| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16843 | εξεπιτούτου | [ἐξεπιτούτου] ε-ξε-πι-τού-του επίρρ. (λαϊκό): επί τούτου, επίτηδες. | |
| 16844 | εξεπλάγη | βλ. εκπλήσσω | |
| 16845 | εξέπλευσε | βλ. εκπλέω | |
| 16846 | εξέπληξα | βλ. εκπλήσσω | |
| 16847 | εξεργασία | [ἐξεργασία] ε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη όγκου ή εμφάνιση άλλης παθολογικής κατάστασης στον οργανισμό: διηθητική/κακοήθης/καλοήθης/νεοπλασματική/φλεγμονώδης ~. [< πβ. μτγν. ἐξεργασία ‘πραγματοποίηση’, γαλλ. prolifération] | |
| 16848 | έξεργος | , η, ο [ἔξεργος] έ-ξερ-γος επίθ. (λόγ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (συνήθ. για ανάγλυφο) που προεξέχει έντονα από την επιφάνεια στην οποία έχει φιλοτεχνηθεί: ~ο: διακοσμητικό μοτίβο. ~α: φωτοστέφανα (: σε αγιογραφία). || (σε νομίσματα): έξω από την κεντρική παράσταση. ΣΥΝ. έκτυπος (1) ΑΝΤ. πρόστυπος [< γαλλ.- αγγλ. exergue < λατ. exergum < ἐξ + ἔργον] | |
| 16849 | εξερεύνηση | [ἐξερεύνηση] ε-ξε-ρεύ-νη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του εξερευνώ: διαστημική ~. ~ πλανητών/φαραγγιών. ~ του βυθού/του δάσους. Αποστολή ~ης και χαρτογράφησης σπηλαίου. Διαδρομές και ~ήσεις. Οι μεγάλες ~ήσεις. Βλ. ιστο~.|| (κατ' επέκτ.) ~ ενός θέματος/του υποσυνείδητου (βλ. ενδοσκόπηση, ψυχανάλυση)/της ψυχής. Πβ. εξέταση, έρευνα, μελέτη. [< μτγν. ἐξερεύνησις ‘διερεύνηση’] | |
| 16850 | εξερευνητής | [ἐξερευνητής] ε-ξε-ρευ-νη-τής ουσ. (αρσ.) , εξερευνήτρια (η): πρόσωπο που εξερευνά άγνωστες περιοχές της Γης ή του Διαστήματος: θαλασσοπόρος/περιηγητής και ~. ~ και ορειβάτης/φυσιοδίφης. ~ές του βυθού/του Σύμπαντος (βλ. αστροναύτης).|| (κατ' επέκτ.) ~ της ανθρώπινης φύσης. Πβ. ερευν-, μελετ-ητής. [< γαλλ. explorateur] | |
| 16851 | εξερευνητικός | , ή, ό [ἐξερευνητικός] ε-ξε-ρευ-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εξερευνητή ή την εξερεύνηση: ~ή: αποστολή/πτήση. ~ό: διαστημικό όχημα. ~ό ταξίδι σε ορεινές περιοχές. [< μτγν. ἐξερευνητικός, γαλλ. exploratoire] | |
| 16852 | εξερευνώ | [ἐξερευνῶ] ε-ξε-ρευ-νώ ρ. (μτβ.) {εξερευν-άς ... | εξερεύν-ησα, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: περιηγούμαι και εξετάζω έναν άγνωστο τόπο, συνήθ. για να ανακαλύψω καινούργια στοιχεία σχετικά με αυτόν: Πλανήτης που δεν έχει ~ηθεί. Οικισμοί που έχουν ~ηθεί ανασκαφικά. ~ημένα: σπήλαια (ΑΝΤ. ανεξερεύνητα).|| (κατ' επέκτ., για αφηρημένη έννοια:) Επιχειρεί να ~ήσει τη σχέση μουσικής και χορού. Πβ. (δι)ερευνώ, μελετώ. [< αρχ. ἐξερευνῶ, γαλλ. explorer] | |
| 16853 | εξερράγη | βλ. εκρήγνυται | |
