| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16856 | εξετάζω | [ἐξετάζω] ε-ξε-τά-ζω ρ. (μτβ.) {εξέτα-σα, -στηκα κ. -σθηκα, -στώ κ. -σθώ, μτχ. εξεταζ-όμενος, εξετα-σμένος, εξετάζ-οντας} 1. μελετώ, ερευνώ: ~ αίτημα/καταγγελία/πρόβλημα/πρόταση/σχέδιο/υπόθεση/φαινόμενο. Δεν ~ ποιος φταίει. Το άρθρο ~ει αναλυτικά/εξονυχιστικά/επισταμένα/λεπτομερώς το θέμα (πβ. πραγματεύομαι). ~ουμε την πιθανότητα λάθους. Αποφασίσαμε, αφού πρώτα ~σαμε όλα τα δεδομένα. Κλήθηκε ειδική επιτροπή να ~σει τα αίτια του ατυχήματος. ~ονται οι συνέπειες της κρίσης. Η αίτησή σας/έφεση θα ~στεί. Κάθε περίπτωση θα ~στεί ξεχωριστά. Πβ. αναλύω. Βλ. συν~. 2. ελέγχω, παρατηρώ, επιθεωρώ με προσοχή: ~ το εμπόρευμα/την ποιότητα (των παρεχόμενων υπηρεσιών). ~ κάτι βιαστικά/επίμονα/προσεκτικά. Με ~σε από την κορυφή ως τα νύχια/με το βλέμμα. Πβ. περιεργάζομαι. 3. ελέγχω τις γνώσεις, την ικανότητα, την επίδοση κάποιου: Οι διαγωνιζόμενοι/οι μαθητές ~ονται γραπτά/προφορικά. Οι υποψήφιοι θα ~στούν στη Φυσική. ~όμενη: ύλη. ~όμενα: μαθήματα.|| (ως ουσ.) Οι ~όμενοι κατανέμονται στις αίθουσες. Βλ. αξιολογώ. 4. ελέγχω ιατρικά ή γενικότ. επιστημονικά την κατάσταση της υγείας ενός οργανισμού: Ο γιατρός ~ει τους ασθενείς (πβ. ακροάζομαι, βλέπω, κοιτάζω). Το δείγμα θα ~στεί στο εργαστήριο. ~ομαι κάθε μήνα (πβ. κάνω τσεκάπ). Έχω ραντεβού να ~στώ από καρδιολόγο. 5. υποβάλλω ερωτήσεις, ανακρίνω: ~ κάποιον κατ' αντιπαράσταση. Το δικαστήριο ~σε τους διαδίκους/τον κατηγορούμενο. Θα ~στεί ως ύποπτος. [< 1,2: αρχ. ἐξετάζω, 3,4,5: γαλλ. examiner] | |
| 16857 | εξέταση | [ἐξέταση] ε-ξέ-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. έλεγχος των γνώσεων, της ικανότητας, της επίδοσης μαθητή ή υποψηφίου σε κάποιο θέμα, κάποιον τομέα: γραπτή/προφορική ~ μαθήματος (βλ. διαγώνισμα, τεστ). Απολυτήριες/εισαγωγικές (για το πανεπιστήμιο)/επαναληπτικές/προαγωγικές/πτυχιακές ~άσεις. ~ για άδεια ασκήσεως επαγγέλματος/δίπλωμα (οδήγησης). ~άσεις πιστοποίησης ελληνομάθειας. Απέτυχε/απορρίφθηκε/κόπηκε/πέρασε/πέτυχε στις ~άσεις. Έχω/δίνω ~άσεις. Εισαγωγή άνευ ~άσεων σε ΑΕΙ. Βλ. αξιολόγηση, βαθμολόγηση, δοκιμασία. Βλ. προ~.|| (κατ' επέκτ.) Όλοι δίνουμε ~άσεις και κρινόμαστε καθημερινά. 2. μελέτη, έρευνα: αναλυτική/διεξοδική/εξονυχιστική/επισταμένη ~. ~ αιτήματος/αίτησης/αιτίων/δεδομένων/ζητήματος/περίπτωσης/πρότασης/σχεδίου/φαινομένου. ~ των επιπτώσεων ενός έργου στο περιβάλλον. ~ του ενδεχομένου/της πιθανότητας να ... Υπό ~. Ο αρθρογράφος καταγίνεται με την ~ (σε βάθος) του θεσμού του … (πβ. πραγμάτευση). Ο εισαγγελέας θα προβεί σε ~ της καταγγελίας. Πβ. ανάλυση. Βλ. συν~. 