| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16795 | εξαχνώνω | [ἐξαχνώνω] ε-ξα-χνώ-νω ρ. (μτβ.) {εξάχνω-σε, -θηκε, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΦΥΣ. {κυρ. στο γ’ πρόσ.} προκαλώ εξάχνωση: Το στερεό ιώδιο ~εται. Πβ. ατμοποιώ, εξαερώνω, εξατμίζω. Βλ. αεριο-, υγρο-ποιώ. 2. (μτφ.-συνήθ. λογοτ.) εξαφανίζω, εκμηδενίζω: ~θηκαν (= χάθηκαν) όλες μας οι ελπίδες. Πβ. εξανεμίζω. | |
| 16796 | εξάχνωση | [ἐξάχνωση] ε-ξά-χνω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μετατροπή της στερεής μορφής αντικειμένου σε αέρια με αύξηση της θερμοκρασίας χωρίς μετάβαση στην υγρή μορφή: θερμική ~. ~ του πάγου/στερεού διοξειδίου του άνθρακα. Πβ. ατμοποίηση, εξαέρωση, εξάτμιση. Βλ. αεριο-, υγρο-ποίηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των ιστών με λέιζερ. Βλ. φωτο~. [< αγγλ.-γαλλ. sublimation] | |
| 16797 | εξάχορδος | , η, ο βλ. εξά-, -χορδος | |
| 16798 | εξαχρειώνω | [ἐξαχρειώνω] ε-ξα-χρει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαχρείω-σε, εξαχρειώ-θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθιστώ αχρείο κάποιον ή κάτι: Ο πόλεμος ~ει τους ανθρώπους. Ηθικά ~μένοι. Πβ. διαβρώνω, διαφθείρω, εκμαυλίζω, εκφαυλίζω. [< μεσν. εξαχρειώνω, γαλλ. dépraver] | |
| 16799 | εξαχρείωση | [ἐξαχρείωση] ε-ξα-χρεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαχρειώνω: κοινωνική/πνευματική/πολιτική ~. ~ των ηθών/συνειδήσεων. Πβ. διάβρωση, διαφθορά, εκβαρβαρ-, εκμαυλ-, εκφαυλ-ισμός. Βλ. διαστροφή. [< γαλλ. dépravation] | |
| 16800 | εξάχρονος | , η, ο βλ. εξά-, -χρονος | |
| 16801 | εξάψαλμος | [ἑξάψαλμος] ε-ξά-ψαλ-μος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-προφ.) έντονες επιπλήξεις, αυστηρές παρατηρήσεις: ~ του προπονητή στους παίκτες. Πβ. κατσάδα, μάλωμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. περιληπτική ονομασία για τους έξι ψαλμούς που ψάλλονται στην αρχή της ακολουθίας του Όρθρου. ● ΦΡ.: ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο: με επιπλήττουν/επιπλήττω έντονα κάποιον: Άργησε στη δουλειά και άκουσε τον ~ από το αφεντικό (πβ. ακούω τα σχολιανά μου). Του έψαλε ~ (= τον κατσάδιασε). ΣΥΝ. ακούω/ψέλνω/σέρνω σε κάποιον τον αναβαλλόμενο [< μεσν. εξάψαλμος] | |
| 16802 | έξαψη | [ἔξαψη] έ-ξα-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αίσθηση έντονης θερμότητας που εκδηλώνεται με κοκκίνισμα του προσώπου: ~ και ζάλη/πονοκέφαλος/ταχυκαρδία. Εξάψεις και εφίδρωση. Πβ. αναψοκοκκίνισμα, ξάναμμα, φούντωση. 2. διέγερση συναισθημάτων, παράφορο ξέσπασμα παθών: ερωτική ~. ~ θυμού/χαράς. Ταραχή και ~ λόγω εκνευρισμού. Πβ. παροξυσμός, πυρετός. [< αρχ. ἔξαψις] | |
| 16803 | εξαψήφιος | , α, ο βλ. εξά-, -ψήφιος | |
| 16804 | εξάωρος | , η, ο βλ. εξά-, -ωρος | |
| 16805 | εξαώροφος | , η, ο βλ. εξά-, -ώροφος | |
| 16806 | εξέβαλε | βλ. εκβάλλω | |
