| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16924 | εξισλαμίζω | [ἐξισλαμίζω] ε-ξι-σλα-μί-ζω ρ. (μτβ.) {εξισλάμι-σε, εξισλαμί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: προσηλυτίζω στον ισλαμισμό: Πληθυσμός που ~στηκε και εκτουρκίστηκε. ~σμένοι: χριστιανοί. Πβ. ισλαμοποιώ. Βλ. εκχριστιανίζω. [< αγγλ. islamize, γαλλ. islamiser, 1862] | |
| 16925 | εξισλαμισμός | [ἐξισλαμισμός] ε-ξι-σλα-μι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξισλαμίζω: βίαιος/μαζικός ~ πληθυσμών. Παιδομάζωμα και ~. Αθρόοι/αναγκαστικοί ~οί. Βλ. εκτουρκ-, εκχριστιαν-ισμός. Πβ. ισλαμοποίηση. [αγγλ. islamization, πβ. γαλλ. islamisation, 1903] | |
| 16926 | εξισορροπημένος | , η, ο [ἐξισορροπημένος] ε-ξι-σορ-ρο-πη-μέ-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ισορροπία: ~η: διατροφή/κατανομή βάρους. ~ο: πρόγραμμα. Πβ. ισορροπημένος. ● επίρρ.: εξισορροπημένα ● βλ. εξισορροπώ | |
| 16927 | εξισορρόπηση | [ἐξισορρόπηση] ε-ξι-σορ-ρό-πη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξισορροπώ: ~ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. ~ μεταξύ της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Πβ. αντιστάθμ-, ισοστάθμ-, ισοφάρ-ιση, ισορρόπηση. | |
| 16928 | εξισορροπητικός | , ή, ό [ἐξισορροπητικός] ε-ξι-σορ-ρο-πη-τι-κός επίθ. & εξισορροπιστικός, (εσφαλμ.) εξισορροποιητικός: που εξασφαλίζει ή προσπαθεί να εξασφαλίσει την ισορροπία: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας (βλ. ρυθμιστικός). ~ό: αντίβαρο. ~οί: χειρισμοί. ~ές: παρεμβάσεις (βλ. διορθωτικός). ~ή ανακατανομή των πόρων. Ο ~ και σταθεροποιητικός ρόλος ενός κράτους. Υποχωρήσεις, συμβιβασμοί και ~ές κινήσεις. Πβ. αντισταθμιστικός.|| (στην κοσμετολογία, για προϊόν που επαναφέρει το φυσικό πεχά:) ~ή: λοσιόν. Ενυδατική κρέμα με ~ή δράση. Βλ. επανορθωτικός.|| (OIKON.) ~ή: κερδοσκοπία (= αρμπιτράζ). ΣΥΝ. ισορροπιστικός ● επίρρ.: εξισορροπητικά & εξισορροπιστικά [< γαλλ. équilibrant] | |
| 16929 | εξισορροπώ | [ἐξισορροπῶ] ε-ξι-σορ-ρο-πώ ρ. (μτβ.) {εξισορροπ-εί, -ώντας | εξισορρόπ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: φέρνω ισορροπία ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες αντίθετες δυνάμεις, καταστάσεις: Κανόνες που ~ούν την προσφορά με τη ζήτηση. Οι πτωτικές τάσεις ~ήθηκαν. Πβ. αντισταθμίζω, ισοζυγίζω, ισοσκελίζω, ισοσταθμίζω, ισορροπώ. ● βλ. εξισορροπημένος | |
| 16930 | εξίσου | [ἐξίσου] ε-ξί-σου επίρρ.: στον ίδιο βαθμό, στο ίδιο επίπεδο ή ποσοστό: δεύτερο ερώτημα, ~ σημαντικό. Δαπάνες που θα πληρώσουν ~ τα δύο μέρη. ΣΥΝ. ίσα1 (1) [< αρχ. ἐξ ἴσου] | |