3. ιατρικός και γενικότ. επιστημονικός έλεγχος της κατάστασης της υγείας ενός οργανισμού: ανώδυνη/γυναικολογική/επώδυνη/καρδιολογική/μικροσκοπική/τοξικολογική/ψυχιατρική ~. ~ ασθενούς. ~ DNA/σπέρματος. Γενική ~ ούρων. Κλινική ~ με ψηλάφηση. Γενετικές/διαγνωστικές/εργαστηριακές/παρακλινικές/προληπτικές ~άσεις. Τα αποτελέσματα των ~άσεων. Πέρασε από/υποβάλλεται σε ~άσεις. Έκανε ~άσεις για προληπτικούς λόγους. Πβ. τσεκάπ. 4. προσεκτικός έλεγχος, παρατήρηση: βιαστική/λεπτομερής/σύντομη ~ αντικειμένου/της ποιότητας (του νερού)/προϊόντος. Βλητική/επιτόπια ~ του χώρου. Πβ. επιθεώρηση. Βλ. αυτο~. 5. (επίσ.) υποβολή ερωτήσεων από αρμόδιο όργανο για την εύρεση της αλήθειας, ανάκριση: ένορκη/κατ΄αντιπαράσταση ~. ~ διαδίκου/κατηγορουμένου/μάρτυρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ιερά Εξέταση 1. ΙΣΤ. δικαστήριο και γενικότ. θεσμός της Ρωμαιοκαθολικής Eκκλησίας για τον δογματικό έλεγχο των αιρέσεων και τη δίωξη των αιρετικών, μέσα από τη διαδικασία της ανάκρισης, των βασανιστηρίων και των ποινών. 2. (μτφ.) πολύ αυστηρή δοκιμασία (ιδ. εξεταζομένου), ανάκριση. [< λατ. Inquisitio] , βαλλιστική εξέταση βλ. βαλλιστικός, Ένορκη Διοικητική Εξέταση βλ. ένορκος, εξέταση/ανάλυση/τεστ αίματος βλ. αίμα, κατατακτήριες εξετάσεις βλ. κατατακτήριος, πανελλαδικές/πανελλήνιες (εξετάσεις) βλ. πανελλαδικός, προκαταρκτική εξέταση βλ. προκαταρκτικός, φυσική εξέταση βλ. φυσικός [< 1,2: αρχ. ἐξέτασις 3,4,5: γαλλ. examen] | |
| 16858 | εξεταστέος | , α, ο [ἐξεταστέος] ε-ξε-τα-στέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να εξεταστεί: ~ο: μάθημα. Βλ. διδακτέος, -τέος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξεταστέα ύλη: το γνωστικό περιεχόμενο ενός μαθήματος στο οποίο πρέπει να εξεταστεί κάποιος. [< αρχ. ἐξεταστέον] | |
| 16859 | εξεταστήριο | [ἐξεταστήριο] ε-ξε-τα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. χώρος σε νοσοκομείο ή ιατρείο όπου γίνονται ιατρικές εξετάσεις: γυναικολογικό/παιδιατρικό ~. Το ~ της κλινικής. 2. εξεταστικό κέντρο. Βλ. -τήριο. [< πβ. μτγν. ἐξεταστήριον ‘γραφείο του ελεγκτή των δημοσίων δαπανών’] | |
| 16860 | εξεταστής | [ἐξεταστής] ε-ξε-τα-στής ουσ. (αρσ.), εξετάστρια (η): πρόσωπο που αξιολογεί την επίδοση υποψηφίων σε εξετάσεις: ~ές οδήγησης. ~ές-βαθμολογητές. ~τρια και διορθώτρια. Βλ. ιερο~, συν~.|| (ως επίθ.) ~ καθηγητής. Πβ. αξιολογητής. [< αρχ. ἐξεταστής ‘ανακριτής, ελεγκτής των δημοσίων δαπανών’, γαλλ. examinateur] | |
