Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1760-1780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
775αδιαλλαξία[ἀδιαλλαξία] α-δι-αλ-λα-ξί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη διάθεσης για αναθεώρηση γνώμης, συμβιβασμό ή υποχώρηση: απόλυτη/εργοδοτική/θρησκευτική (ΑΝΤ. ανεξιθρησκία)/ιδεολογική/κυβερνητική/πολιτική (= ακαμψία) ~. ~ της άλλης πλευράς. Επίδειξη/κλιμάκωση (της) ~ας. Καταγγέλλω/κατηγορώ κάποιον για ~ (= ανυποχώρητη στάση) και φανατισμό. Σε αδιέξοδο οι διαπραγματεύσεις λόγω ~ας. Πβ. πείσμα. ΣΥΝ. ισχυρογνωμοσύνη ΑΝΤ. διαλλακτικότητα [< γαλλ. implacabilité]
776αδιάλυτος, η, ο [ἀδιάλυτος] α-διά-λυ-τος επίθ. 1. που δεν διαλύεται (συνήθ. σε υγρό): (ΧΗΜ.) ~η: ουσία. ~ο: καθαριστικό. ~οι: ηλεκτρολύτες/υδατάνθρακες. ~ες: πρωτεΐνες. ~α: άλατα/λίπη/σωματίδια/χρώματα. Απορρυπαντικό ~ο στο νερό. ΑΝΤ. διαλυτός. Βλ. δυσδιάλυτος.|| (σπάν.-μτφ.) ~ο: νέφος/σκοτάδι (= αδιαπέραστο, πυκνό).|| ~ος: γάμος/δεσμός (= ακατάλυτος). 2. (σπάν.-μτφ.) ανεξιχνίαστος: ~ο: μυστήριο. ΣΥΝ. αξεδιάλυτος (1) ● επίρρ.: αδιάλυτα: (μτφ.) Στοιχεία ~ (= αδιάρρηκτα) συνδεμένα μεταξύ τους. [< αρχ. ἀδιάλυτος, γαλλ. indissoluble]
777αδιαλυτότητα[ἀδιαλυτότητα] α-δι-α-λυ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η ιδιότητα των ουσιών που δεν διαλύονται σε υγρό: η ~ των βαρέων μετάλλων. ΑΝΤ. διαλυτότητα [< γαλλ. indissolubilité]
778αδιαμαρτύρητος, α, ο [ἀδιαμαρτύρητος] α-δι-α-μαρ-τύ-ρη-τος επίθ. 1. που γίνεται χωρίς διαμαρτυρία: ~η: αποδοχή/εκτέλεση (καθήκοντος)/υποταγή. Πβ. αγόγγυστος, καρτερ-, υπομονετ-ικός. 2. ΝΟΜ. που γίνεται χωρίς διαμαρτύρηση: ~η: επιταγή/συναλλαγματική. ~ο: γραμμάτιο. ΑΝΤ. διαμαρτυρημένος. ● επίρρ.: αδιαμαρτύρητα: Άκουσε τις κατηγορίες/υποφέρει ~. [< αγγλ. unprotested]
779αδιαμεσολάβητος, η, ο [ἀδιαμεσολάβητος] α-δι-α-με-σο-λά-βη-τος επίθ.: που γίνεται χωρίς διαμεσολάβηση ή διαμεσολαβητή: ~η: δράση/επικοινωνία/πληροφόρηση (= άμεση)/σχέση.
