| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16815 | εξειδικευμένος | , η, ο [ἐξειδικευμένος] ε-ξει-δι-κευ-μέ-νος επίθ.: που έχει εκπαιδευτεί και αποκτήσει ειδικές γνώσεις σε κάποιον τομέα και γενικότ. που ειδικεύεται σε κάτι ή αφορά κάτι ειδικό: ~ος: γιατρός/επιστήμονας/τεχνικός. ~ο: προσωπικό. ~οι: μηχανικοί. ~α: συνεργεία. ~ στον τομέα/στον χώρο της ...|| ~ος: έλεγχος (πβ. ενδελεχής)/εξοπλισμός. ~η: αναζήτηση/βιβλιογραφία/γνώση/έρευνα/εταιρεία/εφαρμογή/λύση/τεχνολογία. ~ο: κατάστημα/σεμινάριο/σύστημα. ~ες: δεξιότητες/εργασίες/λειτουργίες/μελέτες/σπουδές/υπηρεσίες. ~α: εργαστήρια/τμήματα. ● βλ. εξειδικεύω [< γαλλ. specialisé] | |
| 16816 | εξειδίκευση | [ἐξειδίκευση] ε-ξει-δί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση ειδικών γνώσεων σε μια επιστήμη, τέχνη ή σε ένα επάγγελμα και η έμπρακτη εφαρμογή τους: επαγγελματική/επιστημονική/μεταπτυχιακή ~. Επιμόρφωση και ~. Μετεκπαίδευση ή ~ σπουδών. Πιστοποιητικό ~ης. Οικονομολόγοι με διαφορετικές ~εύσεις. Βλ. ειδικότητα. ΣΥΝ. ειδίκευση 2. διαδικασία κατά την οποία κάτι γίνεται πιο συγκεκριμένο ή ειδικό: ~ κριτηρίων/προτάσεων/στόχων. Εταιρεία με ~ στο γυναικείο/νεανικό/σπορ ρούχο. ΑΝΤ. γενίκευση (1) [< γαλλ. spécialisation] | |
| 16817 | εξειδικεύω | [ἐξειδικεύω] ε-ξει-δι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξειδίκευ-σε, -σει, -τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος, -μένος, -θείς, -οντας} ΣΥΝ. ειδικεύω 1. παρέχω σε κάποιον ειδικές γνώσεις σχετικά με ένα επάγγελμα ή με έναν επιστημονικό τομέα. 2. μετατρέπω κάτι γενικό σε πιο συγκεκριμένο και ειδικό: ~ το ερώτημά μου. Εφαρμοστικός νόμος που ~ει τα μέτρα. Μαθήματα που ~ουν τα ενδιαφέροντα των φοιτητών. ΑΝΤ. γενικεύω (2) ● Παθ.: εξειδικεύομαι: αποκτώ ειδικές γνώσεις σε κάποιον επιστημονικό κλάδο ή σε κάποιο επάγγελμα και τις εφαρμόζω στην πράξη: Εταιρεία που ~εται σε τεχνοοικονομικά προγράμματα. Γιατρός ~θείσα (: που ~τηκε) στη λαπαροσκοπική χειρουργική. ● βλ. εξειδικευμένος [< γαλλ. spécialiser] | |
| 16818 | εξεικονίζω | [ἐξεικονίζω] ε-ξει-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξεικόνι-σα} (λόγ.): αναπαριστώ, απεικονίζω κάτι: Εικαστικό έργο που ~ει τους στοχασμούς του δημιουργού του. [< μτγν. ἐξεικονίζω] | |
| 16819 | εξεικόνιση | [ἐξεικόνιση] ε-ξει-κό-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εξεικονισμός (ο) (λόγ.): αναπαράσταση, απεικόνιση: εικαστική/ζωγραφική/ρεαλιστική ~. ~ σκέψεων. [< μεσν. εξεικόνισις· μτγν. ἐξεικονισμός] | |
| 16820 | εξείχε | βλ. εξέχει | |
| 16821 | εξέλ | ([ἐξέλ] ε-ξέλ ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό γενικής χρήσης για υπολογιστικά φύλλα, κατάλληλο για ανάλυση και χειρισμό αριθμητικών κυρ. δεδομένων. Βλ. πάουερ πόιντ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Excel, 1985 < ρ. excel ‘υπερέχω, ξεχωρίζω’] | |
| 16822 | εξέλαση | [ἐξέλαση] ε-ξέ-λα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. έλαση. [< πβ. αρχ. ἐξέλασις 'εκδίωξη, εκστρατεία'] | |
