Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17740-17760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16877εξευτελισμός[ἐξευτελισμός] ε-ξευ-τε-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εξευτελίζω: δημόσιος/έσχατος ~. ~ του θύματος/των κρατουμένων. Ξυλοδαρμοί και ~οί. Πβ. διασυρμός, ξεφτίλα, ταπείνωση. Βλ. αυτο~.|| ~ των θεσμών/του κράτους. Πβ. υπο-βάθμιση, -βιβασμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξευτελισμός ‘απαξίωση, περιφρόνηση’]
16878εξευτελιστικός, ή, ό [ἐξευτελιστικός] ε-ξευ-τε-λι-στι-κός επίθ. 1. που οδηγεί στον εξευτελισμό, προσβλητικός: ~ός: αποκλεισμός. ~ή: ήττα/μεταχείριση. ~ή συμπεριφορά σε βάρος ... Συνθήκες διαβίωσης απάνθρωπες και ~ές. Πβ. ατιμωτ-, μειωτ-, ταπεινωτ-ικός. 2. (για ποσό) που είναι υπερβολικά χαμηλό: ~ός: μισθός. ~ή: αύξηση. ~ές: αποζημιώσεις/συντάξεις. Πώληση προϊόντων σε ~ές τιμές. Πβ. ευτελής. ● επίρρ.: εξευτελιστικά
16879εξέχει[ἐξέχει] ε-ξέ-χει ρ. (αμτβ.) {εξείχε, εξείχαν (παρατ. που χρησιμοποιείται κ. ως αόρ.)}: σχηματίζει προεξοχή σε επιφάνεια ή ευθεία: Βράχος που ~ από τη θάλασσα. Ρίζες φυτού που εξείχαν από το έδαφος. Πβ. προ~. [< αρχ. ἐξέχω ‘προεξέχω, διαπρέπω’]
16881έξη[ἕξη] έ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) : ισχυρή συνήθεια που έχει αποκτηθεί με τη διαρκή επανάληψη: η ~ του αλκοόλ/του καπνίσματος/της χρήσης ναρκωτικών. Πάθη που γίνονται έξεις. Πβ. εθισμός, εξάρτηση. Βλ. μέθεξη. ● ΦΡ.: καθ' έξιν 1. (λόγ.) που γίνεται από συνήθεια: ~ ~ κατανάλωση καφεΐνης.|| (καταχρ.) ~ ~ δολοφόνος (= κατά συρροή). 2. ΙΑΤΡ. για επαναλαμβανόμενη παθολογική κατάσταση: ~ ~ αποβολές., έξις, δευτέρα φύσις βλ. φύση [< αρχ. ἕξις]
16882εξήγαγεβλ. εξάγω
16883εξήγγειλεβλ. εξαγγέλλω
16884εξήγηση[ἐξήγηση] ε-ξή-γη-ση ουσ. (θηλ.): παράθεση πληροφοριών και λεπτομερειών, για να γίνει κάτι κατανοητό: αληθοφανής/ανεπαρκής/απλοϊκή/επιστημονική/λογική/πειστική/πιθανή ~. ~ της απορίας/του πειράματος/του φαινόμενου. Πβ. αιτιολόγηση, αιτιολογία, εκδοχή, επ~, ερμηνεία.εξηγήσεις (οι) {σπανιότ. στον εν.}: λόγοι που προβάλλει κάποιος, προκειμένου να δικαιολογήσει τις πράξεις ή τη συμπεριφορά του: αστείες ~ και δικαιολογίες. Δόθηκαν αμοιβαίες ~. Ζητήθηκαν ~ και διευκρινίσεις. Απαιτώ μια ~η. Βλ. απολογία, λογοδοσία. [< αρχ. ἐξήγησις, αγγλ. exegesis, γαλλ. exégèse]
16885εξηγήσιμος, η, ο [ἐξηγήσιμος] ε-ξη-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εξηγηθεί: εκλογικό αποτέλεσμα ~ο και δικαιολογημένο. Φαινόμενο επιστημονικά ~ο. Ενέργειες κατανοητές και ~ές. Κινήσεις λογικές και ~ες. Πβ. ερμηνεύσιμος, ευεξήγητος. Βλ. -ιμος. ΑΝΤ. δυσεξήγητος [< γαλλ. explicable]
16886εξηγητής[ἐξηγητής] ε-ξη-γη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται με τη μελέτη και ερμηνεία θρησκευτικών συνήθ. κειμένων: ~ της Αγίας Γραφής. ΣΥΝ. ερμηνευτής, ερμηνεύτρια (2) [< αρχ. ἐξηγητής]
16887εξηγητικός, ή, ό [ἐξηγητικός] ε-ξη-γη-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στο να εξηγήσει κάτι: ~ό: υστερόγραφο. ~ά λόγια και υποσημειώσεις. Πβ. διευκρινιστ-, επεξηγηματ-, ερμηνευτ-ικός. [< μτγν. ἐξηγητικός]