| 16931 | εξίσταμαι | [ἐξίσταμαι] ε-ξί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {εξίστ-αται, -ανται· εύχρ. μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): εκπλήσσομαι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: απορώ και εξίσταμαι βλ. απορώ [< αρχ. ἐξίστημι, ἐξίσταμαι] | |
| 16932 | εξιστόρηση | [ἐξιστόρηση] ε-ξι-στό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): αναλυτική αφήγηση γεγονότων: γλαφυρή/δραματική/λεπτομερής/προφορική/συναρπαστική ~. ~ των παθών/των περιπετειών ενός ανθρώπου. ΣΥΝ. διήγηση | |
| 16933 | εξιστορώ | [ἐξιστορῶ] ε-ξι-στο-ρώ ρ. (μτβ.) {εξιστορείς ... | εξιστόρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας}: αφηγούμαι διεξοδικά: ~εί τις εμπειρίες του. ~ησε τη ζωή του/το περιστατικό. Πβ. ανιστορώ. ΣΥΝ. διηγούμαι [< μεσν. ἐξιστορῶ] | |
| 16934 | εξισώνω | [ἐξισώνω] ε-ξι-σώ-νω ρ. (μτβ.) {εξίσω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, εξισών-οντας} 1. βάζω άνισα μεταξύ τους στοιχεία στο ίδιο επίπεδο, κάνοντάς τα ίσα: Προσπαθεί να ~σει τους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών.|| {μεσοπαθ.} Η θέση των γυναικών ~θηκε (: έγινε ίση) με αυτή των ανδρών. 2. θεωρώ έναν άνθρωπο ίσο ή όμοιο με κάποιον άλλο, παραβλέποντας τις διαφορές τους: (αρνητ. συνυποδ.) Ειρηνευτικό σχέδιο που ~ει τον θύτη με το θύμα. ~ει τους πάντες, άξιους και ανάξιους. Πβ. εξομοιώνω. [< αρχ. ἐξισῶ] | |
| 16935 | εξίσωση | [ἐξίσωση] ε-ξί-σω-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να εξισώνεται κάποιος ή κάτι με κάποιον ή κάτι άλλο: κοινωνική/μισθολογική ~. ~ δικαιωμάτων/ευκαιριών (βλ. ισότητα). ~ μεταξύ κοινωνικής και περιβαλλοντικής αειφορίας. ~ φόρων πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης.|| ~ ανδρών και γυναικών στην ασφάλιση/στην εργασία. Πβ. εξομοίωση, ταύτιση. 2. ΜΑΘ. ισότητα που περιέχει αριθμούς και τουλάχιστον μία μεταβλητή, η οποία συνήθ. συμβολίζεται με τα γράμματα χ, ψ, ω: αλγεβρική/γραμμική/εκθετική ~. Λύση (= ρίζα)/όροι της ~ης. Σύστημα ~ώσεων.|| (ΧΗΜ.) Οι χημικές ~ώσεις των αντιδράσεων.|| (ΟΙΚΟΝ.) Λογιστική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εξίσωση πρώτου/δευτέρου βαθμού & πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια εξίσωση: ΜΑΘ. στην οποία ο μεγαλύτερος από τους εκθέτες των μεταβλητών είναι το 1 ή το 2, αντίστοιχα., διαφορική εξίσωση βλ. διαφορικός, κυματική εξίσωση βλ. κυματικός, παραμετρικές εξισώσεις βλ. παραμετρικός, υπερβατική εξίσωση βλ. υπερβατικός [< 1: μτγν. ἐξίσωσις 2: γαλλ. équation] | |
| 16936 | εξισωτής | [ἐξισωτής] ε-ξι-σω-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ισοσταθμιστής. ΣΥΝ. εκουαλάιζερ [< πβ. μτγν. ἐξισωτής ‘κατανεμητής των φόρων'] | |
