Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17760-17780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16904εξηνταριά(προφ.) βλ. εξηντα-, -αριά1
16905εξηντάχρονος, η, ο βλ. εξηντα-, -χρονος
16906εξήρεβλ. εξαίρω
16907εξής[ἑξῆς] ε-ξής επίρρ. 1. (ονοματική χρήση, με άρθρο) ακόλουθος, επόμενος, παρακάτω: (ως επίθ.) Έχω την ~ απορία. Διδάσκονται τα ~ μαθήματα.|| (ως ουσ.) Θα ήθελα να πω, σας ρωτώ το ~: ... Η συνέλευση αποφάσισε τα ~: ... Πβ. κάτωθι. 2. (απόλ. αριθμ. + και) μετά, στη συνέχεια, ακολούθως (συντομ. κ.εξ.): Διάβασα από τη σελίδα εκατό και ~. ● ΦΡ.: στο εξής: στο μέλλον, εφεξής: ~ ~ να είσαι πιο προσεκτικός! Από τώρα και ~ ~ όλες οι αποφάσεις θα λαμβάνονται ομόφωνα. , ως εξής: με τον ακόλουθο τρόπο, έτσι: Η κατάσταση έχει ~ ~: ... Η παράγραφος διαμορφώνεται ~ ~: ..., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, και ούτω καθεξής/καθ' εξής βλ. ούτω(ς) [< αρχ. ἑξῆς ‘ο ένας μετά τον άλλο (ν), συνέχεια’]
16908εξήχθηβλ. εξάγω
16909εξήψεβλ. εξάπτω
16910έξι[ἕξι] έ-ξι αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 6, σύνολο 6 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. ~ ετών. ~ τοις εκατό (6%). Ένα προς ~. Τέσσερα και δύο ίσον/κάνουν ~.|| (ως επίθ.) ~ ασκήσεις/βαθμοί/ευρώ/κιλά/μέτρα/χρόνια. 2. έκτος: κεφάλαιο/σελίδα ~. Το κομμάτι/τραγούδι ~ (του CD). Στις ~ (: η ώρα) το απόγευμα/το πρωί. Στις ~ Μαΐου/του μηνός (: την έκτη μέρα). ● Ουσ.: έξι (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 6, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Διαιρώ/πολλαπλασιάζω το ~ με το δύο.|| Βάλε τον διακόπτη στο ~.|| Το ~ καρό/κούπα/μπαστούνι/σπαθί (: στην τράπουλα). Πού κάνει στάση το ~ (: τρόλεϊ); Θα με βρεις στο ~ (: για γραφείο). 2. (+ στα/τα) η ηλικία των έξι περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. 3. βαθμός σε βαθμολογική κλίμακα: Μου έβαλε/πήρα ~ (: στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στο δημοτικό). 4. (συνήθ. '06) το 1906 ή το 2006. [< μεσν. έξι]
16911εξιδανικευμένος, η, ο [ἐξιδανικευμένος] ε-ξι-δα-νι-κευ-μέ-νος επίθ.: που έχει εξιδανικευτεί: ~η: ανάμνηση/μορφή/πραγματικότητα. ~ο: παρελθόν. ~η και ειδυλλιακή εικόνα. Πβ. εξωραϊσμένος, ιδανικός, ιδεατός, μυθο-, ωραιο-ποιημένος. ● επίρρ.: εξιδανικευμένα ● βλ. εξιδανικεύω
16912εξιδανίκευση[ἐξιδανίκευση] ε-ξι-δα-νί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση ιδανικών χαρακτηριστικών σε κάποιον ή κάτι: ρομαντική ~ του αγαπημένου προσώπου/του έρωτα/των ηρώων. Νοσταλγική ~ του παρελθόντος. Τάση ωραιοποίησης και ~ης της πραγματικότητας. Πβ. εξωραϊσμός, μυθοποίηση. ΑΝΤ. απομυθοποίηση [< γαλλ. idéalisation, αγγλ. idealization]
16913εξιδανικευτικός, ή, ό [ἐξιδανικευτικός] ε-ξι-δα-νι-κευ-τι-κός επίθ.: που εξιδανικεύει, μυθοποιεί κάποιον ή κάτι: ~ή: βιογραφία. Πβ. εξωραϊσ-, ωραιοποιη-μένος. ● επίρρ.: εξιδανικευτικά [< γαλλ. idéalisateur]
