| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16823 | εξελεγκτικός | , ή, ό [ἐξελεγκτικός] ε-ξε-λε-γκτι-κός επίθ. (επίσ.): (συνήθ. για επιτροπή) που έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της εξέλεγξης: ~ό: όργανο/συμβούλιο. | |
| 16824 | εξέλεγξη | [ἐξέλεγξη] ε-ξέ-λεγ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): λεπτομερής έλεγχος, εξαντλητική έρευνα στοιχείων: ~ λογαριασμών/πιστώσεων/πληροφοριών. | |
| 16825 | εξελέγχω | [ἐξελέγχω] ε-ξε-λέγ-χω ρ. (μτβ.) {εξήλεγξα, εξελέγ-χθηκε, -μένος} (επίσ.): ελέγχω ή ερευνώ κάτι εξονυχιστικά, λεπτομερώς, εξαντλητικά: Ο πρόεδρος ~ει την περιουσία του Σωματείου. Στοιχεία πιστοποιημένα και ~μένα από ελεγκτές. [< αρχ. ἐξελέγχω ‘ανασκευάζω, εξακριβώνω’] | |
| 16826 | εξέλθω | βλ. εξέρχομαι | |
| 16827 | εξελιγμένος | , η, ο [ἐξελιγμένος] ε-ξε-λιγ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει εξελιχθεί, βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης: ~η: μέθοδος/τεχνική. ~ο: μοντέλο. Τεχνολογικά ~ πολιτισμός. Κράτη με ~η οικονομία. Πλούσιες και ~ες χώρες. Πβ. αναπτυ-, προη-γμένος.|| (ΒΙΟΛ.) Τα πιο ~α είδη (: σύνθετες μορφές ζωής) του ζωικού βασιλείου/πλανήτη. 2. προοδευτικός, μοντέρνος: δάσκαλος με ~ες ιδέες, χωρίς ταμπού. Πβ. προωθημένος. ΑΝΤ. απαρχαιωμένος, παρωχημένος ● βλ. εξελίσσομαι [< γαλλ. évolué] | |
| 16828 | εξελικτικός | , ή, ό [ἐξελικτικός] ε-ξε-λι-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εξέλιξη ενός γεγονότος, φαινομένου, προσώπου ή ειδικότ. με τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών: ~ή: διαδικασία. ~ά: στάδια. Η ~ή πορεία της τεχνολογίας. Oι ~ές φάσεις της ελληνικής γλώσσας. ΑΝΤ. στάσιμος.|| ~ή: βιολογία. ● επίρρ.: εξελικτικά ● ΣΥΜΠΛ.: εξελικτική ψυχολογία & αναπτυξιακή ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. κλάδος που ασχολείται με τη σωματική, γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του ανθρώπου από την αρχή της ζωής του μέχρι και το τέλος της εφηβικής του ηλικίας. Πβ. αναπτυξιολογία. Βλ. γενετική ψυχολογία. [< αγγλ. developmental psychology] | |
| 16829 | εξελικτισμός | [ἐξελικτισμός] ε-ξε-λι-κτι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. η θεωρία της εξέλιξης. Πβ. μεταμορφισμός. 2. ΑΝΘΡΩΠ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία που υποστηρίζει ότι κάθε πολιτισμός αποτελεί το σταθερό αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. évolutionnisme, αγγλ. evolutionism] | |
| 16830 | εξελικτιστής | [ἐξελικτιστής] ε-ξε-λι-κτι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του εξελικτισμού. [< [< γαλλ. évolutionniste, αγγλ. evolutionist] | |