| 16823 | εξελεγκτικός | , ή, ό [ἐξελεγκτικός] ε-ξε-λε-γκτι-κός επίθ. (επίσ.): (συνήθ. για επιτροπή) που έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της εξέλεγξης: ~ό: όργανο/συμβούλιο. | |
| 16824 | εξέλεγξη | [ἐξέλεγξη] ε-ξέ-λεγ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): λεπτομερής έλεγχος, εξαντλητική έρευνα στοιχείων: ~ λογαριασμών/πιστώσεων/πληροφοριών. | |
| 16825 | εξελέγχω | [ἐξελέγχω] ε-ξε-λέγ-χω ρ. (μτβ.) {εξήλεγξα, εξελέγ-χθηκε, -μένος} (επίσ.): ελέγχω ή ερευνώ κάτι εξονυχιστικά, λεπτομερώς, εξαντλητικά: Ο πρόεδρος ~ει την περιουσία του Σωματείου. Στοιχεία πιστοποιημένα και ~μένα από ελεγκτές. [< αρχ. ἐξελέγχω ‘ανασκευάζω, εξακριβώνω’] | |
| 16826 | εξέλθω | βλ. εξέρχομαι | |
| 16827 | εξελιγμένος | , η, ο [ἐξελιγμένος] ε-ξε-λιγ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει εξελιχθεί, βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης: ~η: μέθοδος/τεχνική. ~ο: μοντέλο. Τεχνολογικά ~ πολιτισμός. Κράτη με ~η οικονομία. Πλούσιες και ~ες χώρες. Πβ. αναπτυ-, προη-γμένος.|| (ΒΙΟΛ.) Τα πιο ~α είδη (: σύνθετες μορφές ζωής) του ζωικού βασιλείου/πλανήτη. 2. προοδευτικός, μοντέρνος: δάσκαλος με ~ες ιδέες, χωρίς ταμπού. Πβ. προωθημένος. ΑΝΤ. απαρχαιωμένος, παρωχημένος ● βλ. εξελίσσομαι [< γαλλ. évolué] | |
| 16828 | εξελικτικός | , ή, ό [ἐξελικτικός] ε-ξε-λι-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εξέλιξη ενός γεγονότος, φαινομένου, προσώπου ή ειδικότ. με τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών: ~ή: διαδικασία. ~ά: στάδια. Η ~ή πορεία της τεχνολογίας. Oι ~ές φάσεις της ελληνικής γλώσσας. ΑΝΤ. στάσιμος.|| ~ή: βιολογία. ● επίρρ.: εξελικτικά ● ΣΥΜΠΛ.: εξελικτική ψυχολογία & αναπτυξιακή ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. κλάδος που ασχολείται με τη σωματική, γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του ανθρώπου από την αρχή της ζωής του μέχρι και το τέλος της εφηβικής του ηλικίας. Πβ. αναπτυξιολογία. Βλ. γενετική ψυχολογία. [< αγγλ. developmental psychology] | |
| 16829 | εξελικτισμός | [ἐξελικτισμός] ε-ξε-λι-κτι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. η θεωρία της εξέλιξης. Πβ. μεταμορφισμός. 2. ΑΝΘΡΩΠ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία που υποστηρίζει ότι κάθε πολιτισμός αποτελεί το σταθερό αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. évolutionnisme, αγγλ. evolutionism] | |
| 16830 | εξελικτιστής | [ἐξελικτιστής] ε-ξε-λι-κτι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του εξελικτισμού. [< [< γαλλ. évolutionniste, αγγλ. evolutionist] | |
