Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17760-17780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16898εξημέρωση[ἐξημέρωση] ε-ξη-μέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εξημερώνω: ~ ζώων/φυτών. Η ~ του αλόγου. Πβ. δάμασμα, ημέρωμα, τιθάσευση.|| (μτφ.) Η ~ των (πολιτικών) ηθών. Η ~ του ανθρώπου (πβ. εκπολιτ-, εξανθρωπ-, εξευγεν-ισμός). [< μτγν. ἐξημέρωσις ‘καλλιέργεια (της γης),, εκπολιτισμός’]
16899εξημμένος, η, ο [ἐξημμένος] ε-ξημ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έξαψη, έντονη φόρτιση ή υπέρμετρη ένταση: ~η: ατμόσφαιρα (πβ. ηλεκτρισμένος, οξυμμένος)/συζήτηση/φαντασία. ~α: πάθη/πνεύματα. (για πρόσ.) ~ από την επιτυχία. Πβ. τεταμένος, φορτισμένος. ΑΝΤ. ήρεμος (1) ● βλ. εξάπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐξάπτω]
16900εξήντα[ἑξήντα] ε-ξή-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 60, σύνολο 60 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. ~ ετών. ~ τοις εκατό (60%).|| (ως επίθ.) ~ δευτερόλεπτα (= ένα λεπτό)/εκατοστά/ευρώ/κιλά/μέρες/στρέμματα/χρόνια. 2. εξηκοστός: Το γκολ μπήκε στο ~ (: εξηκοστό λεπτό). ● Ουσ.: εξήντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 60, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Διαιρώ το ~ με το πέντε.|| Νοσηλεύεται στο ~ (: για θάλαμο). 2. (συνήθ. '60) το 1960: Γεννήθηκε το ~. Η γενιά/η δεκαετία (πβ. σίξτις)/η κοινωνία/το σινεμά του ~. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των εξήντα περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. ● ΦΡ.: τρεις κι εξήντα βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. εξήντα]
16901εξηντα- & εξηντά- & εξηντ-& (λόγ.) εξηκοντα- & εξηκοντά- & εξηκοντ-: α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό είναι ίσο με εξήντα στον αριθμό ή ότι το προσδιοριζόμενο είναι εξήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: εξηντά-χρονος. Εξηντ-άρι/~αριά.|| Εξηντα-πλάσιος.
16902εξηνταβελόνης[ἑξηνταβελόνης] ε-ξη-ντα-βε-λό-νης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-ειρων.): τσιγκούνης, φιλάργυρος. Πβ. σπαγγοραμμένος, τσιφούτης.
16903εξηντάρι[ἑξηντάρι] ε-ξη-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο από εξήντα μονάδες: Πλήρωσα ένα ~ (: εξήντα ευρώ).|| (ως επίθ.) Ένα ~ σχοινί (: εξήντα μέτρων). 2. ΑΘΛ. (στον κλειστό στίβο) αγώνισμα δρόμου εξήντα μέτρων. Βλ. κατοστ-, διακοσ-άρι.
16904εξηνταριά(προφ.) βλ. εξηντα-, -αριά1
16905εξηντάχρονος, η, ο βλ. εξηντα-, -χρονος
16906εξήρεβλ. εξαίρω
16907εξής[ἑξῆς] ε-ξής επίρρ. 1. (ονοματική χρήση, με άρθρο) ακόλουθος, επόμενος, παρακάτω: (ως επίθ.) Έχω την ~ απορία. Διδάσκονται τα ~ μαθήματα.|| (ως ουσ.) Θα ήθελα να πω, σας ρωτώ το ~: ... Η συνέλευση αποφάσισε τα ~: ... Πβ. κάτωθι. 2. (απόλ. αριθμ. + και) μετά, στη συνέχεια, ακολούθως (συντομ. κ.εξ.): Διάβασα από τη σελίδα εκατό και ~. ● ΦΡ.: στο εξής: στο μέλλον, εφεξής: ~ ~ να είσαι πιο προσεκτικός! Από τώρα και ~ ~ όλες οι αποφάσεις θα λαμβάνονται ομόφωνα. , ως εξής: με τον ακόλουθο τρόπο, έτσι: Η κατάσταση έχει ~ ~: ... Η παράγραφος διαμορφώνεται ~ ~: ..., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, και ούτω καθεξής/καθ' εξής βλ. ούτω(ς) [< αρχ. ἑξῆς ‘ο ένας μετά τον άλλο (ν), συνέχεια’]