780αδιαμόρφωτος, η, ο [ἀδιαμόρφωτος] α-δι-α-μόρ-φω-τος επίθ.: (για χώρο, έκταση) που δεν έχει διαμορφωθεί, δεν έχει πάρει οριστική μορφή: ~ος: κήπος ~η: πλατεία. ~ο: φυσικό περιβάλλον.|| (μτφ.) ~ος: χαρακτήρας. ~η: σκέψη. ~ο: σχέδιο/σώμα (: του εφήβου, ΣΥΝ. ασχημάτιστο). ΑΝΤ. διαμορφωμένος. [< μτγν. ἀδιαμόρφωτος]
781αδιαμφισβήτητος, η, ο [ἀδιαμφισβήτητος] α-δι-αμ-φι-σβή-τη-τος επίθ.: που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: ~ος: αρχηγός/νικητής (= αδιαφιλονίκητος)/πρόεδρος/ρόλος (ΑΝΤ. αμφισβητούμενος). ~η: αξία/επιτυχία/κληρονομιά/υπεροχή. ~ο: γεγονός (= αδιάψευστο, αναντίρρητο)/δικαίωμα/καθεστώς/κύρος/συμπέρασμα/ταλέντο. ~ες: γνώσεις/πληροφορίες (= ασφαλείς, βέβαιες). ~α: οφέλη/περιστατικά/πορίσματα/στοιχεία. ΣΥΝ. αναμφισβήτητος ΑΝΤ. αμφισβητήσιμος ● επίρρ.: αδιαμφισβήτητα [< γαλλ. incontestable]
782αδιανέμητος, η, ο [ἀδιανέμητος] α-δι-α-νέ-μη-τος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει διανεμηθεί, δεν έχει μοιραστεί: ~η: περιουσία (ΣΥΝ. αδιαίρετη, αμοίραστη). ~α: κέρδη. ΑΝΤ. διανεμημένος. [< μτγν. ἀδιανέμητος]
783αδιανόητος, η, ο [ἀδιανόητος] α-δι-α-νό-η-τος επίθ.: (για κάτι) που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους, που είναι δύσκολο να κατανοηθεί: ~η: ενέργεια/πράξη/σκέψη. ~ο: γεγονός/έγκλημα (: ανήκουστο, απίστευτο, ασύλληπτο). Μου είναι/φαίνεται ~ο να περιμένω τόση ώρα στην ουρά. Ήταν σχεδόν ~ο ότι θα έπαιρνε τηλέφωνο. (προφ.) ~η κατάσταση (= εξωφρενική)/~α πράγματα!|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο (= ακατανόητο, παράλογο) του πολέμου. [< αρχ. ἀδιανόητος]
784αδιάνοικτος, η, ο [ἀδιάνοικτος] α-δι-ά-νοι-κτος επίθ. & (προφ.) αδιάνοιχτος: που δεν έχει διανοιχτεί: ~η: οδός. [< μτγν. ἀδιάνοικτος ‘μη ανοιχτός’]
785αδιαντροπιά[ἀδιαντροπιά] α-δια-ντρο-πιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): απουσία ντροπής, σεβασμού για κάτι και (συνεκδ. στον πληθ.) οι ανάλογες πράξεις: ματιά γεμάτη ~ (= αναίδεια, ΑΝΤ. ντροπή). Η ~ του δεν έχει όρια. Έχει την ~ να ισχυρίζεται ακόμη ότι είναι αθώος.|| ~ιές (= προστυχιές)! ΣΥΝ. αναισχυντία, ξεδιαντροπιά, ξετσιπωσιά [< μεσν. αδιαντροπιά]
786αδιάντροπος, η, ο [ἀδιάντροπος] α-διά-ντρο-πος επίθ.: που δεν χαρακτηρίζεται από ντροπή, σεβασμό ή διακριτικότητα: ~η: πρόταση/συμπεριφορά/χειρονομία (ΣΥΝ. άσεμνη). ~ο: βλέμμα/γέλιο/φέρσιμο. ~α: λόγια. Πβ. αναιδής, ανερυθρίαστος, ξετσίπωτος. ΣΥΝ. ξεδιάντροπος ● επίρρ.: αδιάντροπα: χωρίς αιδώ. [< μεσν. αδιάντροπος]