16914εξιδανικεύω[ἐξιδανικεύω] ε-ξι-δα-νι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξιδανίκευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -μένος}: θεωρώ κάτι ή κάποιον τέλειο, αγνοώντας κάθε αρνητικό στοιχείο: Δεν θέλω να ~ εποχές και καταστάσεις. Προσωπικότητα που ~τηκε και αγιοποιήθηκε. Πβ. εξωραΐζω, θεο-, μυθο-, ωραιο-ποιώ. ΑΝΤ. απομυθοποιώ ● βλ. εξιδανικευμένος [< γαλλ. idéaliser, αγγλ. idealize]
16915εξίδρωμα[ἐξίδρωμα] ε-ξί-δρω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. προϊόν της εξίδρωσης: λεμφοκυτταρικό/πυώδες ~. Σκληρά ~ώματα και οίδημα αμφιβληστροειδούς. [< γαλλ. exsudat]
16916εξίδρωση[ἐξίδρωση] ε-ξί-δρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση υγρού σε ιστούς ή κοιλότητα του σώματος. 2. ΒΟΤ. έκκριση υγρού από τον φλοιό ή τα φύλλα φυτού ή δέντρου. 3. (επιστ.) ανάδυση νερού στην επιφάνεια σκυροδέματος που μόλις έχει στρωθεί και γενικότ. κάθε μη αναμενόμενη παρουσία υγρού στην επιφάνεια κράματος. [< μτγν. ἐξίδρωσις 'υπερβολική εφίδρωση', γαλλ. exsudation]
16917εξικνούμαι[ἐξικνοῦμαι] ε-ξι-κνού-μαι ρ. (αμτβ.) {εξικν-είται, εξικν-ούνται· κυρ στον ενεστ., μόνο στο γ' πρόσ.} (αρχαιοπρ.): φτάνω μέχρι ενός σημείου, καταλήγω κάπου: Ποινή που ~είται μέχρι και την ισόβια κάθειρξη. [< αρχ. ἐξικνοῦμαι]
16918εξιλασμός[ἐξιλασμός] ε-ξι-λα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξευμενισμός, κατευνασμός· συγχώρηση. Πβ. εξιλέωση, ιλασμός. [< μτγν. ἐξιλασμός]
16919εξιλαστήριος, α, ο [ἐξιλαστήριος] ε-ξι-λα-στή-ρι-ος επίθ.: (στην αρχαιότητα) που αποσκοπεί στον εξευμενισμό: ~α: θυσία. Πβ. καθαρτήριος. Βλ. -τήριος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξιλαστήριο θύμα: πρόσωπο που τιμωρείται στη θέση άλλων, μολονότι η δική του ευθύνη είναι μικρή ή ανύπαρκτη: βολικό ~ ~. Αναζήτηση ~ου ~ατος. Πβ. αποδιοπομπαίος τράγος. Βλ. απόβλητος, αποσυνάγωγος. [< μτγν. ἐξιλαστήριος]
16920εξιλεώνω[ἐξιλεώνω] ε-ξι-λε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξιλέω-σα, εξιλεώ-θηκα, -θώ, -μένος} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} απαλλάσσω κάποιον από αμάρτημα, σφάλμα, ενοχή: Προσπαθεί να ~θεί για όσα έκανε στο παρελθόν. Παίκτης που σκόραρε και ~θηκε για το χαμένο πέναλτι. Πβ. εξαγνίζω, λυτρώνω, συγχωρούμαι. 2. (σπάν.) κατευνάζω τον θυμό κάποιου, τον εξευμενίζω. [< 2: μτγν. ἐξιλεῶ, μεσν. εξιλεώνω]
16921εξιλέωση[ἐξιλέωση] ε-ξι-λέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. απαλλαγή κάποιου από ενοχή: Πράξη που αποτελεί ~ για σφάλματα και παραλείψεις. Πβ. λύτρωση. Βλ. εξαγνισμός. 2. (σπάν.) μείωση της οργής ή κατευνασμός του θυμού κάποιου, εξευμενισμός: (στην αρχαιότητα) ~ χθόνιων πνευμάτων. Πβ. εξιλασμός. [< μτγν. ἐξιλέωσις]
16922εξιλεωτικός, ή, ό [ἐξιλεωτικός] ε-ξι-λε-ω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που αποσκοπεί στην εξιλέωση: ~ή: αγάπη. Πβ. λυτρωτικός.|| (στην αρχαία Ελλάδα) ~ή: τελετή. Πβ. εξευμενιστ-, καθαρτ-ικός. Βλ. εξαγνιστικός. [< μτγν. ἐξιλεωτικός]
16923εξίμισι[ἑξίμισι] ε.ξι-μι-σι επίθ. {άκλ.} έξι και μισός: ~ εκατομμύρια ευρώ/κιλά. || Θα συναντηθούμε στις ~ /στις έξι και μισή το απόγευμα (επίσ. 18:30).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.