| 16937 | εξισωτικός | , ή, ό [ἐξισωτικός] ε-ξι-σω-τι-κός επίθ.: που επιφέρει ή συνεπάγεται οικονομική ή άλλη εξίσωση: ~ή: εισφορά/επίδραση (του διαδικτύου). ~ό: εργασιακό καθεστώς. ~ές: αποζημιώσεις.|| (αρνητ. συνυποδ.) Ισοπεδωτικές-~ές προσεγγίσεις. Πβ. αντισταθμιστικός. ● επίρρ.: εξισωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: νομισματικά εξισωτικά ποσά βλ. νομισματικός [< αγγλ. compensatory, γαλλ. compensatoire] | |
| 16938 | εξισωτισμός | [ἐξισωτισμός] ε-ξι-σω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): εξάλειψη των διαφορών: δημοσιονομικός/μισθολογικός ~. Πολιτική ~ού εισοδημάτων (: ίσης κατανομής).|| (αρνητ. συνυποδ.) Ισοπεδωτικός/λαϊκίστικος ~. Πβ. εξομοίωση. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. egalitarianism, 1932] | |
| 16939 | έξιτ πολ | [ἔξιτ πολ] έ-ξιτ πολ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: δημοσκόπηση που διενεργείται κατά την έξοδο των ψηφοφόρων από το εκλογικό κέντρο: δημοσιοποίηση/διάψευση/επαλήθευση του ~. Οι προβλέψεις των ~. Ανίχνευση τάσεων με τη μέθοδο των ~. Τα ~ των τηλεοπτικών σταθμών. Τα πρώτα ~ δείχνουν ότι .../δίνουν τη νίκη (/το προβάδισμα) στο φαβορί. Βλ. εκλογολόγος, στατιστική. ΣΥΝ. δημοσκόπηση εξόδου [< αγγλ. exit poll, 1976] | |
| 16940 | εξιτάρω | [ἐξιτάρω] ε-ξι-τά-ρω ρ. (μτβ.) {εξίταρ-α κ. εξιτάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.): διεγείρω: Με ~ει το άγνωστο/η ιδέα να ... Περιγραφή που ~ει την περιέργεια και τη φαντασία. Πβ. αναστατώνω, εξάπτω, ερεθίζω, ιντριγκάρω, προκαλώ. [< γαλλ. exciter] | |
| 16941 | εξίτηλος | , η, ο [ἐξίτηλος] ε-ξί-τη-λος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που ξεβάφει, ξεθωριάζει, σβήνεται: ~η: επιγραφή. ~ες: τοιχογραφίες. ΑΝΤ. ανεξίτηλος (2) [< αρχ. ἐξίτηλος] | |
| 16942 | εξιτήριο | [ἐξιτήριο] ε-ξι-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): έγγραφο που χορηγείται σε ασθενή από νοσοκομείο ή άλλο ίδρυμα και πιστοποιεί ότι η νοσηλεία του έχει ολοκληρωθεί και μπορεί να φύγει: Πήρε ~ από την κλινική. Βλ. -τήριο. ΑΝΤ. εισιτήριο (3) [< πβ. μτγν. ἐξιτήριος ‘σχετικό με ή κατάλληλος για την αναχώρηση’] | |
| 16943 | εξιχνιάζω | [ἐξιχνιάζω] ε-ξι-χνι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εξιχνία-σα, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εξιχνιάζ-οντας}: ανακαλύπτω την αλήθεια σε μια υπόθεση, συνήθ. εντοπίζω τον δράστη: Η Ασφάλεια ~σε μια σειρά από κλοπές. Προσπαθούν να ~σουν το μυστήριο της εξαφάνισης του ... Απαγωγή/δολοφονία/έγκλημα/ληστεία που ~στηκε από τις αστυνομικές αρχές. Πβ. διαλευκαίνω, ξεδιαλύνω, ρίχνω άπλετο φως. [< μτγν. ἐξιχνιάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