Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17840-17860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16986εξοντωτικός, ή, ό [ἐξοντωτικός] ε-ξο-ντω-τι-κός επίθ. 1. που κουράζει, φθείρει υπερβολικά: ~ή: δίαιτα/εργασία. ~ό: πρόγραμμα/ωράριο. ~οί ρυθμοί εργασίας. ~ές συνθήκες διαβίωσης. Πβ. εξαντλητ-, εξουθενωτ-ικός. ΑΝΤ. αναζωογονητικός 2. που οδηγεί σε οικονομική ή άλλη καταστροφή: ~ός: ανταγωνισμός/φόρος. ~ή: δοκιμασία. ~ά: μέτρα/πρόστιμα. 3. που προκαλεί θανάτωση: ~ός: διωγμός/πόλεμος. ● επίρρ.: εξοντωτικά
16987εξονυχιστικός, ή, ό [ἐξονυχιστικός] ε-ξο-νυ-χι-στι-κός επίθ.: που γίνεται με σχολαστικότητα και επιμονή στη λεπτομέρεια: ~ή: έρευνα/προετοιμασία. ~ές: ιατρικές εξετάσεις. Διενεργείται ~ σωματικός έλεγχος. Πβ. εξαντλητικός, λεπτομερειακός, λεπτομερής. ΑΝΤ. αδρομερής ● επίρρ.: εξονυχιστικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] [< πβ. μτγν. ἐξονυχιστικός ‘σχετικός με το λιμάρισμα των νυχιών’, γαλλ. minutieux]
16988εξοπλίζω[ἐξοπλίζω] ε-ξο-πλί-ζω ρ. (μτβ.) {εξόπλι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξοπλίζ-οντας} 1. προμηθεύω κάποιον ή κάτι με όπλα και άλλα πολεμικά υλικά: Οι δύο πλευρές ~ονται για πόλεμο. ~σμένα: στρατεύματα. Πβ. οπλίζω. ΑΝΤ. αφοπλίζω (1) 2. (μτφ.) εφοδιάζω χώρο με τα αναγκαία αντικείμενα (έπιπλα, εργαλεία, όργανα, εξαρτήματα) για την εύρυθμη λειτουργία του: Αίθουσα που ~στηκε με κλιματισμό. Σχολεία που ~στηκαν με υπολογιστές. Γυμναστήριο ~σμένο με σύγχρονα μηχανήματα.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) Έχει ~στεί με γνώσεις. [< 1: αρχ. ἐξοπλίζω]
16989εξοπλισμός[ἐξοπλισμός] ε-ξο-πλι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ενίσχυση του οπλοστασίου χώρας, στρατού, σώματος ασφαλείας με πολεμικό υλικό· το ίδιο το πολεμικό υλικό: στρατιωτικός ~. Ο ~ των Ενόπλων Δυνάμεων. ΑΝΤ. αφοπλισμός. Βλ. υπερ~. || Ο ~ του αεροσκάφους/ραντάρ. ~ ατομικής προστασίας των αστυνομικών. Μείωση των/προμήθεια ~ών. Πβ. οπλικά συστήματα.|| (ειδικότ.) ~ για κυνήγι. 2. (μτφ.) εφοδιασμός χώρου με εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα, εργαλεία, ώστε να λειτουργήσει ομαλά και αποτελεσματικά· το σύνολό τους: ηλεκτρονικός ~ με πολυμέσα.|| Επαγγελματικός/ηλεκτρολογικός/πάγιος ~. ~ αυτοκινήτου/εργαστηρίου/καταστημάτων/ξενοδοχείου/σπιτιού (πβ. επίπλωση, σκευή). Ιατρικός ~ νοσοκομείων. Μηχανογραφικός ~ γραφείων. Μηχανολογικός ~ πλοίων. Τηλεπικοινωνιακός ~ σκάφους. Παρέχουμε ~ό τελευταίας τεχνολογίας.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) Εκδρομικός/ορειβατικός ~. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: έλεγχος των εξοπλισμών βλ. έλεγχος, εξοπλιστικός ανταγωνισμός βλ. ανταγωνισμός [< 1: μτγν. ἐξοπλισμός, γαλλ. armement, équipement]
16990εξοπλιστικός, ή, ό [ἐξοπλιστικός] ε-ξο-πλι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον στρατιωτικό εξοπλισμό: ~ός: προϋπολογισμός. ~ή: πολιτική. ~ά: προγράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: εξοπλιστικός ανταγωνισμός βλ. ανταγωνισμός