| 16854 | εξέρχομαι | [ἐξέρχομαι] ε-ξέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {εξήλθε, εξέλθει, μτχ. ενεστ. εξερχόμενος} (λόγ.) 1. βγαίνω από κάπου: ~ από το κατάστημα. (λογιότ.) Ο ασθενής εξήλθε του νοσοκομείου. ΑΝΤ. εισέρχομαι (1), μπαίνω (1) 2. (μτφ.) περνώ, βγαίνω από μια κατάσταση, διαδικασία: Υποψήφιος που εξήλθε νικητής από την ψηφοφορία. ● ΦΡ.: εξέρχομαι της υπηρεσίας βλ. υπηρεσία [< 1: αρχ. ἐξέρχομαι] | |
| 16855 | εξερχόμενος | , η, ο [ἐξερχόμενος] ε-ξερ-χό-με-νος επίθ. ΑΝΤ. εισερχόμενος 1. που βγαίνει από κάποιον χώρο ή κάποιο σύστημα: ~ος: αέρας/τουρισμός. ~ο: ρεύμα. ~οι: επιβάτες. ~ες: πτήσεις.|| ~η: (ηλεκτρονική) αλληλογραφία/σύνδεση. ~ο: σήμα. ~ες: κλήσεις. ~α: έγγραφα/ιμέιλ/(γραπτά) μηνύματα/πακέτα (δεδομένων).|| (ως ουσ.) ~ από τα αποδυτήρια/το νοσοκομείο. (λόγ.) ~ της κλινικής/της οικίας. 2. που βγαίνει από ορισμένη κατάσταση: χώρα ~η από βαθιά κρίση/τον πόλεμο. 3. (επίσ.) που ολοκληρώνει τη θητεία του ή αποφοιτά: ~ος: πρόεδρος (ΣΥΝ. απερχόμενος). ~οι: φοιτητές.|| (ως ουσ.) Οι ~οι από τη σχολή (πβ. απόφοιτος, πτυχιούχος). ● Ουσ.: εξερχόμενα (τα) {-ων (λόγ.) -ένων}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. -ΠΛΗΡΟΦ. έγγραφα ή ηλεκτρονικά μηνύματα που στέλνει πρόσωπο ή υπηρεσία σε έναν ή περισσότερους παραλήπτες· ο χώρος αποθήκευσης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων: διαχείριση ~ων. Τήρηση αρχείου/ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου εισερχομένων και ~ένων.|| (προφ.) Το ιμέιλ έμεινε στα ~. ΑΝΤ. εισερχόμενα [< αγγλ. output, 1948, outbox] [< αρχ. ἐξερχόμενος] | |
| 16856 | εξετάζω | [ἐξετάζω] ε-ξε-τά-ζω ρ. (μτβ.) {εξέτα-σα, -στηκα κ. -σθηκα, -στώ κ. -σθώ, μτχ. εξεταζ-όμενος, εξετα-σμένος, εξετάζ-οντας} 1. μελετώ, ερευνώ: ~ αίτημα/καταγγελία/πρόβλημα/πρόταση/σχέδιο/υπόθεση/φαινόμενο. Δεν ~ ποιος φταίει. Το άρθρο ~ει αναλυτικά/εξονυχιστικά/επισταμένα/λεπτομερώς το θέμα (πβ. πραγματεύομαι). ~ουμε την πιθανότητα λάθους. Αποφασίσαμε, αφού πρώτα ~σαμε όλα τα δεδομένα. Κλήθηκε ειδική επιτροπή να ~σει τα αίτια του ατυχήματος. ~ονται οι συνέπειες της κρίσης. Η αίτησή σας/έφεση θα ~στεί. Κάθε περίπτωση θα ~στεί ξεχωριστά. Πβ. αναλύω. Βλ. συν~. 2. ελέγχω, παρατηρώ, επιθεωρώ με προσοχή: ~ το εμπόρευμα/την ποιότητα (των παρεχόμενων υπηρεσιών). ~ κάτι βιαστικά/επίμονα/προσεκτικά. Με ~σε από την κορυφή ως τα νύχια/με το βλέμμα. Πβ. περιεργάζομαι. 3. ελέγχω τις γνώσεις, την ικανότητα, την επίδοση κάποιου: Οι διαγωνιζόμενοι/οι μαθητές ~ονται γραπτά/προφορικά. Οι υποψήφιοι θα ~στούν στη Φυσική. ~όμενη: ύλη. ~όμενα: μαθήματα.