Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17660-17680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16803εξαψήφιος, α, ο βλ. εξά-, -ψήφιος
16804εξάωρος, η, ο βλ. εξά-, -ωρος
16805εξαώροφος, η, ο βλ. εξά-, -ώροφος
16806εξέβαλεβλ. εκβάλλω
16807εξεγείρω[ἐξεγείρω] ε-ξε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {εξήγειρ-ε, εξεγέρ-θηκε, -μένος, εξεγείρ-οντας} (λόγ.) 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} υποκινώ εξέγερση, επανάσταση: ~ε τον λαό εναντίον του κατακτητή. ~μένοι: κρατούμενοι/νέοι. ~μένα: πλήθη. Πβ. διεγείρω, ξεσηκώνω. 2. προκαλώ έντονες αντιδράσεις, αγανάκτηση, οργή: Με ~ει η ιδέα ότι ... Σκάνδαλα που ~ουν την κοινή γνώμη. ~ομαι για/με την αδικία (πβ. αγανακτώ, εκνευρίζομαι, εξανίσταμαι). Ηρέμησε, δεν υπάρχει λόγος να ~εσαι. Πβ. εξαγριώνω, εξοργίζω. [< 1: αρχ. ἐξεγείρω 2: γαλλ. soulever]
16808εξέγερση[ἐξέγερση] ε-ξέ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): έντονη, ομαδική αντίδραση εναντίον φορέα εξουσίας, που μπορεί να οδηγήσει σε επανάσταση: αιματηρή/βίαιη/γενική/λαϊκή/μαζική/μαθητική ~. ~ των αγροτών/εργατών/καταπιεσμένων/φοιτητών. ~ στις φυλακές. Η ~ εξαπλώθηκε/ξέσπασε σε όλη την περιοχή. Ένοπλη ~ κατά ... Καταστολή της ~ης. Αλυσιδωτές/συντονισμένες ~έρσεις. ~έρσεις και απεργίες/διαδηλώσεις/συγκρούσεις/ταραχές. Κύμα/μπαράζ ~έρσεων. Πβ. ανταρσία, ξεσηκωμός.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ της ελεύθερης συνείδησης. ● ΣΥΜΠΛ.: η εξέγερση του Πολυτεχνείου βλ. Πολυτεχνείο [< πβ. μτγν. ἐξέγερσις ‘εγερτήριο, αφύπνιση’, γαλλ. soulevement]
16809εξεγερτικός, ή, ό [ἐξεγερτικός] ε-ξε-γερ-τι-κός επίθ. & (σπάν.) εξεγερσιακός: που σχετίζεται με την εξέγερση: ~ός: αγώνας/λόγος. ~ή: δράση. ~ό: κίνημα/κλίμα. ~ές: τάσεις. ~ά: συνθήματα.
16810εξέδρα[ἐξέδρα] ε-ξέ-δρα ουσ. (θηλ.) {-ων κ. -ών} 1. επίπεδη υπερυψωμένη ή πλωτή κατασκευή: λυόμενη/μεταλλική ~. ~ εκτόξευσης του διαστημικού λεωφορείου/καταδύσεων (βλ. βατήρας)/ομιλητών (πβ. βάθρο, έδρα). ~ άντλησης πετρελαίου/φυσικού αερίου. ~ για άλματα με σκι. ~ες φόρτωσης δεξαμενοπλοίων (πβ. προβλήτα). Πβ. πλατφόρμα, πόντιουμ. 2. κατασκευή ή μέρος κτίσματος, συνήθ. σταδίου, που αποτελείται από κλιμακωτές σειρές καθισμάτων για θεατές· συνεκδ. το σύνολο των θεατών που βρίσκονται εκεί: άδεια/γεμάτη/σκεπαστή ~. Η ~ των επισήμων. Τα σκαλιά/υποστυλώματα της ~ας. Οι ~ες του γηπέδου.|| Άρχισε να τον αποδοκιμάζει η ~. Το χειροκρότημα της ~ας. Πβ. κερκίδα. [< 2: αρχ. ἐξέδρα]
16811εξέδραμεβλ. εκδράμω
16812εξέδωσαβλ. εκδίδω
16813εξεζητημένος, η, ο [ἐξεζητημένος] ε-ξε-ζη-τη-μέ-νος επίθ. (μειωτ.): που χαρακτηρίζεται από ακρότητες, υπερβολές και έντονη διαφοροποίηση από το συνηθισμένο: ~ος: διάκοσμος. ~η: αμφίεση/γεύση/εμφάνιση/κατασκευή. ~ο: κούρεμα/λουκ/ντύσιμο (πβ. έξαλλος, εξαντρίκ, εξτρίμ). ~ο και στομφώδες ύφος. Αποφυγή ~ων λέξεων. Πβ. ακραίος, αφύσικος, επιτηδευμένος, προσποιητός, σοφιστικέ, υπερβολικός. ΑΝΤ. απλός (4) ● επίρρ.: εξεζητημένα ● βλ. εκζητώ [< γαλλ. recherché]
