| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16944 | εξιχνίαση | [ἐξιχνίαση] ε-ξι-χνί-α-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξιχνιάζω: ~ ανθρωποκτονιών/εκβιασμών. Στοιχεία που θα οδηγήσουν στην ~ της υπόθεσης. Πβ. διαλεύκανση. | |
| 16945 | εξοβελίζω | [ἐξοβελίζω] ε-ξο-βε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξοβέλι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εξοβελίζ-οντας, εξοβελι-σμένος} 1. (μτφ.-λόγ.) απομακρύνω, διώχνω κάτι: Πολιτικές που ~ουν την έννοια της αλληλεγγύης. Θέμα που ~στηκε από τις συζητήσεις. Πβ. αποβάλλω, εξοστρακίζω. 2. ΦΙΛΟΛ. (κατά την κριτική έκδοση αρχ. κειμένου) βάζω ανάμεσα σε οβελούς λέξη ή φράση που θεωρείται νόθη ή εμβόλιμη. ΣΥΝ. αθετώ (2), οβελίζω [< μεσν. εξοβελίζω] | |
| 16946 | εξοβελισμός | [ἐξοβελισμός] ε-ξο-βε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-λόγ.) απομάκρυνση, αποπομπή: ~ μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα. Καταδίκη και ~ της βίας. Πβ. διώξιμο, εκδίωξη, εξοστρακισμός. 2. ΦΙΛΟΛ. τοποθέτηση λέξης ή φράσης αρχαίου κειμένου, που θεωρείται νόθη ή παρέμβλητη, ανάμεσα σε οβελούς. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. αθέτηση (2) | |
| 16947 | εξόγκωμα | ε-ξό-γκω-μα ουσ. (ουδ.): καθετί που προεξέχει από επιφάνεια: Δάπεδο λείο, χωρίς ~ώματα. Πβ. έπαρμα, (προ)εξοχή. Βλ. έξαρμα.|| (ΙΑΤΡ.) Επώδυνο ~. ~ στην κοιλιά/στο στήθος (πβ. ογκίδιο). Πβ. γρομπαλάκι, οίδημα, πρήξιμο. [< αρχ. ἐξόγκωμα ‘διόγκωση, φούσκωμα’] | |
| 16948 | εξογκώνω | [ἐξογκώνω] ε-ξο-γκώ-νω ρ. (μτβ.) {εξόγκω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος} (σπάν.) ΣΥΝ. διογκώνω, φουσκώνω 1. (μτφ.) μεγεθύνω, μεγαλοποιώ: ~ουν τα γεγονότα/τις δυνατότητες και τα επιτεύγματά του. Πβ. παραφουσκώνω. 2. αυξάνω τον όγκο σώματος ή πράγματος: Φλέβες που έχουν ~θεί. ~μένη: κοιλιά (= πρησμένη). [< 2: αρχ. ἐξογκῶ] | |
| 16949 | εξόγκωση | [ἐξόγκωση] ε-ξό-γκω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.) ΣΥΝ. διόγκωση 1. (μτφ.) μεγαλοποίηση: υπερβολές και ~ των προβλημάτων. ΣΥΝ. μεγέθυνση 2. ΙΑΤΡ. πρήξιμο: ~ του ήπατος. Πβ. οίδημα, φούσκωμα. [< μτγν. ἐξόγκωσις] | |
| 16950 | έξοδα | [ἔξοδα] έ-ξο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {εξόδ-ων | σπάν. στον εν. έξοδο}: χρήματα που δαπανώνται για κάποιον σκοπό: αλόγιστα/γενικά/δικαστικά/ειδικά/ετήσια/κρατικά/λειτουργικά/μεταφορικά/οδοιπορικά/οικογενειακά/πάγια/περιττά/προσωπικά/ταχυδρομικά/υπέρογκα ~. ~ ασφάλισης/διαμονής/διασκέδασης/διατροφής/ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης/μετακίνησης/νοσηλείας/ταξιδιού. ~ αποστολής και παραλαβής/συσκευασίας. Αμοιβές και ~ προσωπικού. Βιβλίο εσόδων-~ων. Με ~ του Δημοσίου/του κράτους. Υποτροφίες που καλύπτουν τα ~ των σπουδών. Βγάζω (= κερδίζω, εξοικονομώ)/μειώνω/περιορίζω/πληρώνω τα ~ά μου. Κάνω ~ (: ξοδεύω πολλά) και έχω χρεωθεί. Το μεγαλύτερο ~ο είναι ... Βλ. μικρο~. ΣΥΝ. δαπάνη (1) ΑΝΤ. έσοδα ● ΣΥΜΠΛ.: έξοδα παραστάσεως/παράστασης βλ. παράσταση ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον) σε/στα έξοδα (προφ.): αναγκάζω κάποιον να ξοδέψει λεφτά., μπαίνω στα/σε έξοδα (προφ.): υποχρεώνομαι να δαπανήσω πολλά χρήματα. Πβ. ξηλών-, ξοδεύ-ομαι. [< μεσν. έξοδον] | |
