιώ. ● βλ. εξατομικευμένος [< γαλλ. individualiser, personnaliser, customiser, 1979] | |
| 16786 | εξάτομος | , η, ο βλ. εξά-, -τομος | |
| 16787 | εξάτροχος | , η, ο βλ. εξά-, -τροχος [< μτγν. ἑξάτροχος] | |
| 16788 | εξαϋλώνω | [ἐξαϋλώνω] ε-ξα-ϋ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαΰλω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΦΥΣ. {κυρ. στο γ’ πρόσ.} προκαλώ το φαινόμενο της εξαΰλωσης: Η αντιύλη μπορεί να ~σει το αντίστοιχο ποσό ύλης με παράλληλη έκλυση ενέργειας. Βλ. εξατμίζω, υγροποιώ. 2. (μτφ.) αφαιρώ από κάτι τα υλικά του χαρακτηριστικά, του προσδίδω άυλη υπόσταση: Τα αρχαία μάρμαρα ~ονται στο μεσημεριάτικο φως. ~μένο: σώμα. ~μένες: μορφές.|| ~θηκαν τα επιχειρηματικά κέρδη (: εξαφανίστηκαν, χάθηκαν). [< 1: γαλλ. dématérialiser, περ. 1950 2: γαλλ. immatérialiser] | |
| 5969 | εξαύλωση | [ἀποπροσανατολίζω] α-πο-προ-σα-να-το-λί-ζω ρ. (μτβ.) {αποπροσανατόλι-σε, αποπροσανατολί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, αποπροσανατολίζ-οντας} ΑΝΤ. προσανατολίζω 1. (μτφ.) στρέφω την προσοχή κάποιου σε παραπλανητική κατεύθυνση: Ασαφείς ερωτήσεις που ~ουν τους εξεταζόμενους (πβ. μπερδεύω). ~σε τη συζήτηση. Μην ~εστε από τον στόχο σας! ~σμένοι: πολίτες. Πβ. ξεγελώ, παραπλανώ, (ρίχνω) στάχτη στα μάτια. 2. προκαλώ απώλεια προσανατολισμού, εκτρέπω από τη σωστή πορεία: ~στηκαν λόγω της ομίχλης.|| (& μτφ.) ~σμένα: άτομα. [< γαλλ. désorienter] | |
| 16789 | εξαΰλωση | [ἐξαΰλωση] ε-ξα-ΰ-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. μετατροπή της ύλης σε ενέργεια η οποία προκύπτει από την σύγκρουση ενός σωματιδίου και αντισωματιδίου: ~ ηλεκτρονίου-ποζιτρονίου. ΑΝΤ. υλοποίηση (2) 2. (μτφ.) αφαίρεση της υλικής υπόστασης: (στη βυζαντινή τέχνη) ~ των μορφών.|| ~ των αποταμιεύσεων. [< γαλλ. dématérialisation] | |
| 16790 | εξαφανίζω | [ἐξαφανίζω] ε-ξα-φα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξαφάνι-σα, -στηκα κ. -σθηκα, -στεί κ. -σθεί, εξαφανισ-μένος, -θείς, εξαφανίζ-οντας} 1. κάνω κάποιον ή κάτι να μη φαίνεται ή να μην υπάρχει πια: ~ τις αποδείξεις/τα δακτυλικά αποτυπώματα/ευρήματα/ίχνη/(ενοχοποιητικά) στοιχεία (πβ. αποκρύπτω, κρύβω). Απορρυπαντικό που ~ει άλατα/κηλίδες/λίπη/(δυσάρεστες) μυρωδιές/οσμές. Κρέμα που ~ει την κυτταρίτιδα/τους μαύρους κύκλους/τις ρυτίδες/τα σημάδια/τα σπυράκια (πβ. εξαλείφω). || ~θείσα: γυναίκα. ~Ο δράστης ~στηκε προς άγνωστη κατεύθυνση (πβ. διαφεύγω, δραπετεύω). ~στηκε από προσώπου γης/ως διά μαγείας (ΑΝΤ. εμφανίζομαι, φανερώνομαι). Βρέθηκε το παιδί που είχε ~στεί. || Πού ~στηκες (= χάθηκες) τόσο καιρό (: δεν σε έχω δει ή ακούσει); Το προϊόν ~στηκε από την αγορά. Τα εισιτήρια ~στηκαν στο άψε σβήσε (= εξαντλήθηκαν, πουλήθηκαν).