16908εξήχθηβλ. εξάγω
16909εξήψεβλ. εξάπτω
16910έξι[ἕξι] έ-ξι αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 6, σύνολο 6 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. ~ ετών. ~ τοις εκατό (6%). Ένα προς ~. Τέσσερα και δύο ίσον/κάνουν ~.|| (ως επίθ.) ~ ασκήσεις/βαθμοί/ευρώ/κιλά/μέτρα/χρόνια. 2. έκτος: κεφάλαιο/σελίδα ~. Το κομμάτι/τραγούδι ~ (του CD). Στις ~ (: η ώρα) το απόγευμα/το πρωί. Στις ~ Μαΐου/του μηνός (: την έκτη μέρα). ● Ουσ.: έξι (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 6, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Διαιρώ/πολλαπλασιάζω το ~ με το δύο.|| Βάλε τον διακόπτη στο ~.|| Το ~ καρό/κούπα/μπαστούνι/σπαθί (: στην τράπουλα). Πού κάνει στάση το ~ (: τρόλεϊ); Θα με βρεις στο ~ (: για γραφείο). 2. (+ στα/τα) η ηλικία των έξι περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. 3. βαθμός σε βαθμολογική κλίμακα: Μου έβαλε/πήρα ~ (: στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στο δημοτικό). 4. (συνήθ. '06) το 1906 ή το 2006. [< μεσν. έξι]
16911εξιδανικευμένος, η, ο [ἐξιδανικευμένος] ε-ξι-δα-νι-κευ-μέ-νος επίθ.: που έχει εξιδανικευτεί: ~η: ανάμνηση/μορφή/πραγματικότητα. ~ο: παρελθόν. ~η και ειδυλλιακή εικόνα. Πβ. εξωραϊσμένος, ιδανικός, ιδεατός, μυθο-, ωραιο-ποιημένος. ● επίρρ.: εξιδανικευμένα ● βλ. εξιδανικεύω
16912εξιδανίκευση[ἐξιδανίκευση] ε-ξι-δα-νί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση ιδανικών χαρακτηριστικών σε κάποιον ή κάτι: ρομαντική ~ του αγαπημένου προσώπου/του έρωτα/των ηρώων. Νοσταλγική ~ του παρελθόντος. Τάση ωραιοποίησης και ~ης της πραγματικότητας. Πβ. εξωραϊσμός, μυθοποίηση. ΑΝΤ. απομυθοποίηση [< γαλλ. idéalisation, αγγλ. idealization]
16913εξιδανικευτικός, ή, ό [ἐξιδανικευτικός] ε-ξι-δα-νι-κευ-τι-κός επίθ.: που εξιδανικεύει, μυθοποιεί κάποιον ή κάτι: ~ή: βιογραφία. Πβ. εξωραϊσ-, ωραιοποιη-μένος. ● επίρρ.: εξιδανικευτικά [< γαλλ. idéalisateur]
16914εξιδανικεύω[ἐξιδανικεύω] ε-ξι-δα-νι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξιδανίκευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -μένος}: θεωρώ κάτι ή κάποιον τέλειο, αγνοώντας κάθε αρνητικό στοιχείο: Δεν θέλω να ~ εποχές και καταστάσεις. Προσωπικότητα που ~τηκε και αγιοποιήθηκε. Πβ. εξωραΐζω, θεο-, μυθο-, ωραιο-ποιώ. ΑΝΤ. απομυθοποιώ ● βλ. εξιδανικευμένος [< γαλλ. idéaliser, αγγλ. idealize]
16915εξίδρωμα[ἐξίδρωμα] ε-ξί-δρω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. προϊόν της εξίδρωσης: λεμφοκυτταρικό/πυώδες ~. Σκληρά ~ώματα και οίδημα αμφιβληστροειδούς. [< γαλλ. exsudat]
16916εξίδρωση[ἐξίδρωση] ε-ξί-δρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση υγρού σε ιστούς ή κοιλότητα του σώματος. 2. ΒΟΤ. έκκριση υγρού από τον φλοιό ή τα φύλλα φυτού ή δέντρου. 3. (επιστ.) ανάδυση νερού στην επιφάνεια σκυροδέματος που μόλις έχει στρωθεί και γενικότ. κάθε μη αναμενόμενη παρουσία υγρού στην επιφάνεια κράματος. [< μτγν. ἐξίδρωσις 'υπερβολική εφίδρωση', γαλλ. exsudation]
16917εξικνούμαι[ἐξικνοῦμαι] ε-ξι-κνού-μαι ρ. (αμτβ.) {εξικν-είται, εξικν-ούνται· κυρ στον ενεστ., μόνο στο γ' πρόσ.} (αρχαιοπρ.): φτάνω μέχρι ενός σημείου, καταλήγω κάπου: Ποινή που ~είται μέχρι και την ισόβια κάθειρξη. [< αρχ. ἐξικνοῦμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.