| 16861 | εξεταστικοκεντρικός | , ή, ό [ἐξεταστικοκεντρικός] ε-ξε-τα-στι-κο-κε-ντρι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που έχει ως επίκεντρο, στόχο τις εξετάσεις: ~ό: εκπαιδευτικό σύστημα. Βλ. -κεντρικός. | |
| 16862 | εξεταστικός | , ή, ό [ἐξεταστικός] ε-ξε-τα-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με εξετάσεις: ~ό: σύστημα. Το διδακτικό και το ~ό έργο των καθηγητών. 2. ερευνητικός, παρατηρητικός: ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. Πβ. διερευνητικός. ● επίρρ.: εξεταστικά: στη σημ. 2: Με κοιτούσε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εξεταστική περίοδος & (προφ.) εξεταστική: χρονικό διάστημα κατά το οποίο διενεργούνται οι εξετάσεις κυρ. των φοιτητών, σπουδαστών: ~ ~ Ιανουαρίου/Ιουνίου/Σεπτεμβρίου., εξεταστικό κέντρο: χώρος όπου οι υποψήφιοι δίνουν εξετάσεις. Πβ. εξεταστήριο., εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή [< αρχ. ἐξεταστικός ‘ικανός να εξακριβώνει, κατάλληλος για έρευνα’] | |
| 16863 | εξέταστρα | [ἐξέταστρα] ε-ξέ-τα-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -άστρων}: χρηματικό ποσό που καταβάλλει υποψήφιος, προκειμένου να συμμετάσχει σε εξετάσεις, συνήθ. για δίπλωμα ξένης γλώσσας. Βλ. δίδακτρα. | |
| 16864 | εξέτεινε | βλ. εκτείνω | |
| 16865 | εξέτισε | βλ. εκτίω | |
| 16866 | εξετράπη | βλ. εκτρέπω | |
| 16868 | εξευγενισμός | [ἐξευγενισμός] ε-ξευ-γε-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. καλλιέργεια πνευματικών αξιών και ηθικών αρχών: ~ του ανθρώπου/του πνεύματος/της ψυχής. Πβ. εκλέπτυνση, εκπολιτ-, εξανθρωπ-ισμός. ΑΝΤ. εκβαρβαρισμός 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ποιοτική βελτίωση προϊόντος με χρήση ορισμένων τεχνικών: ~ ελαίων. Βλ. ραφινάρισμα. [< πβ. μτγν. ἐξευγενισμός 'εκφυλισμός', γαλλ. ennoblissement] | |
| 16869 | εξευμενίζω | [ἐξευμενίζω] ε-ξευ-με-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξευμένι-σα, εξευμενί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξευμενίζ-οντας} : κάνω κάποιον ευμενή, ευνοϊκό απέναντί μου, μειώνοντας την οργή του· κατευνάζω τον θυμό του: (στην αρχαιότητα) Εξευμένιζαν τους θεούς με προσφορές και θυσίες. Πβ. εξιλεώνω.|| Προσπαθεί να τον ~σει (= καλοπιάσει). [< μτγν. ἐξευμενίζω] | |
| 16870 | εξευμενισμός | [ἐξευμενισμός] ε-ξευ-με-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & εξευμένιση (η) (λόγ.): κατευνασμός της οργής κάποιου, με σκοπό τη μεταβολή της στάσης του: ~ του θείου(/του Θεού). Απόπειρα/πολιτική ~ού της αντίπαλης πλευράς. Πβ. εξιλασμός, εξιλέωση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξευμενισμός] | |