| 16831 | εξέλιξη | [ἐξέλιξη] ε-ξέ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. διαδοχικά στάδια αλλαγής μιας κατάστασης, ενός φαινομένου: αλματώδης/ανέλπιστη/απρόβλεπτη/αργή/αρνητική/ άσχημη/γρήγορη/δραματική/δυναμική/ενθαρρυντική/εντυπωσιακή/επιθυμητή/ηθική/θετική/ικανοποιητική/ιστορική/ομαλή/πνευματική/προοδευτική/σταδιακή/σταθερή ~. ~ της ασθένειας/των διαπραγματεύσεων/της δράσης/του πολέμου/μιας σχέσης. Παρακολουθώ την ~ της υγείας του ασθενούς. Ιστορικό/πορεία/ρυθμός ~ης. Βρισκόμαστε σε κρίσιμη φάση ~ης. Πβ. ροή. ΑΝΤ. στασιμότητα.|| (ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσική/σημασιολογική ~. (ΦΙΛΟΣ.) Δημιουργική ~. 2. (ειδικότ.) πορεία βελτίωσης, μετάβασης σε πιο σύνθετες μορφές, πρόοδος: η ~ της γλώσσας/της επιστήμης/της κοινωνίας/του πολιτισμού/της τεχνολογίας. Ο αιώνας/η εποχή της ~ης. Πβ. ανάπτυξη. Βλ. μετ~. 3. άνοδος στον επαγγελματικό κυρ. τομέα, ανέλιξη: βαθμολογική/προσωπική ~. ~ μελών ΔΕΠ/προσωπικού. ~ σε ανώτερη βαθμίδα (πβ. προαγωγή). ~ στην ιεραρχία της εταιρείας. Άμεση προοπτική ~ης. Παρέχονται ικανοποιητικός μισθός, δυνατότητες ~ης, φιλικό εργασιακό περιβάλλον. Είναι νέος ακόμα, έχει περιθώρια ~ης. Βλ. καριέρα, σταδιοδρομία. 4. ΒΙΟΛ. προοδευτικός μετασχηματισμός ενός ζωντανού οργανισμού κατά την πάροδο του γεωλογικού χρόνου που καταλήγει στην εμφάνιση νέων ειδών: νόμοι της ~ης. ● εξελίξεις (οι): νέα γεγονότα που μεταβάλλουν δεδομένη κατάσταση, συνθήκες: διεθνείς/επερχόμενες/εσωτερικές/κοινωνικές/κρίσιμες/νέες/οικονομικές/πολιτικές/πολιτιστικές/πρόσφατες/ραγδαίες/σημαντικές/τελευταίες/τρέχουσες ~. ~ και τάσεις. ~ στο θέμα του ... Εν αναμονή/εν μέσω ~ίξεων. Εβδομάδα ~ίξεων. Στη δίνη/στο επίκεντρο/στην πρώτη γραμμή των ~ίξεων. Ο πρωθυπουργός παρακολουθεί από κοντά τις ~. Ενημερωθείτε για όλες τις ~. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία της εξέλιξης: ΒΙΟΛ. σύνολο θεωριών που ερμηνεύουν την εξέλιξη των ειδών μέσω παραλλαγών ή τυχαίων μεταλλάξεων και βάσει της φυσικής επιλογής. Πβ. εξελικτισμός. Βλ. δαρβιν-, λαμαρκ-ισμός., γενετική εξέλιξη βλ. γενετικός ● ΦΡ.: σε εξέλιξη & (λόγ.) εν εξελίξει: σε διαδικασία συνεχούς μεταβολής με στόχο την ολοκλήρωση: έργα ~ ~ (: υπό κατασκευή). Αγώνες/διαγωνισμοί/εργασίες/προγράμματα ~ ~. ~ ~ οι εκλογές/πυρκαγιές/οι συζητήσεις για ... Σε πλήρη ~ βρίσκεται η επιχείρηση διάσωσης. [< μτγν. ἐξέλιξις, γαλλ. évolution, développement, αγγλ. evolution, development] | |
| 16832 | εξελίξιμος | , η, ο [ἐξελίξιμος] ε-ξε-λί-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εξελιχθεί ή να προοδεύσει, που επιδέχεται βελτίωση: νέος/ταλαντούχος και ~ ηθοποιός. Συνεχής και ~η διαδικασία. Δυναμικά και ~α στελέχη επιχειρήσεων. [< αγγλ. evolvable] | |
| 16833 | εξελιξιμότητα | [ἐξελιξιμότητα] ε-ξε-λι-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξελίξιμου, δυνατότητα εξέλιξης: μορφωτική/πνευματική ~. Η ~ της νόσου. Η ~ ενός νεαρού παίκτη. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. evolvability, γαλλ. évolutivité, 1958] | |