| 16807 | εξεγείρω | [ἐξεγείρω] ε-ξε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {εξήγειρ-ε, εξεγέρ-θηκε, -μένος, εξεγείρ-οντας} (λόγ.) 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} υποκινώ εξέγερση, επανάσταση: ~ε τον λαό εναντίον του κατακτητή. ~μένοι: κρατούμενοι/νέοι. ~μένα: πλήθη. Πβ. διεγείρω, ξεσηκώνω. 2. προκαλώ έντονες αντιδράσεις, αγανάκτηση, οργή: Με ~ει η ιδέα ότι ... Σκάνδαλα που ~ουν την κοινή γνώμη. ~ομαι για/με την αδικία (πβ. αγανακτώ, εκνευρίζομαι, εξανίσταμαι). Ηρέμησε, δεν υπάρχει λόγος να ~εσαι. Πβ. εξαγριώνω, εξοργίζω. [< 1: αρχ. ἐξεγείρω 2: γαλλ. soulever] | |
| 16808 | εξέγερση | [ἐξέγερση] ε-ξέ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): έντονη, ομαδική αντίδραση εναντίον φορέα εξουσίας, που μπορεί να οδηγήσει σε επανάσταση: αιματηρή/βίαιη/γενική/λαϊκή/μαζική/μαθητική ~. ~ των αγροτών/εργατών/καταπιεσμένων/φοιτητών. ~ στις φυλακές. Η ~ εξαπλώθηκε/ξέσπασε σε όλη την περιοχή. Ένοπλη ~ κατά ... Καταστολή της ~ης. Αλυσιδωτές/συντονισμένες ~έρσεις. ~έρσεις και απεργίες/διαδηλώσεις/συγκρούσεις/ταραχές. Κύμα/μπαράζ ~έρσεων. Πβ. ανταρσία, ξεσηκωμός.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ της ελεύθερης συνείδησης. ● ΣΥΜΠΛ.: η εξέγερση του Πολυτεχνείου βλ. Πολυτεχνείο [< πβ. μτγν. ἐξέγερσις ‘εγερτήριο, αφύπνιση’, γαλλ. soulevement] | |
| 16809 | εξεγερτικός | , ή, ό [ἐξεγερτικός] ε-ξε-γερ-τι-κός επίθ. & (σπάν.) εξεγερσιακός: που σχετίζεται με την εξέγερση: ~ός: αγώνας/λόγος. ~ή: δράση. ~ό: κίνημα/κλίμα. ~ές: τάσεις. ~ά: συνθήματα. | |
| 16810 | εξέδρα | [ἐξέδρα] ε-ξέ-δρα ουσ. (θηλ.) {-ων κ. -ών} 1. επίπεδη υπερυψωμένη ή πλωτή κατασκευή: λυόμενη/μεταλλική ~. ~ εκτόξευσης του διαστημικού λεωφορείου/καταδύσεων (βλ. βατήρας)/ομιλητών (πβ. βάθρο, έδρα). ~ άντλησης πετρελαίου/φυσικού αερίου. ~ για άλματα με σκι. ~ες φόρτωσης δεξαμενοπλοίων (πβ. προβλήτα). Πβ. πλατφόρμα, πόντιουμ. 2. κατασκευή ή μέρος κτίσματος, συνήθ. σταδίου, που αποτελείται από κλιμακωτές σειρές καθισμάτων για θεατές· συνεκδ. το σύνολο των θεατών που βρίσκονται εκεί: άδεια/γεμάτη/σκεπαστή ~. Η ~ των επισήμων. Τα σκαλιά/υποστυλώματα της ~ας. Οι ~ες του γηπέδου.|| Άρχισε να τον αποδοκιμάζει η ~. Το χειροκρότημα της ~ας. Πβ. κερκίδα. [< 2: αρχ. ἐξέδρα] | |
| 16811 | εξέδραμε | βλ. εκδράμω | |
| 16812 | εξέδωσα | βλ. εκδίδω | |
| 16813 | εξεζητημένος | , η, ο [ἐξεζητημένος] ε-ξε-ζη-τη-μέ-νος επίθ. (μειωτ.): που χαρακτηρίζεται από ακρότητες, υπερβολές και έντονη διαφοροποίηση από το συνηθισμένο: ~ος: διάκοσμος. ~η: αμφίεση/γεύση/εμφάνιση/κατασκευή. ~ο: κούρεμα/λουκ/ντύσιμο (πβ. έξαλλος, εξαντρίκ, εξτρίμ). ~ο και στομφώδες ύφος. Αποφυγή ~ων λέξεων. Πβ. ακραίος, αφύσικος, επιτηδευμένος, προσποιητός, σοφιστικέ, υπερβολικός. ΑΝΤ. απλός (4) ● επίρρ.: εξεζητημένα ● βλ. εκζητώ [< γαλλ. recherché] | |
| 16814 | εξέθρεψα | βλ. εκτρέφω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