16814εξέθρεψαβλ. εκτρέφω
16815εξειδικευμένος, η, ο [ἐξειδικευμένος] ε-ξει-δι-κευ-μέ-νος επίθ.: που έχει εκπαιδευτεί και αποκτήσει ειδικές γνώσεις σε κάποιον τομέα και γενικότ. που ειδικεύεται σε κάτι ή αφορά κάτι ειδικό: ~ος: γιατρός/επιστήμονας/τεχνικός. ~ο: προσωπικό. ~οι: μηχανικοί. ~α: συνεργεία. ~ στον τομέα/στον χώρο της ...|| ~ος: έλεγχος (πβ. ενδελεχής)/εξοπλισμός. ~η: αναζήτηση/βιβλιογραφία/γνώση/έρευνα/εταιρεία/εφαρμογή/λύση/τεχνολογία. ~ο: κατάστημα/σεμινάριο/σύστημα. ~ες: δεξιότητες/εργασίες/λειτουργίες/μελέτες/σπουδές/υπηρεσίες. ~α: εργαστήρια/τμήματα. ● βλ. εξειδικεύω [< γαλλ. specialisé]
16816εξειδίκευση[ἐξειδίκευση] ε-ξει-δί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση ειδικών γνώσεων σε μια επιστήμη, τέχνη ή σε ένα επάγγελμα και η έμπρακτη εφαρμογή τους: επαγγελματική/επιστημονική/μεταπτυχιακή ~. Επιμόρφωση και ~. Μετεκπαίδευση ή ~ σπουδών. Πιστοποιητικό ~ης. Οικονομολόγοι με διαφορετικές ~εύσεις. Βλ. ειδικότητα. ΣΥΝ. ειδίκευση 2. διαδικασία κατά την οποία κάτι γίνεται πιο συγκεκριμένο ή ειδικό: ~ κριτηρίων/προτάσεων/στόχων. Εταιρεία με ~ στο γυναικείο/νεανικό/σπορ ρούχο. ΑΝΤ. γενίκευση (1) [< γαλλ. spécialisation]
16817εξειδικεύω[ἐξειδικεύω] ε-ξει-δι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξειδίκευ-σε, -σει, -τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος, -μένος, -θείς, -οντας} ΣΥΝ. ειδικεύω 1. παρέχω σε κάποιον ειδικές γνώσεις σχετικά με ένα επάγγελμα ή με έναν επιστημονικό τομέα. 2. μετατρέπω κάτι γενικό σε πιο συγκεκριμένο και ειδικό: ~ το ερώτημά μου. Εφαρμοστικός νόμος που ~ει τα μέτρα. Μαθήματα που ~ουν τα ενδιαφέροντα των φοιτητών. ΑΝΤ. γενικεύω (2) ● Παθ.: εξειδικεύομαι: αποκτώ ειδικές γνώσεις σε κάποιον επιστημονικό κλάδο ή σε κάποιο επάγγελμα και τις εφαρμόζω στην πράξη: Εταιρεία που ~εται σε τεχνοοικονομικά προγράμματα. Γιατρός ~θείσα (: που ~τηκε) στη λαπαροσκοπική χειρουργική. ● βλ. εξειδικευμένος [< γαλλ. spécialiser]
16818εξεικονίζω[ἐξεικονίζω] ε-ξει-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξεικόνι-σα} (λόγ.): αναπαριστώ, απεικονίζω κάτι: Εικαστικό έργο που ~ει τους στοχασμούς του δημιουργού του. [< μτγν. ἐξεικονίζω]
16819εξεικόνιση[ἐξεικόνιση] ε-ξει-κό-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εξεικονισμός (ο) (λόγ.): αναπαράσταση, απεικόνιση: εικαστική/ζωγραφική/ρεαλιστική ~. ~ σκέψεων. [< μεσν. εξεικόνισις· μτγν. ἐξεικονισμός]
16820εξείχεβλ. εξέχει
16821εξέλ([ἐξέλ] ε-ξέλ ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό γενικής χρήσης για υπολογιστικά φύλλα, κατάλληλο για ανάλυση και χειρισμό αριθμητικών κυρ. δεδομένων. Βλ. πάουερ πόιντ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Excel, 1985 < ρ. excel ‘υπερέχω, ξεχωρίζω’]
16822εξέλαση[ἐξέλαση] ε-ξέ-λα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. έλαση. [< πβ. αρχ. ἐξέλασις 'εκδίωξη, εκστρατεία']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.