|| ~σα το γλυκό. Πβ. καταβροχθίζω.|| ~στηκαν κοσμήματα/χρήματα. Πβ. κλέβω. 2. αφανίζω, εξοντώνω, καταστρέφω: ~ ένα έθνος/έναν λαό/έναν πολιτισμό. Οι πλημμύρες ~σαν (= έσβησαν) από τον χάρτη χωριά ολόκληρα. ● Παθ.: εξαφανίζεται: εκλείπει, χάνεται: Τα παραδοσιακά επαγγέλματα ~ονται. Είδος που κινδυνεύει/τείνει να ~στεί (πβ. απειλούμενα είδη). ● ΦΡ.: εξαφανίσου! (απειλητ.): για να φύγει κανείς αμέσως: ~ από εδώ/τα μάτια μου/μπροστά μου τώρα! ~, μη φωνάξω την Αστυνομία! Μάζεψέ τα κι ~! ΣΥΝ. ξεκουμπίσου, στρίβε, χάσου. [< αρχ. ἐξαφανίζω] | |
| 16791 | εξαφάνιση | [ἐξαφάνιση] ε-ξα-φά-νι-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφύσικη και ανεξήγητη απουσία, κατά την οποία χάνονται τα ίχνη προσώπου ή πράγματος: αινιγματική/μυστηριώδης/ξαφνική/περίεργη ~. ~ ανηλίκου/παιδιού (βλ. απαγωγή). Υπόθεση ~ης. Ακούσιες/εξαναγκαστικές/ύποπτες ~ίσεις. Δεν έχουν δώσει σημεία ζωής από την ημέρα που διαπιστώθηκε η ~ή τους.|| ~ίσεις πλοίων και αεροσκαφών. ~ χρημάτων από το ταμείο (βλ. κλοπή). Πβ. απώλεια, χαμός, χάσιμο. ΑΝΤ. εμφάνιση (1) 2. καταστροφή, αφανισμός: η ~ των δεινόσαυρων. Μαζική ~ έμβιων οργανισμών. Ζώα/φυτά απειλούμενα με ~. Είδη που κινδυνεύουν με ~/έχουν εκλείψει ή τείνουν προς ~.|| ~ διαλέκτων και μικρών γλωσσών/πολιτισμών. Σταδιακή ~ παραδοσιακών επαγγελμάτων.|| Κόμμα που οδηγείται σε πολιτική ~. Πβ. εξάλειψη, εξολόθρευση, εξόντωση, θάνατος. 3. απόκρυψη, κάλυψη, ώστε να μην μπορεί να βρεθεί ή να μη φαίνεται κάτι: ~ εγγράφων/στοιχείων/φακέλων (πβ. κρύψιμο). ~ του ήλιου κάτω από τον ορίζοντα (πβ. βασίλεμα, δύση). ~ ουλών/ρυτίδων/σημαδιών (: με χρήση καλλυντικών ή φαρμακευτικών ουσιών. Βλ. δερματοαπόξεση). ● ΣΥΜΠΛ.: εξαφάνιση της απόφασης: ΝΟΜ. μερική ή ολική ακύρωση της απόφασης πρωτοδικείου από εφετείο. Βλ. έφεση. [< γαλλ. infirmation d'un jugement] ● ΦΡ.: (είδος) υπό εξαφάνιση: που απειλείται με αφανισμό, που τείνει να εκλείψει: ~ ~ η καρέτα καρέτα/η καφέ αρκούδα. Η φώκια αναγνωρίζεται/αντιμετωπίζεται/προστατεύεται ως ~ ~. Διάσωση/λαθρεμπόριο/παράνομο κυνήγι/προστασία ειδών ~. Πβ. απειλούμενα είδη.|| (μτφ.) Ο ελεύθερος χρόνος αποτελεί ~ ~ στην εποχή μας. [< μεσν. εξαφάνισις, γαλλ. disparition] | |
| 16792 | έξαφνα | βλ. άξαφνα | |
| 16793 | εξάφυλλος | , η, ο βλ. εξά-, -φυλλος | |
| 16794 | εξαχθεί | βλ. εξάγω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