|| (ως ουσ.) Οι ~όμενοι κατανέμονται στις αίθουσες. Βλ. αξιολογώ. 4. ελέγχω ιατρικά ή γενικότ. επιστημονικά την κατάσταση της υγείας ενός οργανισμού: Ο γιατρός ~ει τους ασθενείς (πβ. ακροάζομαι, βλέπω, κοιτάζω). Το δείγμα θα ~στεί στο εργαστήριο. ~ομαι κάθε μήνα (πβ. κάνω τσεκάπ). Έχω ραντεβού να ~στώ από καρδιολόγο. 5. υποβάλλω ερωτήσεις, ανακρίνω: ~ κάποιον κατ' αντιπαράσταση. Το δικαστήριο ~σε τους διαδίκους/τον κατηγορούμενο. Θα ~στεί ως ύποπτος. [< 1,2: αρχ. ἐξετάζω, 3,4,5: γαλλ. examiner] | |
| 16857 | εξέταση | [ἐξέταση] ε-ξέ-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. έλεγχος των γνώσεων, της ικανότητας, της επίδοσης μαθητή ή υποψηφίου σε κάποιο θέμα, κάποιον τομέα: γραπτή/προφορική ~ μαθήματος (βλ. διαγώνισμα, τεστ). Απολυτήριες/εισαγωγικές (για το πανεπιστήμιο)/επαναληπτικές/προαγωγικές/πτυχιακές ~άσεις. ~ για άδεια ασκήσεως επαγγέλματος/δίπλωμα (οδήγησης). ~άσεις πιστοποίησης ελληνομάθειας. Απέτυχε/απορρίφθηκε/κόπηκε/πέρασε/πέτυχε στις ~άσεις. Έχω/δίνω ~άσεις. Εισαγωγή άνευ ~άσεων σε ΑΕΙ. Βλ. αξιολόγηση, βαθμολόγηση, δοκιμασία. Βλ. προ~.|| (κατ' επέκτ.) Όλοι δίνουμε ~άσεις και κρινόμαστε καθημερινά. 2. μελέτη, έρευνα: αναλυτική/διεξοδική/εξονυχιστική/επισταμένη ~. ~ αιτήματος/αίτησης/αιτίων/δεδομένων/ζητήματος/περίπτωσης/πρότασης/σχεδίου/φαινομένου. ~ των επιπτώσεων ενός έργου στο περιβάλλον. ~ του ενδεχομένου/της πιθανότητας να ... Υπό ~. Ο αρθρογράφος καταγίνεται με την ~ (σε βάθος) του θεσμού του … (πβ. πραγμάτευση). Ο εισαγγελέας θα προβεί σε ~ της καταγγελίας. Πβ. ανάλυση. Βλ. συν~. 3. ιατρικός και γενικότ. επιστημονικός έλεγχος της κατάστασης της υγείας ενός οργανισμού: ανώδυνη/γυναικολογική/επώδυνη/καρδιολογική/μικροσκοπική/τοξικολογική/ψυχιατρική ~. ~ ασθενούς. ~ DNA/σπέρματος. Γενική ~ ούρων. Κλινική ~ με ψηλάφηση. Γενετικές/διαγνωστικές/εργαστηριακές/παρακλινικές/προληπτικές ~άσεις. Τα αποτελέσματα των ~άσεων. Πέρασε από/υποβάλλεται σε ~άσεις. Έκανε ~άσεις για προληπτικούς λόγους. Πβ. τσεκάπ. 4. προσεκτικός έλεγχος, παρατήρηση: βιαστική/λεπτομερής/σύντομη ~ αντικειμένου/της ποιότητας (του νερού)/προϊόντος. Βλητική/επιτόπια ~ του χώρου. Πβ. επιθεώρηση. Βλ. αυτο~. 5. (επίσ.) υποβολή ερωτήσεων από αρμόδιο όργανο για την εύρεση της αλήθειας, ανάκριση: ένορκη/κατ΄αντιπαράσταση ~. ~ διαδίκου/κατηγορουμένου/μάρτυρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ιερά Εξέταση 1. ΙΣΤ. δικαστήριο και γενικότ. θεσμός της Ρωμαιοκαθολικής Eκκλησίας για τον δογματικό έλεγχο των αιρέσεων και τη δίωξη των αιρετικών, μέσα από τη διαδικασία της ανάκρισης, των βασανιστηρίων και των ποινών. 