| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16836 | εξελληνίζω | [ἐξελληνίζω] ε-ξελ-λη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξελλήνι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} 1. δίνω σε κάποιον ή κάτι ελληνικά χαρακτηριστικά, προσαρμόζω στον ελληνικό πολιτισμό ή τρόπο ζωής: Μειονότητα που ~στηκε και αφομοιώθηκε. ~σμένος: πληθυσμός. ΑΝΤ. αφελληνίζω 2. προσαρμόζω ξένες λέξεις στο σύστημα της ελληνικής γλώσσας, μεταφράζω στα Ελληνικά: ~ αγγλικούς όρους. ~σμένη: ονομασία. ~σμένα: τοπωνύμια (πβ. ελληνοποιώ).|| ~ εκπαιδευτικό λογισμικό. [< μτγν. ἐξελληνίζω ‘κάνω ελληνικό, δίνω ελληνική μορφή’] | |
| 16837 | εξελληνισμός | [ἐξελληνισμός] ε-ξελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξελληνίζω: ~ περιοχών/πόλεων. ΑΝΤ. αφελληνισμός.|| ~ ονομάτων (βλ μετάφραση).|| ~ λογισμικού. Βλ. -ισμός. [< μεσν. εξελληνισμός] | |
| 16838 | εξελόφυλλο | [ἐξελόφυλλο] ε-ξε-λό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. λογιστικό φύλλο. ΣΥΝ. φύλλο εργασίας (1) [< αμερικ. Excel sheet] | |
| 16839 | εξεμάνη | βλ. μαίνομαι | |
| 16840 | εξεμώ | [ἐξεμῶ] ε-ξε-μώ ρ. (μτβ.) {εξεμ-είς ... | εξέμε-σε (λογιότ. εξήμεσε)} (λόγ.) 1. (μτφ.) εξαπολύω, εκτοξεύω: ~σε ύβρεις και χυδαιότητες (πβ. εκστομίζω)/όλη του τη χολή εναντίον ... 2. (σπάν.) κάνω εμετό. Πβ. ξερνώ. [< 2: αρχ. ἐξεμῶ] | |
| 16841 | εξεναντίας | [ἐξεναντίας] ε-ξε-να-ντί-ας επίρρ. (παρωχ.): αντίθετα, απεναντίας. [< αρχ. ἐξ ἐναντίας, γαλλ. par contre] | |
| 16842 | εξεπίτηδες | [ἐξεπίτηδες] ε-ξε-πί-τη-δες επίρρ. & ξεπίτηδες (λαϊκό): επίτηδες, σκόπιμα. [< αρχ. ἐξεπίτηδες] | |
| 16843 | εξεπιτούτου | [ἐξεπιτούτου] ε-ξε-πι-τού-του επίρρ. (λαϊκό): επί τούτου, επίτηδες. | |
| 16844 | εξεπλάγη | βλ. εκπλήσσω | |
| 16845 | εξέπλευσε | βλ. εκπλέω | |
| 16846 | εξέπληξα | βλ. εκπλήσσω | |
| 16847 | εξεργασία | [ἐξεργασία] ε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη όγκου ή εμφάνιση άλλης παθολογικής κατάστασης στον οργανισμό: διηθητική/κακοήθης/καλοήθης/νεοπλασματική/φλεγμονώδης ~. [< πβ. μτγν. ἐξεργασία ‘πραγματοποίηση’, γαλλ. prolifération] | |
| 16848 | έξεργος | , η, ο [ἔξεργος] έ-ξερ-γος επίθ. (λόγ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (συνήθ. για ανάγλυφο) που προεξέχει έντονα από την επιφάνεια στην οποία έχει φιλοτεχνηθεί: ~ο: διακοσμητικό μοτίβο. ~α: φωτοστέφανα (: σε αγιογραφία). || (σε νομίσματα): έξω από την κεντρική παράσταση. ΣΥΝ. έκτυπος (1) ΑΝΤ. πρόστυπος [< γαλλ.- αγγλ. exergue < λατ. exergum < ἐξ + ἔργον] | |
| 16849 | εξερεύνηση | [ἐξερεύνηση] ε-ξε-ρεύ-νη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του εξερευνώ: διαστημική ~. ~ πλανητών/φαραγγιών. ~ του βυθού/του δάσους. Αποστολή ~ης και χαρτογράφησης σπηλαίου. Διαδρομές και ~ήσεις. Οι μεγάλες ~ήσεις. Βλ. ιστο~.|| (κατ' επέκτ.) ~ ενός θέματος/του υποσυνείδητου (βλ. ενδοσκόπηση, ψυχανάλυση)/της ψυχής. Πβ. εξέταση, έρευνα, μελέτη. [< μτγν. ἐξερεύνησις ‘διερεύνηση’] | |