| 16951 | εξόδιος | , ος, ο [ἐξόδιος] ε-ξό-δι-ος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την εκφορά νεκρού: ~ος: ακολουθία (= νεκρώσιμη)/πομπή/τελετή. ~οι: ύμνοι. ● ΣΥΜΠΛ.: εξόδιο άσμα: ΦΙΛΟΛ. που τραγουδούσε ο χορός αρχαίας τραγωδίας κατά την έξοδό του από την ορχήστρα. Βλ. πάροδος1. [< μεσν. εξόδιος] | |
| 16952 | εξοδολόγιο | [ἐξοδολόγιο] ε-ξο-δο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλογος εξόδων ή τα συνολικά έξοδα: αναλυτικό ~. ~ εταιρείας. Δεν κάλυψε το ~ των διαιτητών. Βλ. -λόγιο. [< αγγλ. expense report] | |
| 16953 | έξοδος | [ἔξοδος] έ-ξο-δος ουσ. (θηλ.) {εξόδ-ου} ΑΝΤ. είσοδος 1. μετακίνηση από το εσωτερικό στο εξωτερικό ενός χώρου: ~ από το κτίριο/τον σταθμό (του μετρό). Η ~ του ηθοποιού από τη σκηνή/των θεατών από το θέατρο/των παικτών από τον αγωνιστικό χώρο. Κατά την ~ό του από το νοσοκομείο ... (βλ. εξιτήριο). Η ~ του χαρτιού (: από τον εκτυπωτή). (για υγρά, αέρια:) ~ αίματος/ατμού/καυσαερίων/νερού. Αγωγός/στόμιο ~ου. Βλ. μικρο~. 2. (συνεκδ.) σημείο, πέρασμα, άνοιγμα που επιτρέπει σε κάποιον ή κάτι να απομακρυνθεί από έναν χώρο και ειδικότ. δρόμος στα πλάγια αυτοκινητόδρομου από τον οποίο βγαίνουν τα οχήματα που κινούνται κατά μήκος του: η ~ του ποταμού (= εκβολές, βλ. δέλτα)/της σπηλιάς/του τούνελ/του φαραγγιού. ~ αγωγού/αντλίας/απορροής. Έλεγχος ταυτότητας στην είσοδο και ~ο. Κίνηση στην ~ο της πόλης. Αναζητώ την/βγαίνω από την/βρίσκω την/κατευθύνομαι προς την/φτάνω στην ~ο. Πού είναι η ~; Αυτή είναι η μοναδική ~. Με το σώμα του μου έκλεινε την ~ο. Πβ. πόρτα.|| ~οι εθνικής οδού/κόμβων. Η κίνηση στο ρεύμα ~ου. Βλ. πάροδος. 3. αναχώρηση από ορισμένο μέρος, που αποτελεί συνήθ. μόνιμο τόπο εγκατάστασης: (για διασκέδαση:) βραδινή/οικογενειακή/σαββατιάτικη ~. Περιόρισε τις ~ους και κάτσε διάβασε!|| (ΣΤΡΑΤ., άδεια σε στρατευμένο να φύγει από το στρατόπεδο για μικρό χρονικό διάστημα:) Στέρηση ~ου. Έχω ~ο μέχρι το πρωί.|| (με μεταφορικό μέσο από μεγαλούπολη, συνήθ. την πρωτεύουσα, σε διακοπές και αργίες:) Αιματηρή/μαζική ~. Με βροχές η ~ για το Πάσχα. Άρχισε/κορυφώνεται/ολοκληρώθηκε η ~ των αδειούχων/εκδρομέων. Επί ποδός η Τροχαία για την ~ο του τριημέρου.|| (επίσ.) Απαγόρευση ~ου από τη χώρα.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. 4. απομάκρυνση από σημείο ή βάση για την αντιμετώπιση αντιπάλου ή έκτακτης ανάγκης: (ΣΤΡΑΤ.) ~ πολεμικών αεροσκαφών (: για αναχαίτιση).|| (ΙΣΤ., για πολιορκημένους που σπάνε τον κλοιό:) Η ~ του Μεσολογγίου.|| (ΑΘΛ., του τερματοφύλακα από την εστία για να αποκρούσει την μπάλα:) Έκανε άστοχη/λανθασμένη ~ο.