16991εξοργίζω[ἐξοργίζω] ε-ξορ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {εξόργι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξοργίζ-οντας}: προκαλώ την οργή κάποιου, τον κάνω να οργιστεί: Με ~ει το θράσος του (πβ. εξαγριώνω). ~στηκα με τη συμπεριφορά σου. ~ομαι (= θυμώνω πάρα πολύ· πβ. βγαίνω/με βγάζει από τα ρούχα μου, παίρνω ανάποδες), όταν βλέπω ... ~σμένος μαζί της. Πβ. αγανακτώ, (παρ)οργίζω. [< αρχ. ἐξοργίζω]
16992εξοργιστικός, ή, ό [ἐξοργιστικός] ε-ξορ-γι-στι-κός επίθ.: που εξοργίζει: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: αδιαφορία/συμπεριφορά. ~ά: ψέματα. ● επίρρ.: εξοργιστικά
16993εξορθολογίζω[ἐξορθολογίζω] ε-ξορ-θο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {εξορθολόγι-σε, εξορθολογί-στηκε, -σμένος, συνήθ στο γ' πρόσ.}: διευθετώ κάτι με ορθολογικό τρόπο: Επιχειρήσεις που ~ουν τις δαπάνες/τα έξοδά τους. ~σμένη διαχείριση απορριμμάτων. [< γαλλ. rationaliser, 1907]
16994εξορθολογισμός[ἐξορθολογισμός] ε-ξορ-θο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξορθολογίζω: διοικητικός ~. Ο ~ των δαπανών/της παραγωγής. ~ και εκσυγχρονισμός υπηρεσιών. Πβ. εκλογίκευση, ορθολογικοποίηση, ορθολογισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. rationalization, 1921, γαλλ. rationalisation, 1967]
16995εξορία[ἐξορία] ε-ξο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. εκδίωξη κάποιου από την πατρίδα του ή εκτοπισμός του σε επιτηρούμενη περιοχή εντός της χώρας στην οποία ζει, που επιβάλλεται ως ποινή: (παλαιότ.) Μας έστειλαν/μας πήγαν ~. Ξερονήσια/τόποι ~ας πολιτικών κρατουμένων. Διώξεις, φυλακίσεις και ~ες. Πβ. εκπατρισμός, εκτόπιση, εξορισμός, υπερορία. Βλ. αυτο~, εξοστρακισμός. 2. (συνεκδ.) ο τόπος όπου εξορίζεται κάποιος και η κατάσταση του να ζει εκεί εξόριστος: Κρατούμενος που γύρισε/επανήλθε/επέστρεψε από την ~. Αγωνιστής που έζησε/πέθανε στην ~.|| (μτφ.-προφ.) Εδώ στην ~ που ζω ... (: συνήθ. για στρατιώτη ή δημόσιο υπάλληλο που υπηρετεί σε μακρινό και απομονωμένο μέρος). ● ΦΡ.: στην εξορία του Αδάμ: πολύ μακριά, σε απρόσιτο τόπο: Ζει/μένει σ' ένα μικρό χωριό, ~ ~. Πβ. στου δια(β)όλου τη μάνα. [< 1: μτγν. ἐξορία]
16996εξορίζω[ἐξορίζω] ε-ξο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {εξόρι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: επιβάλλω σε κάποιον την ποινή της εξορίας: Πολιτικός που συνελήφθη και ~στηκε από τη δικτατορία. ~σμένος από την πατρίδα του (= εξόριστος). Πβ. εκτοπίζω. [< αρχ. ἐξορίζω]
16997εξορισμός[ἐξορισμός] ε-ξο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια του εξορίζω, εξορία: ~ αντιφρονούντων. ~ από την πατρογονική εστία. Πβ. εκπατρ-, εκτοπ-ισμός. [< μτγν. ἐξορισμός]
16998εξόριστος, η, ο [ἐξόριστος] ε-ξό-ρι-στος επίθ.: που έχει εξοριστεί: ~η: κυβέρνηση. ~οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες. Αγωνιστές που μαρτύρησαν ~οι σε ξερονήσια.|| (ως ουσ.) Πολιτικός ~. Οι ~οι της χούντας. Η επιστροφή των/στρατόπεδο ~ίστων. Πβ. εκτοπ-, εξορ-ισμένος. Βλ. αυτο~, πρόσφυγας. [< μτγν. ἐξόριστος]