| 16831 | εξέλιξη | [ἐξέλιξη] ε-ξέ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. διαδοχικά στάδια αλλαγής μιας κατάστασης, ενός φαινομένου: αλματώδης/ανέλπιστη/απρόβλεπτη/αργή/αρνητική/ άσχημη/γρήγορη/δραματική/δυναμική/ενθαρρυντική/εντυπωσιακή/επιθυμητή/ηθική/θετική/ικανοποιητική/ιστορική/ομαλή/πνευματική/προοδευτική/σταδιακή/σταθερή ~. ~ της ασθένειας/των διαπραγματεύσεων/της δράσης/του πολέμου/μιας σχέσης. Παρακολουθώ την ~ της υγείας του ασθενούς. Ιστορικό/πορεία/ρυθμός ~ης. Βρισκόμαστε σε κρίσιμη φάση ~ης. Πβ. ροή. ΑΝΤ. στασιμότητα.|| (ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσική/σημασιολογική ~. (ΦΙΛΟΣ.) Δημιουργική ~. 2. (ειδικότ.) πορεία βελτίωσης, μετάβασης σε πιο σύνθετες μορφές, πρόοδος: η ~ της γλώσσας/της επιστήμης/της κοινωνίας/του πολιτισμού/της τεχνολογίας. Ο αιώνας/η εποχή της ~ης. Πβ. ανάπτυξη. Βλ. μετ~. 3. άνοδος στον επαγγελματικό κυρ. τομέα, ανέλιξη: βαθμολογική/προσωπική ~. ~ μελών ΔΕΠ/προσωπικού. ~ σε ανώτερη βαθμίδα (πβ. προαγωγή). ~ στην ιεραρχία της εταιρείας. Άμεση προοπτική ~ης. Παρέχονται ικανοποιητικός μισθός, δυνατότητες ~ης, φιλικό εργασιακό περιβάλλον. Είναι νέος ακόμα, έχει περιθώρια ~ης. Βλ. καριέρα, σταδιοδρομία. 4. ΒΙΟΛ. προοδευτικός μετασχηματισμός ενός ζωντανού οργανισμού κατά την πάροδο του γεωλογικού χρόνου που καταλήγει στην εμφάνιση νέων ειδών: νόμοι της ~ης. ● εξελίξεις (οι): νέα γεγονότα που μεταβάλλουν δεδομένη κατάσταση, συνθήκες: διεθνείς/επερχόμενες/εσωτερικές/κοινωνικές/κρίσιμες/νέες/οικονομικές/πολιτικές/πολιτιστικές/πρόσφατες/ραγδαίες/σημαντικές/τελευταίες/τρέχουσες ~. ~ και τάσεις. ~ στο θέμα του ... Εν αναμονή/εν μέσω ~ίξεων. Εβδομάδα ~ίξεων. Στη δίνη/στο επίκεντρο/στην πρώτη γραμμή των ~ίξεων. Ο πρωθυπουργός παρακολουθεί από κοντά τις ~. Ενημερωθείτε για όλες τις ~. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία της εξέλιξης: ΒΙΟΛ. σύνολο θεωριών που ερμηνεύουν την εξέλιξη των ειδών μέσω παραλλαγών ή τυχαίων μεταλλάξεων και βάσει της φυσικής επιλογής. Πβ. εξελικτισμός. Βλ. δαρβιν-, λαμαρκ-ισμός., γενετική εξέλιξη βλ. γενετικός ● ΦΡ.: σε εξέλιξη & (λόγ.) εν εξελίξει: σε διαδικασία συνεχούς μεταβολής με στόχο την ολοκλήρωση: έργα ~ ~ (: υπό κατασκευή). Αγώνες/διαγωνισμοί/εργασίες/προγράμματα ~ ~. ~ ~ οι εκλογές/πυρκαγιές/οι συζητήσεις για ... Σε πλήρη ~ βρίσκεται η επιχείρηση διάσωσης. [< μτγν. ἐξέλιξις, γαλλ. évolution, développement, αγγλ. evolution, development] | |
| 16832 | εξελίξιμος | , η, ο [ἐξελίξιμος] ε-ξε-λί-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εξελιχθεί ή να προοδεύσει, που επιδέχεται βελτίωση: νέος/ταλαντούχος και ~ ηθοποιός. Συνεχής και ~η διαδικασία. Δυναμικά και ~α στελέχη επιχειρήσεων. [< αγγλ. evolvable] | |
| 16833 | εξελιξιμότητα | [ἐξελιξιμότητα] ε-ξε-λι-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξελίξιμου, δυνατότητα εξέλιξης: μορφωτική/πνευματική ~. Η ~ της νόσου. Η ~ ενός νεαρού παίκτη. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. evolvability, γαλλ. évolutivité, 1958] | |
| 16835 | εξέλκωση | [ἐξέλκωση] ε-ξέλ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εμφάνιση έλκους στο δέρμα ή σε βλεννογόνο: ~ στα πόδια. Η ~ των ούλων. ~ώσεις και φλεγμονές του στόματος. [< μτγν. ἐξέλκωσις, γαλλ. ulcération] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