|| (συνεκδ., για σώμα της Πυροσβεστικής σε αποστολή:) Αναχώρηση της πυροσβεστικής ~ου από τον σταθμό. 5. αποχώρηση μετά τη διακοπή συμφωνίας νομικά κατοχυρωμένης ή την ολοκλήρωση διαδικασίας: ~ από την Ευρωπαϊκή Ένωση/το ΝΑΤΟ. ~ της εταιρείας από το χρηματιστήριο.|| ~ από το στράτευμα/στη σύνταξη. Πρόωρη/υποχρεωτική ~ από την υπηρεσία. Πβ. συνταξιοδότηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ από το λειτουργικό σύστημα/το πρόγραμμα. Είσοδος-~ χρήστη (: σε ιστοσελίδα).|| (ΑΘΛ., στο τέλος ενός προγράμματος ενόργανης γυμναστικής:) Εκπληκτική/θεαματική ~. ~ από το μονόζυγο.|| (μτφ.) ~ από τη ζωή (: θάνατος). 6. (μτφ.) αποδέσμευση από κάτι αρνητικό ή δυσάρεστο: ~ της οικονομίας/χώρας από την κρίση/το τέλμα. ~ από το αδιέξοδο/την απομόνωση. Πβ. απαλλαγή. 7. ΤΕΧΝΟΛ. (σε ηλεκτρικό κύκλωμα ή συσκευή) διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος (ή σήματος) έξω από διάταξη και συνεκδ. το άκρο ή τα άκρα της διάταξης, από το οποίο διέρχεται, για να οδηγηθεί σε συσκευή ή στην κατανάλωση: αντίσταση/θύρα/ισχύς/ρελέ/τάση ~ου.|| ~ εικόνας/ήχου. ~ ακουστικών/βίντεο/ενισχυτή/συναγερμού. ~ για ηχεία και μικρόφωνο. Η συσκευή διαθέτει/υποστηρίζει αναλογική/ψηφιακή ~ο. Συνδέω το καλώδιο στην ~ο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. το αποτέλεσμα της επεξεργασίας στοιχείων μέσω λογισμικού, δηλ. του μετασχηματισμού τους σε μορφή κατανοητή από τον χρήστη (εμφάνιση στην οθόνη, εκτύπωση, αποστολή σε περιφερειακή μονάδα): ~ σε μορφή κειμένου. Κατάσταση/μνήμη (: για προσωρινή αποθήκευση των δεδομένων)/συσκευή (: για την επεξεργασία των δεδομένων) ~ου. 9. ΦΙΛΟΛ. το τελικό τμήμα της αρχαίας τραγωδίας μετά το τελευταίο στάσιμο, κατά το οποίο ο χορός αποχωρεί από την ορχήστρα. Βλ. επεισόδιο, πρόλογος. ● Έξοδος (η): ΘΕΟΛ. βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης στο οποίο περιγράφεται η φυγή των Εβραίων από την Αίγυπτο και η μετάβασή τους στη Γη της Επαγγελίας. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσκόπηση εξόδου (επίσ.): έξιτ πολ., έξοδος κινδύνου: σημείο σε κτίριο ή μεταφορικό μέσο, από όπου μπορεί να διαφύγει κάποιος σε περίπτωση κινδύνου (π.χ. πυρκαγιάς): ~ ~ αεροπλάνου/πολυκαταστήματος/σχολείου. Σήμανση/φωτισμός των ~ων ~. Βλ. παθητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια. [< αγγλ. emergency exit, 1902] , εθελουσία/εθελούσια έξοδος βλ. εθελούσιος, οδός/έξοδος διαφυγής βλ. διαφυγή ● ΦΡ.: δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον βλ. πόρτα [< 1,2,9: αρχ. ἔξοδος 3: μτγν. ἔξοδος, γαλλ. exode, αγγλ. exodus 4: γαλλ. sortie 5,6: κατά το είσοδος, αγγλ. exit 7,8: αγγλ. output] | |
| 16954 | εξοδούχος | [ἐξοδοῦχος] ε-ξο-δού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. στρατιώτης που έχει άδεια εξόδου από το Κέντρο Εκπαίδευσης ή τη μονάδα όπου υπηρετεί. Βλ. αδειούχος, -ούχος1. | |
