Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [17820-17840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16960εξοικονόμηση[ἐξοικονόμηση] ε-ξοι-κο-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξοικονομώ: ~ ενέργειας/πόρων/πρώτων υλών.|| ~ νερού/χρημάτων. ~ήσεις δαπανών. (μτφ.) ~ δυνάμεων/χρόνου/χώρου. Πβ. εξασφάλιση, (εξ)εύρεση. [< μτγν. ἐξοικονόμησις 'απαλλοτρίωση']
16961εξοικονομώ[ἐξοικονομῶ] ε-ξοι-κο-νο-μώ ρ. (μτβ.) {εξοικονομείς ... | εξοικονόμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ούμενος, -ώντας}: εξασφαλίζω ή δεν δαπανώ κάτι, ώστε να το έχω στη διάθεσή μου: Εργάζομαι, για να ~ τα προς το ζην. Με την ανακύκλωση ~ούμε πρώτες ύλες. ~ησε χρόνο (= βρήκε). ~ήθηκε χώρος αποθήκευσης. Πρωτοβουλία που θα της ~ήσει εκατομμύρια ευρώ. ~ούμενη: ενέργεια.|| Προσπαθεί να ~ήσει (= αποταμιεύσει) χρήματα για την αγορά ενός διαμερίσματος. (μτφ.) ~είται κόπος (= κερδίζεται). Πβ. γλιτώνω. ΑΝΤ. χάνω (1) [< πβ. μτγν. ἐξοικονομῶ ‘αφαιρώ από το σπίτι, απαλλοτριώνω’, γαλλ. économiser]
16962εξοκέλλω[ἐξοκέλλω] ε-ξο-κέλ-λω ρ. (αμτβ.) {εξώκειλε κ. εξόκειλε (λαϊκό ξώκειλε), εξοκείλει, κυρ. στο θ. του αόρ.} (λόγ.) 1. (για πλεούμενο) προσαράζω, ναυαγώ στην ακτή· (για κήτος) χάνω τον προορισμό μου και βγαίνω στην ακτή. 2. (μτφ.) ξεπέφτω, παρεκτρέπομαι. Πβ. εκφυλίζομαι, παραστρατώ. [< 1: αρχ. ἐξοκέλλω]
16963εξολίσθηση[ἐξολίσθηση] ε-ξο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ολίσθηση, γλίστρημα. [< μτγν. ἐξολίσθησις ‘παρέκκλιση, εκτροπή, σφάλμα’]
16964εξολκέας[ἐξολκέας] ε-ξολ-κέ-ας ουσ. (αρσ.) {εξολκ-είς, -έων} ΤΕΧΝΟΛ. 1. εργαλείο με το οποίο τραβιέται κάτι προς τα έξω: υδραυλικός ~ βιδών/ρουλεμάν. 2. (ειδικότ.) εξάρτημα για εξαγωγή του κενού κάλυκα μετά την εκπυρσοκρότηση, όταν αυτός δεν βγει αυτόματα από το όπλο ή σε περίπτωση εμπλοκής (εγκλωβισμού βλήματος στο όπλο). [< γαλλ. extracteur]
16965εξολόθρευση[ἐξολόθρευση] ε-ξο-λό-θρευ-ση ουσ. (θηλ.): εξόντωση: ~ του αντιπάλου/του εχθρού/λαών/πληθυσμών. Πβ. αφανισμός, εκμηδένιση, ξεκλήρισμα, συντριβή.|| ~ εντόμων/τρωκτικών. Υπηρεσίες απολύµανσης και ~ης. [< μτγν. ἐξολόθρευσις]
16966εξολοθρευτής[ἐξολοθρευτής] ε-ξο-λο-θρευ-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει εξοντώσει κάποιον ή εξοντώνει κάτι: καταπιεστές και ~ές μειονοτήτων.|| ~ές εντόμων. Πβ. καταστροφέας, χαλαστής. [< μτγν. ἐξολοθρευτής]
16967εξολοθρευτικός, ή, ό [ἐξολοθρευτικός] ε-ξο-λο-θρευ-τι-κός επίθ.: που στοχεύει στην εξολόθρευση: ~ός: πόλεμος. ~ή: μανία. ~ά: όπλα. Πβ. αφανιστ-, εξοντωτ-, καταστροφ-ικός. [< μτγν. ἐξολοθρευτικός]
16968εξολοθρεύω[ἐξολοθρεύω] ε-ξο-λο-θρεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξολόθρευ-σα, εξολοθρεύ-τηκε (σπάν.) -θηκε, -τεί (σπάν.) -θεί, -οντας}: καταστρέφω ολοκληρωτικά: ~σαν αμάχους. Η πόλη λεηλατήθηκε και ο πληθυσμός ~τηκε. Οικοσυστήματα που ~τηκαν. Πβ. αποδεκατίζω, αφανίζω, εξοντώνω, ξεκληρίζω, συντρίβω. [< μτγν. ἐξολοθρεύω]
16970εξομάλυνση[ἐξομάλυνση] ε-ξο-μά-λυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διευθέτηση, τακτοποίηση: ~ διαφορών/προβλημάτων/σχέσεων (συνήθ. μεταξύ χωρών). ~ της ροής (π.χ. των συνδρομών). Πβ. ομαλοποίηση. ΑΝΤ. όξυνση (1) 2. λείανση: ~ ανωμαλιών (επιφάνειας)/δαπέδου (πβ. ίσιωμα). ~ των γωνιών. [< γαλλ. aplanissement]