16888εξηγώ[ἐξηγῶ] ε-ξη-γώ ρ. (μτβ.) {εξηγείς ...| εξήγ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω κάτι κατανοητό αναλύοντάς το, περιγράφοντάς το διεξοδικά: ~ την άποψή μου/μια έννοια/έναν όρο/μια φράση. Όπως ~ στη συνέχεια ... -Τι συνέβη; -Πού να σου ~! Δεν θα ~ τώρα και τα αυτονόητα! ~εί το μάθημα τόσο καλά που δεν έχω απορίες. Το βιβλίο ~εί τι είναι τα δίκτυα υπολογιστών. ~ησέ μας τους λόγους της παραίτησής σου/γιατί παραιτήθηκες. Του ~ησαν ότι δεν έπρεπε να φύγει/πώς είχε η κατάσταση. Μπορείς να μου ~ήσεις τι εννοείς; (προφ.) Ο Ιταλός μιλούσε κι εγώ ~ούσα (= μετέφραζα). Πβ. διασαφηνίζω, διευκρινίζω, επ~. 2. ερμηνεύω: Δεν μπορώ να ~ήσω την αντίδρασή του. Προσπαθούν να ~ήσουν τη δημιουργία της μάζας των κουάρκ. Πώς ~είται αυτή η συμπεριφορά/αυτό το φαινόμενο; Πβ. αιτιολογώ. ● Παθ.: εξηγούμαι & (λαϊκό) ξηγιέμαι: δίνω στοιχεία για τη συμπεριφορά μου, συνήθ. ανακοινώνοντας τις απόψεις ή τις προθέσεις μου: ~ για να μην παρεξηγούμαι. Για να ~αστε, δεν μου αρέσουν τέτοια αστεία. Εσύ καλά (ε)ξηγήθηκες από την αρχή. Δεν θέλω αντιρρήσεις, (ε)ξηγηθήκαμε; Άσε με να ~ηθώ. Είναι ώρα να ~ηθείς μαζί τους. Έλα να (ε)ξηγηθούμε! (Για) ξηγήσου (πβ. δικαιολογούμαι, λογοδοτώ)! ● ΦΡ.: δεν εξηγείται αλλιώς (προφ.): για γεγονός, συμπεριφορά που προκαλεί απορία: Μάλλον με περνάνε για αφελή· ~ ~ τέτοια κοροϊδία., έτσι/τώρα εξηγείται! (προφ.-εμφατ.): για κάτι που φαινόταν αδικαιολόγητο, μυστηριώδες, προτού αποκαλυφθούν κάποια στοιχεία σχετικά με αυτό: ~ ~ η ψυχρότητά του! ~ ~ γιατί με ήθελε μαζί της! ~ ~ούνται όλα!, έλα να/θα σου ξηγήσω τ' όνειρο βλ. όνειρο [< μεσν. εξηγώ]
16889εξήκοντα[ἑξήκοντα] ε-ξή-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (λόγ.): εξήντα: εντός ~ ημερών (: μέσα σε εξήντα μέρες). [< αρχ. ἑξήκοντα]
16890εξηκοντα- & εξηκοντά- & εξηκοντ-βλ. εξηντα-
16891εξηκονταετής, ής, ές βλ. εξηκοντα-, -ετής
16892εξηκονταετίαβλ. εξηκοντα-, -ετία
16893εξηκοστός, ή, ό [ἑξηκοστός] ε-ξη-κο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 60: η ~ή επέτειος. Τα ~ά μου γενέθλια. Στο ~ό λεπτό του αγώνα. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: εξηκοστό (το): καθένα από τα εξήντα ίσα μέρη ενός συνόλου: Το λεπτό είναι το ένα ~ της ώρας. [< αρχ. ἑξηκοστός]
16894εξηλασμένος, η, ο [ἐξηλασμένος] ε-ξη-λα-σμέ-νος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξηλασμένη πολυστερίνη: ΤΕΧΝΟΛ. αφρώδες θερμομονωτικό υλικό που παράγεται σε πλάκες με τη μέθοδο της εξέλασης. Βλ. υαλοβάμβακας, φελιζόλ. [< αγγλ. extruded polystyrene] [< αρχ. ἐξελαύνω ‘οδηγώ έξω, σφυρηλατώ’]
16895εξηλεκτρισμός[ἐξηλεκτρισμός] ε-ξη-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): δημιουργία υποδομών για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος: αγροτικός ~. ~ της χώρας. ~ εγκαταστάσεων/μονάδων. Πβ. ηλεκτροδότηση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. électrification, 1907, αγγλ. electrification, 1901]
16896εξήλθαβλ. εξέρχομαι
16897εξημερώνω[ἐξημερώνω] ε-ξη-με-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξημέρω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. κάνω άγριο ζώο (ή κατ' επέκτ. άλλον οργανισμό) ήμερο, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να προσαρμοστεί στο ανθρώπινο περιβάλλον: ~μένα: θηλαστικά (βλ. κατοικίδια)/πουλιά/φυτά. Πβ. δαμάζω, ημερώνω, τιθασεύω. 2. (μτφ.) καταπραΰνω, κατευνάζω ή εξευγενίζω: Μουσική που ~ει τα ήθη/τα πάθη. Πβ. ηρεμώ.|| H πολύπλευρη παιδεία ~ει τον άνθρωπο. Πβ. εκπολιτίζω, εξανθρωπίζω. ΑΝΤ. εξαγριώνω [< 1: μεσν. εξημερώ 2: μτγν. ἐξημερῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.