| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16884 | εξήγηση | [ἐξήγηση] ε-ξή-γη-ση ουσ. (θηλ.): παράθεση πληροφοριών και λεπτομερειών, για να γίνει κάτι κατανοητό: αληθοφανής/ανεπαρκής/απλοϊκή/επιστημονική/λογική/πειστική/πιθανή ~. ~ της απορίας/του πειράματος/του φαινόμενου. Πβ. αιτιολόγηση, αιτιολογία, εκδοχή, επ~, ερμηνεία. ● εξηγήσεις (οι) {σπανιότ. στον εν.}: λόγοι που προβάλλει κάποιος, προκειμένου να δικαιολογήσει τις πράξεις ή τη συμπεριφορά του: αστείες ~ και δικαιολογίες. Δόθηκαν αμοιβαίες ~. Ζητήθηκαν ~ και διευκρινίσεις. Απαιτώ μια ~η. Βλ. απολογία, λογοδοσία. [< αρχ. ἐξήγησις, αγγλ. exegesis, γαλλ. exégèse] | |
| 16885 | εξηγήσιμος | , η, ο [ἐξηγήσιμος] ε-ξη-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εξηγηθεί: εκλογικό αποτέλεσμα ~ο και δικαιολογημένο. Φαινόμενο επιστημονικά ~ο. Ενέργειες κατανοητές και ~ές. Κινήσεις λογικές και ~ες. Πβ. ερμηνεύσιμος, ευεξήγητος. Βλ. -ιμος. ΑΝΤ. δυσεξήγητος [< γαλλ. explicable] | |
| 16886 | εξηγητής | [ἐξηγητής] ε-ξη-γη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται με τη μελέτη και ερμηνεία θρησκευτικών συνήθ. κειμένων: ~ της Αγίας Γραφής. ΣΥΝ. ερμηνευτής, ερμηνεύτρια (2) [< αρχ. ἐξηγητής] | |
| 16887 | εξηγητικός | , ή, ό [ἐξηγητικός] ε-ξη-γη-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στο να εξηγήσει κάτι: ~ό: υστερόγραφο. ~ά λόγια και υποσημειώσεις. Πβ. διευκρινιστ-, επεξηγηματ-, ερμηνευτ-ικός. [< μτγν. ἐξηγητικός] | |
| 16888 | εξηγώ | [ἐξηγῶ] ε-ξη-γώ ρ. (μτβ.) {εξηγείς ...| εξήγ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω κάτι κατανοητό αναλύοντάς το, περιγράφοντάς το διεξοδικά: ~ την άποψή μου/μια έννοια/έναν όρο/μια φράση. Όπως ~ στη συνέχεια ... -Τι συνέβη; -Πού να σου ~! Δεν θα ~ τώρα και τα αυτονόητα! ~εί το μάθημα τόσο καλά που δεν έχω απορίες. Το βιβλίο ~εί τι είναι τα δίκτυα υπολογιστών. ~ησέ μας τους λόγους της παραίτησής σου/γιατί παραιτήθηκες. Του ~ησαν ότι δεν έπρεπε να φύγει/πώς είχε η κατάσταση. Μπορείς να μου ~ήσεις τι εννοείς; (προφ.) Ο Ιταλός μιλούσε κι εγώ ~ούσα (= μετέφραζα). Πβ. διασαφηνίζω, διευκρινίζω, επ~. 2. ερμηνεύω: Δεν μπορώ να ~ήσω την αντίδρασή του. Προσπαθούν να ~ήσουν τη δημιουργία της μάζας των κουάρκ. Πώς ~είται αυτή η συμπεριφορά/αυτό το φαινόμενο; Πβ. αιτιολογώ. ● Παθ.: εξηγούμαι & (λαϊκό) ξηγιέμαι: δίνω στοιχεία για τη συμπεριφορά μου, συνήθ. ανακοινώνοντας τις απόψεις ή τις προθέσεις μου: ~ για να μην παρεξηγούμαι. Για να ~αστε, δεν μου αρέσουν τέτοια αστεία. Εσύ καλά (ε)ξηγήθηκες από την αρχή. Δεν θέλω αντιρρήσεις, (ε)ξηγηθήκαμε; Άσε με να ~ηθώ. Είναι ώρα να ~ηθείς μαζί τους. Έλα να (ε)ξηγηθούμε! (Για) ξηγήσου (πβ. δικαιολογούμαι, λογοδοτώ)! ● ΦΡ.: δεν εξηγείται αλλιώς (προφ.): για γεγονός, συμπεριφορά που προκαλεί απορία: Μάλλον με περνάνε για αφελή· ~ ~ τέτοια κοροϊδία., έτσι/τώρα εξηγείται! (προφ.-εμφατ.): για κάτι που φαινόταν αδικαιολόγητο, μυστηριώδες, προτού αποκαλυφθούν κάποια στοιχεία σχετικά με αυτό: ~ ~ η ψυχρότητά του! ~ ~ γιατί με ήθελε μαζί της! ~ ~ούνται όλα!, έλα να/θα σου ξηγήσω τ' όνειρο βλ. όνειρο [< μεσν. εξηγώ] | |
| 16889 | εξήκοντα | [ἑξήκοντα] ε-ξή-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (λόγ.): εξήντα: εντός ~ ημερών (: μέσα σε εξήντα μέρες). [< αρχ. ἑξήκοντα] | |
| 16890 | εξηκοντα- & εξηκοντά- & εξηκοντ- | βλ. εξηντα- | |
| 16891 | εξηκονταετής | , ής, ές βλ. εξηκοντα-, -ετής | |
| 16892 | εξηκονταετία | βλ. εξηκοντα-, -ετία | |
| 16893 | εξηκοστός | , ή, ό [ἑξηκοστός] ε-ξη-κο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 60: η ~ή επέτειος. Τα ~ά μου γενέθλια. Στο ~ό λεπτό του αγώνα. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: εξηκοστό (το): καθένα από τα εξήντα ίσα μέρη ενός συνόλου: Το λεπτό είναι το ένα ~ της ώρας. [< αρχ. ἑξηκοστός] | |
