Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17720-17740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16863εξέταστρα[ἐξέταστρα] ε-ξέ-τα-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -άστρων}: χρηματικό ποσό που καταβάλλει υποψήφιος, προκειμένου να συμμετάσχει σε εξετάσεις, συνήθ. για δίπλωμα ξένης γλώσσας. Βλ. δίδακτρα.
16864εξέτεινεβλ. εκτείνω
16865εξέτισεβλ. εκτίω
16866εξετράπηβλ. εκτρέπω
16867εξευγενίζω[ἐξευγενίζω] ε-ξευ-γε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξευγένι-σε, εξευγενί-στηκε, -στεί, -σμένος, εξευγενίζ-οντας} 1. καλλιεργώ πνευματικά και ηθικά: Η μουσική/παιδεία ~ει τα ήθη/την ψυχή. Ιδανικά που ~ουν τον άνθρωπο. ~σμένοι: τρόποι (= εκλεπτυσμένοι). Πβ. εκπολιτίζω, εξανθρωπίζω. ΑΝΤ. εκβαρβαρίζω 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. βελτιώνω κάτι ποιοτικά μέσω συγκεκριμένων μεθόδων: ~σμένο: ελαιόλαδο (βλ. ραφιναρισμένος). ~σμένα: προϊόντα (δημητριακών/πετρελαίου). [< μτγν. ἐξευγενίζω ‘κάνω κάποιον ελεύθερο και ευγενή, βελτιώνω’, γαλλ. ennoblir]
16868εξευγενισμός[ἐξευγενισμός] ε-ξευ-γε-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. καλλιέργεια πνευματικών αξιών και ηθικών αρχών: ~ του ανθρώπου/του πνεύματος/της ψυχής. Πβ. εκλέπτυνση, εκπολιτ-, εξανθρωπ-ισμός. ΑΝΤ. εκβαρβαρισμός 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ποιοτική βελτίωση προϊόντος με χρήση ορισμένων τεχνικών: ~ ελαίων. Βλ. ραφινάρισμα. [< πβ. μτγν. ἐξευγενισμός 'εκφυλισμός', γαλλ. ennoblissement]
16869εξευμενίζω[ἐξευμενίζω] ε-ξευ-με-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξευμένι-σα, εξευμενί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξευμενίζ-οντας} : κάνω κάποιον ευμενή, ευνοϊκό απέναντί μου, μειώνοντας την οργή του· κατευνάζω τον θυμό του: (στην αρχαιότητα) Εξευμένιζαν τους θεούς με προσφορές και θυσίες. Πβ. εξιλεώνω.|| Προσπαθεί να τον ~σει (= καλοπιάσει). [< μτγν. ἐξευμενίζω]
16870εξευμενισμός[ἐξευμενισμός] ε-ξευ-με-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & εξευμένιση (η) (λόγ.): κατευνασμός της οργής κάποιου, με σκοπό τη μεταβολή της στάσης του: ~ του θείου(/του Θεού). Απόπειρα/πολιτική ~ού της αντίπαλης πλευράς. Πβ. εξιλασμός, εξιλέωση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξευμενισμός]
16871εξευμενιστικός, ή, ό [ἐξευμενιστικός] ε-ξευ-με-νι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στον εξευμενισμό: ~ές: προσφορές. ΣΥΝ. εξιλεωτικός ● επίρρ.: εξευμενιστικά
16872εξεύρεση[ἐξεύρεση] ε-ξεύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εύρεση: ~ απασχόλησης/κατοικίας. ~ κεφαλαίων/πόρων (: εξοικονόμηση). Γραφεία ~ης εργασίας. Πβ. εξασφάλιση.|| ~ λύσης. Πβ. επινόηση. [< αρχ. ἐξεύρεσις ‘ανακάλυψη, αναζήτηση’]
16873εξευρίσκω[ἐξευρίσκω] ε-ξευ-ρί-σκω ρ. (μτβ.) {εξευρ-έθη (σπανιότ. εξευρέθηκε), -εθεί, εξευρίσκ-οντας} (λόγ.): βρίσκω κάτι ύστερα από επίπονη προσπάθεια: Είναι ανάγκη να ~εθούν χρήματα (πβ. εξασφαλίζω, εξοικονομώ). ~οντας πόρους και χορηγίες. Γίνεται προσπάθεια να ~εθεί λύση. [< αρχ. ἐξευρίσκω]