| 16850 | εξερευνητής | [ἐξερευνητής] ε-ξε-ρευ-νη-τής ουσ. (αρσ.) , εξερευνήτρια (η): πρόσωπο που εξερευνά άγνωστες περιοχές της Γης ή του Διαστήματος: θαλασσοπόρος/περιηγητής και ~. ~ και ορειβάτης/φυσιοδίφης. ~ές του βυθού/του Σύμπαντος (βλ. αστροναύτης).|| (κατ' επέκτ.) ~ της ανθρώπινης φύσης. Πβ. ερευν-, μελετ-ητής. [< γαλλ. explorateur] | |
| 16851 | εξερευνητικός | , ή, ό [ἐξερευνητικός] ε-ξε-ρευ-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εξερευνητή ή την εξερεύνηση: ~ή: αποστολή/πτήση. ~ό: διαστημικό όχημα. ~ό ταξίδι σε ορεινές περιοχές. [< μτγν. ἐξερευνητικός, γαλλ. exploratoire] | |
| 16852 | εξερευνώ | [ἐξερευνῶ] ε-ξε-ρευ-νώ ρ. (μτβ.) {εξερευν-άς ... | εξερεύν-ησα, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: περιηγούμαι και εξετάζω έναν άγνωστο τόπο, συνήθ. για να ανακαλύψω καινούργια στοιχεία σχετικά με αυτόν: Πλανήτης που δεν έχει ~ηθεί. Οικισμοί που έχουν ~ηθεί ανασκαφικά. ~ημένα: σπήλαια (ΑΝΤ. ανεξερεύνητα).|| (κατ' επέκτ., για αφηρημένη έννοια:) Επιχειρεί να ~ήσει τη σχέση μουσικής και χορού. Πβ. (δι)ερευνώ, μελετώ. [< αρχ. ἐξερευνῶ, γαλλ. explorer] | |
| 16853 | εξερράγη | βλ. εκρήγνυται | |
| 16854 | εξέρχομαι | [ἐξέρχομαι] ε-ξέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {εξήλθε, εξέλθει, μτχ. ενεστ. εξερχόμενος} (λόγ.) 1. βγαίνω από κάπου: ~ από το κατάστημα. (λογιότ.) Ο ασθενής εξήλθε του νοσοκομείου. ΑΝΤ. εισέρχομαι (1), μπαίνω (1) 2. (μτφ.) περνώ, βγαίνω από μια κατάσταση, διαδικασία: Υποψήφιος που εξήλθε νικητής από την ψηφοφορία. ● ΦΡ.: εξέρχομαι της υπηρεσίας βλ. υπηρεσία [< 1: αρχ. ἐξέρχομαι] | |
| 16855 | εξερχόμενος | , η, ο [ἐξερχόμενος] ε-ξερ-χό-με-νος επίθ. ΑΝΤ. εισερχόμενος 1. που βγαίνει από κάποιον χώρο ή κάποιο σύστημα: ~ος: αέρας/τουρισμός. ~ο: ρεύμα. ~οι: επιβάτες. ~ες: πτήσεις.|| ~η: (ηλεκτρονική) αλληλογραφία/σύνδεση. ~ο: σήμα. ~ες: κλήσεις. ~α: έγγραφα/ιμέιλ/(γραπτά) μηνύματα/πακέτα (δεδομένων).|| (ως ουσ.) ~ από τα αποδυτήρια/το νοσοκομείο. (λόγ.) ~ της κλινικής/της οικίας. 2. που βγαίνει από ορισμένη κατάσταση: χώρα ~η από βαθιά κρίση/τον πόλεμο. 3. (επίσ.) που ολοκληρώνει τη θητεία του ή αποφοιτά: ~ος: πρόεδρος (ΣΥΝ. απερχόμενος). ~οι: φοιτητές.|| (ως ουσ.) Οι ~οι από τη σχολή (πβ. απόφοιτος, πτυχιούχος). ● Ουσ.: εξερχόμενα (τα) {-ων (λόγ.) -ένων}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. -ΠΛΗΡΟΦ. έγγραφα ή ηλεκτρονικά μηνύματα που στέλνει πρόσωπο ή υπηρεσία σε έναν ή περισσότερους παραλήπτες· ο χώρος αποθήκευσης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων: διαχείριση ~ων. Τήρηση αρχείου/ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου εισερχομένων και ~ένων.|| (προφ.) Το ιμέιλ έμεινε στα ~. ΑΝΤ. εισερχόμενα [< αγγλ. output, 1948, outbox] [< αρχ. ἐξερχόμενος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