| 16894 | εξηλασμένος | , η, ο [ἐξηλασμένος] ε-ξη-λα-σμέ-νος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξηλασμένη πολυστερίνη: ΤΕΧΝΟΛ. αφρώδες θερμομονωτικό υλικό που παράγεται σε πλάκες με τη μέθοδο της εξέλασης. Βλ. υαλοβάμβακας, φελιζόλ. [< αγγλ. extruded polystyrene] [< αρχ. ἐξελαύνω ‘οδηγώ έξω, σφυρηλατώ’] | |
| 16895 | εξηλεκτρισμός | [ἐξηλεκτρισμός] ε-ξη-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): δημιουργία υποδομών για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος: αγροτικός ~. ~ της χώρας. ~ εγκαταστάσεων/μονάδων. Πβ. ηλεκτροδότηση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. électrification, 1907, αγγλ. electrification, 1901] | |
| 16896 | εξήλθα | βλ. εξέρχομαι | |
| 16897 | εξημερώνω | [ἐξημερώνω] ε-ξη-με-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξημέρω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. κάνω άγριο ζώο (ή κατ' επέκτ. άλλον οργανισμό) ήμερο, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να προσαρμοστεί στο ανθρώπινο περιβάλλον: ~μένα: θηλαστικά (βλ. κατοικίδια)/πουλιά/φυτά. Πβ. δαμάζω, ημερώνω, τιθασεύω. 2. (μτφ.) καταπραΰνω, κατευνάζω ή εξευγενίζω: Μουσική που ~ει τα ήθη/τα πάθη. Πβ. ηρεμώ.|| H πολύπλευρη παιδεία ~ει τον άνθρωπο. Πβ. εκπολιτίζω, εξανθρωπίζω. ΑΝΤ. εξαγριώνω [< 1: μεσν. εξημερώ 2: μτγν. ἐξημερῶ] | |
| 16898 | εξημέρωση | [ἐξημέρωση] ε-ξη-μέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εξημερώνω: ~ ζώων/φυτών. Η ~ του αλόγου. Πβ. δάμασμα, ημέρωμα, τιθάσευση.|| (μτφ.) Η ~ των (πολιτικών) ηθών. Η ~ του ανθρώπου (πβ. εκπολιτ-, εξανθρωπ-, εξευγεν-ισμός). [< μτγν. ἐξημέρωσις ‘καλλιέργεια (της γης),, εκπολιτισμός’] | |
| 16899 | εξημμένος | , η, ο [ἐξημμένος] ε-ξημ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έξαψη, έντονη φόρτιση ή υπέρμετρη ένταση: ~η: ατμόσφαιρα (πβ. ηλεκτρισμένος, οξυμμένος)/συζήτηση/φαντασία. ~α: πάθη/πνεύματα. (για πρόσ.) ~ από την επιτυχία. Πβ. τεταμένος, φορτισμένος. ΑΝΤ. ήρεμος (1) ● βλ. εξάπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐξάπτω] | |
| 16900 | εξήντα | [ἑξήντα] ε-ξή-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 60, σύνολο 60 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. ~ ετών. ~ τοις εκατό (60%).|| (ως επίθ.) ~ δευτερόλεπτα (= ένα λεπτό)/εκατοστά/ευρώ/κιλά/μέρες/στρέμματα/χρόνια. 2. εξηκοστός: Το γκολ μπήκε στο ~ (: εξηκοστό λεπτό). ● Ουσ.: εξήντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 60, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Διαιρώ το ~ με το πέντε.|| Νοσηλεύεται στο ~ (: για θάλαμο). 2. (συνήθ. '60) το 1960: Γεννήθηκε το ~. Η γενιά/η δεκαετία (πβ. σίξτις)/η κοινωνία/το σινεμά του ~. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των εξήντα περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. ● ΦΡ.: τρεις κι εξήντα βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. εξήντα] | |
| 16901 | εξηντα- & εξηντά- & εξηντ- | & (λόγ.) εξηκοντα- & εξηκοντά- & εξηκοντ-: α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό είναι ίσο με εξήντα στον αριθμό ή ότι το προσδιοριζόμενο είναι εξήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: εξηντά-χρονος. Εξηντ-άρι/~αριά.|| Εξηντα-πλάσιος. | |
| 16902 | εξηνταβελόνης | [ἑξηνταβελόνης] ε-ξη-ντα-βε-λό-νης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-ειρων.): τσιγκούνης, φιλάργυρος. Πβ. σπαγγοραμμένος, τσιφούτης. | |
| 16903 | εξηντάρι | [ἑξηντάρι] ε-ξη-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο από εξήντα μονάδες: Πλήρωσα ένα ~ (: εξήντα ευρώ).|| (ως επίθ.) Ένα ~ σχοινί (: εξήντα μέτρων). 2. ΑΘΛ. (στον κλειστό στίβο) αγώνισμα δρόμου εξήντα μέτρων. Βλ. κατοστ-, διακοσ-άρι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