16874εξευρωπαΐζω[ἐξευρωπαΐζω] ε-ξευ-ρω-πα-ΐ-ζω ρ. (μτβ.) {εξευρωπάι-σε, -σει, εξευρωπαΐ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, εξευρωπαϊ-στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (συνήθ. θετ. συνυποδ.): εναρμονίζω κάτι με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, δίνω σε κάποιον ευρωπαϊκή παιδεία, τον εξοικειώνω με την ευρωπαϊκή νοοτροπία: Κράτος που επεδίωξε να ~στεί. ~σμένοι: διανοούμενοι. Βλ. εκσυγχρονίζω, εξαμερικανίζω, εξελληνίζω. [< γερμ. europäisieren, γαλλ. européaniser]
16875εξευρωπαϊσμός[ἐξευρωπαϊσμός] ε-ξευ-ρω-πα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξευρωπαΐζω: ~ της δημόσιας πολιτικής/του δικαίου. ~ και εκδημοκρατισμός της χώρας. [< γερμ. Europäisierung, γαλλ. européanisation, 1906]
16876εξευτελίζω[ἐξευτελίζω] ε-ξευ-τε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξευτέλι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξευτελίζ-οντας} ΣΥΝ. ξεφτιλίζω 1. προσβάλλω την αξιοπρέπεια, θίγω την υπόληψη κάποιου· αποκαλύπτω τις αδυναμίες προσώπου ή πράγματος, κυρ. μέσω της υπεροχής μου: ~ουν το όνομά/την προσωπικότητά τους. Στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων και δεν ~στηκα. Έχει ~στεί δημόσια.|| ~σαν τον αντίπαλο/τα μέτρα ασφαλείας. Πβ. ατιμάζω, διασύρω, ντροπιάζω, ρεζιλεύω, ταπεινώνω. 2. υποβαθμίζω, υποτιμώ κάτι: Η βία ~ει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. ~ουν τη νοημοσύνη μας. Έχουν ~σει κάθε έννοια δικαίου. Πβ. υποβιβάζω. ● Μτχ.: εξευτελισμένος , η, ο & (προφ.) ξεφτιλισμένος 1. (για πρόσ.) που έχει διασυρθεί, τιποτένιος: ντροπιασμένος/ταπεινωμένος και ~. ~ και γελοιοποιημένος.|| (ως ουσ., υβριστ.) Δεν ντρέπεστε, βρε ξεφτιλισμένοι! ΣΥΝ. ξεφτίλας 2. υποβαθμισμένος, ευτελής: ~ο: πολιτικό σύστημα. [< μτγν. ἐξευτελίζω]
16877εξευτελισμός[ἐξευτελισμός] ε-ξευ-τε-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εξευτελίζω: δημόσιος/έσχατος ~. ~ του θύματος/των κρατουμένων. Ξυλοδαρμοί και ~οί. Πβ. διασυρμός, ξεφτίλα, ταπείνωση. Βλ. αυτο~.|| ~ των θεσμών/του κράτους. Πβ. υπο-βάθμιση, -βιβασμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξευτελισμός ‘απαξίωση, περιφρόνηση’]
16878εξευτελιστικός, ή, ό [ἐξευτελιστικός] ε-ξευ-τε-λι-στι-κός επίθ. 1. που οδηγεί στον εξευτελισμό, προσβλητικός: ~ός: αποκλεισμός. ~ή: ήττα/μεταχείριση. ~ή συμπεριφορά σε βάρος ... Συνθήκες διαβίωσης απάνθρωπες και ~ές. Πβ. ατιμωτ-, μειωτ-, ταπεινωτ-ικός. 2. (για ποσό) που είναι υπερβολικά χαμηλό: ~ός: μισθός. ~ή: αύξηση. ~ές: αποζημιώσεις/συντάξεις. Πώληση προϊόντων σε ~ές τιμές. Πβ. ευτελής. ● επίρρ.: εξευτελιστικά
16879εξέχει[ἐξέχει] ε-ξέ-χει ρ. (αμτβ.) {εξείχε, εξείχαν (παρατ. που χρησιμοποιείται κ. ως αόρ.)}: σχηματίζει προεξοχή σε επιφάνεια ή ευθεία: Βράχος που ~ από τη θάλασσα. Ρίζες φυτού που εξείχαν από το έδαφος. Πβ. προ~. [< αρχ. ἐξέχω ‘προεξέχω, διαπρέπω’]
16881έξη[ἕξη] έ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) : ισχυρή συνήθεια που έχει αποκτηθεί με τη διαρκή επανάληψη: η ~ του αλκοόλ/του καπνίσματος/της χρήσης ναρκωτικών. Πάθη που γίνονται έξεις. Πβ. εθισμός, εξάρτηση. Βλ. μέθεξη. ● ΦΡ.: καθ' έξιν 1. (λόγ.) που γίνεται από συνήθεια: ~ ~ κατανάλωση καφεΐνης.|| (καταχρ.) ~ ~ δολοφόνος (= κατά συρροή). 2. ΙΑΤΡ. για επαναλαμβανόμενη παθολογική κατάσταση: ~ ~ αποβολές., έξις, δευτέρα φύσις βλ. φύση [< αρχ. ἕξις]
16882εξήγαγεβλ. εξάγω
16883εξήγγειλεβλ. εξαγγέλλω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.