787αδιαπέραστος, η, ο [ἀδιαπέραστος] α-δι-α-πέ-ρα-στος επίθ. & αδιαπέρατος 1. που δεν μπορεί κανείς να τον διαπεράσει, να τον διαβεί ή κατ' επέκτ. να τον υπερβεί: ~ος: δρόμος (ΣΥΝ. αδιάβατος)/ποταμός. ~η: βλάστηση. ~ο: δάσος/πλήθος/φαράγγι. ~α: βουνά/μονοπάτια/τείχη.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Αδιαπέρατη επιφάνεια. ~ο: στρώμα. ~α: τοιχώματα. Υλικό ~ο (= μη διαπερατό) από αέρια/το νερό. Πβ. στεγανός.|| ~ος: γραφειοκρατικός μηχανισμός. ~ο: εμπόδιο/σύστημα ασφαλείας. ~ες: διαχωριστικές γραμμές. ΑΝΤ. διαπερατός 2. (μτφ.) πυκνός, που δεν μπορεί κανείς να δει μέσα από αυτόν, να τον διερευνήσει: ~η: ομίχλη. ~ο: σκοτάδι.|| ~ο πέπλο μυστηρίου καλύπτει την υπόθεση. [< γαλλ. impénétrable]
788αδιαπερατότητα[ἀδιαπερατότητα] α-δι-α-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα του αδιαπέρατου: αυξημένη/υψηλή ~. ~ σκυροδέματος. ~ στο νερό. Πβ. αδιαβροχία, στεγανότητα. ΑΝΤ. διαπερατότητα [< γαλλ. imperméabilité]
789αδιαπότιστος, η, ο [ἀδιαπότιστος] α-δι-α-πό-τι-στος επίθ.: που δεν έχει διαποτιστεί ή δεν μπορεί να διαπεραστεί από υγρό: ~ο: δάπεδο. ~ες: επιφάνειες. ΑΝΤ. διαποτισμένος.
790αδιαπραγμάτευτος, η, ο [ἀδιαπραγμάτευτος] α-δι-α-πραγ-μά-τευ-τος επίθ.: που δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση: ~ο: αγαθό/δικαίωμα/ζήτημα/κεκτημένο. ~οι όροι αγοραπωλησίας/σύμβασης/συνθήκης. ~ες: αξίες/αρχές/θέσεις.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των συνόρων. ΑΝΤ. διαπραγματεύσιμος [< αγγλ. unnegotiated, unnegotiable]
791αδιάπτωτος, η, ο [ἀδιάπτωτος] α-δι-ά-πτω-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που συνεχίζεται με την ίδια ένταση χωρίς μεταβολή: ~ος: ενθουσιασμός. ~η: προσήλωση/προσοχή (= αδιάλειπτη). ~ο: ενδιαφέρον (= αμείωτο, συνεχές). [< αρχ. ἀδιάπτωτος ‘αλάνθαστος, σταθερός’]
792αδιάρθρωτος, η, ο [ἀδιάρθρωτος] α-δι-άρ-θρω-τος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει διάρθρωση, συνοχή ή οργάνωση: ~ος: λόγος (ΣΥΝ. αδόμητος, ανοργάνωτος. ΑΝΤ. διαρθρωμένος). ~η: έκθεση/μελέτη. [< αρχ. ἀδιάρθρωτος]
793αδιάρρηκτος, η, ο [ἀδιάρρηκτος] α-δι-άρ-ρη-κτος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να σπάσει, ανθεκτικός, στερεός: ~ος: δεσμός (= άρρηκτος). ~η: ενότητα/συμμαχία/σχέση/φιλία (= ακλόνητη, σταθερή). ~ο: σύνολο. ΣΥΝ. αδιάσπαστος, αρραγής 2. που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να διαρρηχθεί: ~η: κλειδαριά (= απαραβίαστη). ~ο: χρηματοκιβώτιο. Θωρακισμένες πόρτες με ~ο σκελετό. ● επίρρ.: αδιάρρηκτα: ~ (συνδε)δεμένος/συνυφασμένος με ... [< 1: μτγν. ἀδιάρρηκτος]
794αδιασάλευτος, η, ο [ἀδιασάλευτος] α-δι-α-σά-λευ-τος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να διασαλευτεί: ~η: εμπιστοσύνη/φιλία (ΣΥΝ. αδιατάρακτη, ακλόνητη, σταθερή). ~ες: αξίες (ΣΥΝ. απαρασάλευτες). ~α: τεκμήρια (= αδιάσειστα). [< γαλλ. immuable]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.