| 16871 | εξευμενιστικός | , ή, ό [ἐξευμενιστικός] ε-ξευ-με-νι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στον εξευμενισμό: ~ές: προσφορές. ΣΥΝ. εξιλεωτικός ● επίρρ.: εξευμενιστικά | |
| 16872 | εξεύρεση | [ἐξεύρεση] ε-ξεύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εύρεση: ~ απασχόλησης/κατοικίας. ~ κεφαλαίων/πόρων (: εξοικονόμηση). Γραφεία ~ης εργασίας. Πβ. εξασφάλιση.|| ~ λύσης. Πβ. επινόηση. [< αρχ. ἐξεύρεσις ‘ανακάλυψη, αναζήτηση’] | |
| 16873 | εξευρίσκω | [ἐξευρίσκω] ε-ξευ-ρί-σκω ρ. (μτβ.) {εξευρ-έθη (σπανιότ. εξευρέθηκε), -εθεί, εξευρίσκ-οντας} (λόγ.): βρίσκω κάτι ύστερα από επίπονη προσπάθεια: Είναι ανάγκη να ~εθούν χρήματα (πβ. εξασφαλίζω, εξοικονομώ). ~οντας πόρους και χορηγίες. Γίνεται προσπάθεια να ~εθεί λύση. [< αρχ. ἐξευρίσκω] | |
| 16874 | εξευρωπαΐζω | [ἐξευρωπαΐζω] ε-ξευ-ρω-πα-ΐ-ζω ρ. (μτβ.) {εξευρωπάι-σε, -σει, εξευρωπαΐ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, εξευρωπαϊ-στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (συνήθ. θετ. συνυποδ.): εναρμονίζω κάτι με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, δίνω σε κάποιον ευρωπαϊκή παιδεία, τον εξοικειώνω με την ευρωπαϊκή νοοτροπία: Κράτος που επεδίωξε να ~στεί. ~σμένοι: διανοούμενοι. Βλ. εκσυγχρονίζω, εξαμερικανίζω, εξελληνίζω. [< γερμ. europäisieren, γαλλ. européaniser] | |
| 16875 | εξευρωπαϊσμός | [ἐξευρωπαϊσμός] ε-ξευ-ρω-πα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξευρωπαΐζω: ~ της δημόσιας πολιτικής/του δικαίου. ~ και εκδημοκρατισμός της χώρας. [< γερμ. Europäisierung, γαλλ. européanisation, 1906] | |
| 16876 | εξευτελίζω | [ἐξευτελίζω] ε-ξευ-τε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξευτέλι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξευτελίζ-οντας} ΣΥΝ. ξεφτιλίζω 1. προσβάλλω την αξιοπρέπεια, θίγω την υπόληψη κάποιου· αποκαλύπτω τις αδυναμίες προσώπου ή πράγματος, κυρ. μέσω της υπεροχής μου: ~ουν το όνομά/την προσωπικότητά τους. Στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων και δεν ~στηκα. Έχει ~στεί δημόσια.|| ~σαν τον αντίπαλο/τα μέτρα ασφαλείας. Πβ. ατιμάζω, διασύρω, ντροπιάζω, ρεζιλεύω, ταπεινώνω. 2. υποβαθμίζω, υποτιμώ κάτι: Η βία ~ει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. ~ουν τη νοημοσύνη μας. Έχουν ~σει κάθε έννοια δικαίου. Πβ. υποβιβάζω. ● Μτχ.: εξευτελισμένος , η, ο & (προφ.) ξεφτιλισμένος 1. (για πρόσ.) που έχει διασυρθεί, τιποτένιος: ντροπιασμένος/ταπεινωμένος και ~. ~ και γελοιοποιημένος.|| (ως ουσ., υβριστ.) Δεν ντρέπεστε, βρε ξεφτιλισμένοι! ΣΥΝ. ξεφτίλας 2. υποβαθμισμένος, ευτελής: ~ο: πολιτικό σύστημα. [< μτγν. ἐξευτελίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