2. (μτφ.) πολύ αυστηρή δοκιμασία (ιδ. εξεταζομένου), ανάκριση. [< λατ. Inquisitio] , βαλλιστική εξέταση βλ. βαλλιστικός, Ένορκη Διοικητική Εξέταση βλ. ένορκος, εξέταση/ανάλυση/τεστ αίματος βλ. αίμα, κατατακτήριες εξετάσεις βλ. κατατακτήριος, πανελλαδικές/πανελλήνιες (εξετάσεις) βλ. πανελλαδικός, προκαταρκτική εξέταση βλ. προκαταρκτικός, φυσική εξέταση βλ. φυσικός [< 1,2: αρχ. ἐξέτασις 3,4,5: γαλλ. examen] | |
| 16858 | εξεταστέος | , α, ο [ἐξεταστέος] ε-ξε-τα-στέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να εξεταστεί: ~ο: μάθημα. Βλ. διδακτέος, -τέος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξεταστέα ύλη: το γνωστικό περιεχόμενο ενός μαθήματος στο οποίο πρέπει να εξεταστεί κάποιος. [< αρχ. ἐξεταστέον] | |
| 16859 | εξεταστήριο | [ἐξεταστήριο] ε-ξε-τα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. χώρος σε νοσοκομείο ή ιατρείο όπου γίνονται ιατρικές εξετάσεις: γυναικολογικό/παιδιατρικό ~. Το ~ της κλινικής. 2. εξεταστικό κέντρο. Βλ. -τήριο. [< πβ. μτγν. ἐξεταστήριον ‘γραφείο του ελεγκτή των δημοσίων δαπανών’] | |
| 16860 | εξεταστής | [ἐξεταστής] ε-ξε-τα-στής ουσ. (αρσ.), εξετάστρια (η): πρόσωπο που αξιολογεί την επίδοση υποψηφίων σε εξετάσεις: ~ές οδήγησης. ~ές-βαθμολογητές. ~τρια και διορθώτρια. Βλ. ιερο~, συν~.|| (ως επίθ.) ~ καθηγητής. Πβ. αξιολογητής. [< αρχ. ἐξεταστής ‘ανακριτής, ελεγκτής των δημοσίων δαπανών’, γαλλ. examinateur] | |
| 16861 | εξεταστικοκεντρικός | , ή, ό [ἐξεταστικοκεντρικός] ε-ξε-τα-στι-κο-κε-ντρι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που έχει ως επίκεντρο, στόχο τις εξετάσεις: ~ό: εκπαιδευτικό σύστημα. Βλ. -κεντρικός. | |
| 16862 | εξεταστικός | , ή, ό [ἐξεταστικός] ε-ξε-τα-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με εξετάσεις: ~ό: σύστημα. Το διδακτικό και το ~ό έργο των καθηγητών. 2. ερευνητικός, παρατηρητικός: ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. Πβ. διερευνητικός. ● επίρρ.: εξεταστικά: στη σημ. 2: Με κοιτούσε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εξεταστική περίοδος & (προφ.) εξεταστική: χρονικό διάστημα κατά το οποίο διενεργούνται οι εξετάσεις κυρ. των φοιτητών, σπουδαστών: ~ ~ Ιανουαρίου/Ιουνίου/Σεπτεμβρίου., εξεταστικό κέντρο: χώρος όπου οι υποψήφιοι δίνουν εξετάσεις. Πβ. εξεταστήριο., εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή [< αρχ. ἐξεταστικός ‘ικανός να εξακριβώνει, κατάλληλος για έρευνα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