16999εξορκίζω[ἐξορκίζω] ε-ξορ-κί-ζω ρ. (μτβ.) {εξόρκι-σα, εξορκί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξορκίζ-οντας} ΣΥΝ. ξορκίζω 1. διώχνω, απομακρύνω, απωθώ κάτι, συνήθ. πονηρά πνεύματα, σύμφωνα με θρησκευτικές αντιλήψεις: ~ τους φόβους και τις ανησυχίες μου. Παραδοσιακοί χοροί που ~ουν το κακό. ~ει τους δαίμονες (= κάνει εξορκισμό). 2. εκλιπαρώ, ικετεύω: Σ' ~ σε ό,τι έχεις ιερό/στο όνομα του παιδιού σου να ... ΣΥΝ. καθικετεύω [< 1: μτγν. ἐξορκίζω, γαλλ. exorciser, αγγλ. exorcize 2: αρχ. ~]
17000εξορκισμός[ἐξορκισμός] ε-ξορ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. εκδίωξη δαιμονικών πνευμάτων από άνθρωπο ή τόπο, σύμφωνα με εκκλησιαστικές ή παγανιστικές πεποιθήσεις· η αντίστοιχη ευχή: ~ δαιμόνων/του κακού. ~ στην Καθολική/Ορθόδοξη Εκκλησία. Τελετή ~ού. Ιερέας που κάνει ~ό. Πβ. ξόρκισμα.|| Ο γέροντας διάβαζε τους ~ούς. Πβ. ξόρκι. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐξορκισμός, γαλλ. exorcisme, αγγλ. exorcism]
17001εξορκιστής[ἐξορκιστής] ε-ξορ-κι-στής ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ξορκιστής: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που κάνει εξορκισμούς: παπάς-~. ~ές κακών πνευμάτων. Μάγοι και ~ές. [< μτγν. ἐξορκιστής, γαλλ. exorciste, αγγλ. exorcist]
17002εξορκιστικός, ή, ό [ἐξορκιστικός] ε-ξορ-κι-στι-κός επίθ.: που πιστεύεται ότι εξορκίζει το κακό: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ές: ευχές. [< μτγν. ἐξορκιστικός]
17003εξορμάωβλ. εξορμώ
17004εξόρμηση[ἐξόρμηση] ε-ξόρ-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μαζική μετακίνηση ανθρώπων, συνήθ. για αναψυχή: ανοιξιάτικη/εκδρομική/εκπαιδευτική/ορειβατική/ποδηλατική/χριστουγεννιάτικη ~. ~ στο δάσος/στα νησιά/στις παραλίες/στην ύπαιθρο. Διήμερη χειμερινή ~ για σκι. Ορειβατικός σύλλογος που διοργανώνει ~ήσεις. Πβ. απόδραση, εκδρομή. Βλ. περιήγηση. 2. οργανωμένη δράση που αναλαμβάνουν τα μέλη οργάνωσης, φορέα, κόμματος, προκειμένου να πετύχουν ορισμένο στόχο: διαφημιστική/ενημερωτική/οικονομική/πολιτική ~. ~ δενδροφύτευσης. ~ για τον καθαρισμό των ακτών. ~ της Τροχαίας για το παράνομο παρκάρισμα. Σειρά ~ήσεων και εκδηλώσεων. Πβ. εκστρατεία, καμπάνια. 3. εξαπόλυση επίθεσης από τον στρατό: επιθετική/νικηφόρα ~. Πβ. εισβολή, επιδρομή. [< πβ. μτγν. ἐξόρμησις ‘παρακίνηση, ορμή’, γαλλ. expédition]
17005εξορμώ[ἐξορμῶ] ε-ξορ-μώ ρ. (αμτβ.) {εξορμ-ά ... | εξόρμ-ησα} & εξορμάω 1. μετακινούμαι ομαδικά προς την ύπαιθρο για λόγους αναψυχής: Παραθεριστές που ~ούν στα νησιά. Πβ. ξεχύνομαι, ορμώ. 2. αναπτύσσω πρωτοβουλία βάσει καθορισμένου σχεδίου δράσης, για να πετύχω συγκεκριμένο στόχο: Οι εκλογές πλησιάζουν και τα κόμματα ~ούν στην περιφέρεια. 3. επιτίθεμαι: ~ούν κατά του εχθρού. Πβ. εκστρατεύω.|| Ζώο που ~ά τη νύχτα, για να βρει την τροφή του. [< πβ. αρχ. ἐξορμῶ ‘παρακινώ, ορμώ’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.