| 16955 | εξοδόχαρτο | [ἐξοδόχαρτο] ε-ξο-δό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): έγγραφο με το οποίο χορηγείται άδεια εξόδου σε στρατευμένο. Βλ. -χαρτο. | |
| 16956 | εξοίδηση | [ἐξοίδηση] ε-ξοί-δη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία εξογκώματος, οιδήματος· πρήξιμο: φλεγμονώδης ~. [< μτγν. ἐξοίδησις] | |
| 16957 | εξοικειωμένος | , η, ο [ἐξοικειωμένος] ε-ξοι-κει-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει εξοικειωθεί με κάτι: Είναι ~ με τους υπολογιστές. Πβ. μαθημένος, συνηθισμένος. ΑΝΤ. ανεξοικείωτος [< μτγν. ἐξῳκειωμένος, γαλλ. familiarisé] | |
| 16958 | εξοικειώνω | [ἐξοικειώνω] ε-ξοι-κει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξοικείω-σα, εξοικειώ-θηκα, -θώ, -μένος, εξοικειών-οντας}: κάνω κάτι οικείο σε κάποιον: Δραστηριότητα που ~ει τα παιδιά με την τέχνη.|| (συνήθ. μεσοπαθ., αποκτώ ή νιώθω οικειότητα με κάτι:) Οι μαθητές ~ονται με την ανακύκλωση. Έχουν ~θεί με το ίντερνετ/στο κολύμπι (πβ. μαθαίνω). Έχω ~θεί με την ιδέα του θανάτου (πβ. συνηθίζω). Πβ. εγκλιματίζ-, προσαρμόζ-, προσοικειών-ομαι. [< μτγν. ἐξοικειῶ, γαλλ. familiariser] | |
| 16959 | εξοικείωση | [ἐξοικείωση] ε-ξοι-κεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): απόκτηση οικειότητας: γνωριμία και ~ με τη χρήση νέων τεχνολογιών. Πβ. τριβή.|| ~ του πολίτη με τις δημοκρατικές διαδικασίες. Πβ. εγκλιματισμός, προσαρμογή, προσοικείωση, συνήθεια. [< μτγν. ἐξοικείωσις 'χειραφέτηση', γαλλ. familiarisation] | |
| 16960 | εξοικονόμηση | [ἐξοικονόμηση] ε-ξοι-κο-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξοικονομώ: ~ ενέργειας/πόρων/πρώτων υλών.|| ~ νερού/χρημάτων. ~ήσεις δαπανών. (μτφ.) ~ δυνάμεων/χρόνου/χώρου. Πβ. εξασφάλιση, (εξ)εύρεση. [< μτγν. ἐξοικονόμησις 'απαλλοτρίωση'] | |
| 16961 | εξοικονομώ | [ἐξοικονομῶ] ε-ξοι-κο-νο-μώ ρ. (μτβ.) {εξοικονομείς ... | εξοικονόμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ούμενος, -ώντας}: εξασφαλίζω ή δεν δαπανώ κάτι, ώστε να το έχω στη διάθεσή μου: Εργάζομαι, για να ~ τα προς το ζην. Με την ανακύκλωση ~ούμε πρώτες ύλες. ~ησε χρόνο (= βρήκε). ~ήθηκε χώρος αποθήκευσης. Πρωτοβουλία που θα της ~ήσει εκατομμύρια ευρώ. ~ούμενη: ενέργεια.|| Προσπαθεί να ~ήσει (= αποταμιεύσει) χρήματα για την αγορά ενός διαμερίσματος. (μτφ.) ~είται κόπος (= κερδίζεται). Πβ. γλιτώνω. ΑΝΤ. χάνω (1) [< πβ. μτγν. ἐξοικονομῶ ‘αφαιρώ από το σπίτι, απαλλοτριώνω’, γαλλ. économiser] | |
| 16962 | εξοκέλλω | [ἐξοκέλλω] ε-ξο-κέλ-λω ρ. (αμτβ.) {εξώκειλε κ. εξόκειλε (λαϊκό ξώκειλε), εξοκείλει, κυρ. στο θ. του αόρ.} (λόγ.) 1. (για πλεούμενο) προσαράζω, ναυαγώ στην ακτή· (για κήτος) χάνω τον προορισμό μου και βγαίνω στην ακτή. 2. (μτφ.) ξεπέφτω, παρεκτρέπομαι. Πβ. εκφυλίζομαι, παραστρατώ. [< 1: αρχ. ἐξοκέλλω] | |
| 16963 | εξολίσθηση | [ἐξολίσθηση] ε-ξο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ολίσθηση, γλίστρημα. [< μτγν. ἐξολίσθησις ‘παρέκκλιση, εκτροπή, σφάλμα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