| 16834 | εξελίσσομαι | [ἐξελίσσομαι] ε-ξε-λίσ-σο-μαι ρ. (μτβ.) {εξελί-χθηκα, -χθεί, -γμένος, εξελισσ-όμενος, -οντας} 1. υφίσταμαι εξέλιξη, μεταβάλλομαι ή αναπτύσσομαι σταδιακά, συνήθ. προς το καλύτερο: Η κατάσταση ~εται απρόβλεπτα/αρνητικά/άσχημα/γρήγορα/διαρκώς/δραματικά/δυναμικά/θετικά/ικανοποιητικά/ταχύτατα. Ομαλά ~εται η υγεία του ασθενούς. Tα γεγονότα ~χθηκαν διαφορετικά απ' ό,τι περιμέναμε. Ραγδαία ~όμενος τομέας (ΣΥΝ. δυναμικός, ΑΝΤ. στατικός). Πβ. αλλάζω.|| (+ σε) Η συζήτηση ~χθηκε σε καβγά. Η μικρή χώρα ~χθηκε σε (= έγινε) σημαντική οικονομική δύναμη. Πβ. μετατρέπομαι.|| Ωριμάζω και ~ ως άνθρωπος. Η επιστήμη/η τεχνολογία ~εται με ταχύτατους ρυθμούς. Πβ. πάω/πηγαίνω μπροστά, προκόβω, προοδεύω, προχωρώ. ΑΝΤ. παρακμάζω 2. ανέρχομαι στην επαγγελματική κυρ. ιεραρχία: ~ βαθμολογικά. ~χθηκε γρήγορα χάρη στις ικανότητές του. Πβ. ανελίσσομαι, προάγομαι. ● εξελίσσω {εξέλι-ξα, εξελίσσ-οντας} (σπανιότ.): μεταβάλλω προς το καλύτερο, βελτιώνω: ~ τις δεξιότητές/τη θεωρία/τις μεθόδους/το ταλέντο/την τεχνική μου. Γεγονός που ~ει την πλοκή (: στη μυθοπλασία). Η εταιρεία θα ~ξει το μοντέλο/το προϊόν/την τεχνολογία της/τις υπηρεσίες της (ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές). Πβ. τελειοποιώ. ● βλ. εξελιγμένος [< μτγν. ἐξελίσσω, γαλλ. évoluer, αγγλ. evolve] | |
| 16835 | εξέλκωση | [ἐξέλκωση] ε-ξέλ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εμφάνιση έλκους στο δέρμα ή σε βλεννογόνο: ~ στα πόδια. Η ~ των ούλων. ~ώσεις και φλεγμονές του στόματος. [< μτγν. ἐξέλκωσις, γαλλ. ulcération] | |
| 16836 | εξελληνίζω | [ἐξελληνίζω] ε-ξελ-λη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξελλήνι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} 1. δίνω σε κάποιον ή κάτι ελληνικά χαρακτηριστικά, προσαρμόζω στον ελληνικό πολιτισμό ή τρόπο ζωής: Μειονότητα που ~στηκε και αφομοιώθηκε. ~σμένος: πληθυσμός. ΑΝΤ. αφελληνίζω 2. προσαρμόζω ξένες λέξεις στο σύστημα της ελληνικής γλώσσας, μεταφράζω στα Ελληνικά: ~ αγγλικούς όρους. ~σμένη: ονομασία. ~σμένα: τοπωνύμια (πβ. ελληνοποιώ).|| ~ εκπαιδευτικό λογισμικό. [< μτγν. ἐξελληνίζω ‘κάνω ελληνικό, δίνω ελληνική μορφή’] | |
| 16837 | εξελληνισμός | [ἐξελληνισμός] ε-ξελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξελληνίζω: ~ περιοχών/πόλεων. ΑΝΤ. αφελληνισμός.|| ~ ονομάτων (βλ μετάφραση).|| ~ λογισμικού. Βλ. -ισμός. [< μεσν. εξελληνισμός] | |
| 16838 | εξελόφυλλο | [ἐξελόφυλλο] ε-ξε-λό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. λογιστικό φύλλο. ΣΥΝ. φύλλο εργασίας (1) [< αμερικ. Excel sheet] | |
| 16839 | εξεμάνη | βλ. μαίνομαι | |
| 16840 | εξεμώ | [ἐξεμῶ] ε-ξε-μώ ρ. (μτβ.) {εξεμ-είς ... | εξέμε-σε (λογιότ. εξήμεσε)} (λόγ.) 1. (μτφ.) εξαπολύω, εκτοξεύω: ~σε ύβρεις και χυδαιότητες (πβ. εκστομίζω)/όλη του τη χολή εναντίον ... 2. (σπάν.) κάνω εμετό. Πβ. ξερνώ. [< 2: αρχ. ἐξεμῶ] | |
| 16841 | εξεναντίας | [ἐξεναντίας] ε-ξε-να-ντί-ας επίρρ. (παρωχ.): αντίθετα, απεναντίας. [< αρχ. ἐξ ἐναντίας, γαλλ. par contre] | |
| 16842 | εξεπίτηδες | [ἐξεπίτηδες] ε-ξε-πί-τη-δες επίρρ. & ξεπίτηδες (λαϊκό): επίτηδες, σκόπιμα. [< αρχ. ἐξεπίτηδες] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