16971εξομαλύνω[ἐξομαλύνω] ε-ξο-μα-λύ-νω ρ. (μτβ.) {εξομάλυ-να, -νθηκε, -νθεί, εξομαλύν-οντας} ΑΝΤ. εκτραχύνω 1. (μτφ.) διευθετώ, ρυθμίζω: Προσπάθησαν να ~ουν τις διαφορές τους/τα πράγματα. ~νε τις κοινωνικές αντιθέσεις (πβ. μετριάζω). Η κατάσταση ~νθηκε. Οι εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών ~νθηκαν. Πβ. ομαλο-, τακτο-ποιώ. ΑΝΤ. οξύνω.|| (σπάν.) ~ει το κείμενο (= διορθώνει, επιμελείται). 2. λειαίνω (επιφάνεια). Πβ. ισιώνω. [< γαλλ. aplanir]
16972εξομοιώνω[ἐξομοιώνω] ε-ξο-μοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξομοίω-σα, -θηκα, -θεί, -μένος, εξομοιών-οντας} 1. κατατάσσω στο ίδιο επίπεδο: Υπάλληλοι που ~ονται βαθμολογικά και μισθολογικά. Τίτλοι σπουδών που ~θηκαν (: έγιναν ισότιμοι). Πβ. εξισώνω. ΑΝΤ. διαφοροποιώ (2) 2. (αρνητ. συνυποδ.) ταυτίζω: ~ουν τα ανόμοια. Μη μας ~ετε, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Πβ. συνταυτίζω. ΑΝΤ. διακρίνω (2), διαχωρίζω [< 1: αρχ. ἐξομοιῶ]
16973εξομοίωση[ἐξομοίωση] ε-ξο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξομοιώνω: βαθμολογική/μισθολογική/οικονομική ~ (εργαζομένων ή υπαλλήλων). Επαγγελματική ~ (αποφοίτων ή πτυχιούχων). ~ δικαιωμάτων/πτυχίων. Πβ. εξίσωση, ισοτίμηση.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αυθαίρετη ~ καταστάσεων. Πβ. (συν)ταύτιση. ΑΝΤ. διάκριση (2), διαφοροποίηση (1), διαχωρισμός 2. ΤΕΧΝΟΛ. προσομοίωση: ~ πτήσης. [< 1: μτγν. ἐξομοίωσις]
16974εξομοιωτής[ἐξομοιωτής] ε-ξο-μοι-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. προσομοιωτής: ~ές οδήγησης/πτήσης. [<
16975εξομοιωτικός, ή, ό [ἐξομοιωτικός] ε-ξο-μοι-ω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την εξομοίωση: ~ή: άσκηση. ~ό: μοντέλο/πρόγραμμα. ΣΥΝ. προσομοιωτικός [< πβ. μτγν. ἐξομοιωτικός ‘αυτός που προκαλεί ομοιότητα’]
16976εξομολόγηση[ἐξομολόγηση] ε-ξο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) ξομολόγηση 1. αποκάλυψη μυστικού, προσωπικών σκέψεων, αισθημάτων: ειλικρινής ~. ~ από καρδιάς/εκ βαθέων. Της/του έκανε ερωτική ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο της χριστιανικής εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστός αποκαλύπτει τις αμαρτίες του σε ιερέα-εξομολόγο και ζητά συγχώρεση: ιερά ~. ~ και μετάνοια. Πβ. ομολογία. [< μτγν. ἐξομολόγησις]
16977εξομολογητήριο[ἐξομολογητήριο] ε-ξο-μο-λο-γη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. χώρος της εκκλησίας όπου γίνεται το μυστήριο της εξομολόγησης. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. confessional]
16978εξομολογητής[ἐξομολογητής] ε-ξο-μο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. εξομολόγος. ΣΥΝ. πνευματικός 2. (μτφ.) κοντινό πρόσωπο στο οποίο αποκαλύπτει κάποιος τις μύχιες σκέψεις του: προσωπικός ~. Βλ. συμβουλάτορας, σύμβουλος. [< 1: μεσν. εξομολογητής]
16979εξομολογητικός, ή, ό [ἐξομολογητικός] ε-ξο-μο-λο-γη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εξομολόγηση: ~ός: μονόλογος/τόνος. ~ή: διάθεση. ~ό: ύφος. ~οί: στίχοι. ~ές: διηγήσεις/συνεντεύξεις. Κείμενα με αυτοβιογραφικό και ~ό περιεχόμενο. Πβ. αποκαλυπτικός. ● επίρρ.: εξομολογητικά [< μτγν. ἐξομολογητικός 'που εκφράζει ευγνωμοσύνη', γαλλ. confessionnel]
16980εξομολόγος[ἐξομολόγος] ε-ξο-μο-λό-γος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ξομολόγος: ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας της χριστιανικής εκκλησίας που τελεί το μυστήριο της εξομολόγησης. Βλ. -λόγος. ΣΥΝ. εξομολογητής (1), πνευματικός, πνευματικός πατέρας (3)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.