Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17860-17880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17006εξορυκτικός, ή, ό [ἐξορυκτικός] ε-ξο-ρυ-κτι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την εξόρυξη: ~ά: απόβλητα/μηχανήματα. ~ές και λατομικές δραστηριότητες.
17007εξόρυξη[ἐξόρυξη] ε-ξό-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. εξαγωγή ορυκτών ή μεταλλευμάτων από κοιτάσματα: ~ διαμαντιών/πετρελαίου/χρυσού. Λατομεία ~ης μαρμάρων. 2. ΙΑΤΡ. (για τον οφθαλμικό βολβό) χειρουργική αφαίρεση. ● ΣΥΜΠΛ.: εξόρυξη γνώσης: ΠΛΗΡΟΦ. αποκάλυψη ή παραγωγή λειτουργικής γνώσης μέσω ανάλυσης δεδομένων: ~ ~ από πολυμέσα. [< αγγλ. knowledge mining] , εξόρυξη δεδομένων & (σπάν.) πληροφοριών: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόματη άντληση δομημένης πληροφορίας από αδόμητο σύστημα στοιχείων: ~ ~ από τον παγκόσμιο ιστό. Βλ. ανάκτηση πληροφοριών. [< αγγλ. data mining, 1968] [< μτγν. ἐξόρυξις ‘βγάλσιμο (για μάτια)’]
17008εξορύσσω[ἐξορύσσω] ε-ξο-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {εξόρυ-ξε, εξορύ-χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, -γμένος, εξορύσσ-οντας}: ΓΕΩΛ. εξάγω, με τεχνικά μέσα, ορυκτά ή μεταλλεύματα από κοίτασμα: Επιχείρηση που ~ει λιθάνθρακα. Περιοχή όπου ~εται λιγνίτης. [< αρχ. ἐξορύσσω ‘βγάζω σκάβοντας’]
17009εξοστρακίζω[ἐξοστρακίζω] ε-ξο-στρα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {εξοστράκι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξοστρακίζ-οντας} 1. (μτφ.) απομακρύνω, διώχνω κάποιον ή κάτι: Tο ευρώ ~σε τα εθνικά νομίσματα (πβ. εκτοπίζω). ~σμένος από τον κοινωνικό περίγυρο. Πβ. αποπέμπω, εκδιώκω, εκπαραθυρώνω, εξοβελίζω. 2. ΙΣΤ. επιβάλλω την ποινή του εξοστρακισμού. ● Παθ.: εξοστρακίζεται: προσκρούει με μεγάλη ταχύτητα σε επιφάνεια και αλλάζει κατεύθυνση: Η σφαίρα ~στηκε στον τοίχο. [< 2: αρχ. ἐξοστρακίζω]
17010εξοστρακισμός[ἐξοστρακισμός] ε-ξο-στρα-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (στην αρχ. Αθήνα) εξορία πολιτικού προσώπου που αποφασιζόταν από την Εκκλησία του Δήμου και γινόταν με την αναγραφή του ονόματός του σε θραύσμα αγγείου (όστρακο). ΣΥΝ. οστρακισμός 2. (μτφ.) εξουδετέρωση, απομάκρυνση: κοινωνικός/πολιτικός ~. Ο ~ των αδυνάτων. ~ και απομόνωση/περιθωριοποίηση. Πβ. εκτόπιση.|| (κατ' επέκτ.) Ο ~ της βίας. Πβ. αποπομπή, διώξιμο, εκδίωξη, εξοβελισμός. 3. πρόσκρουση αντικειμένου με μεγάλη ταχύτητα σε επιφάνεια και αλλαγή της πορείας του: ~ βλημάτων/θραυσμάτων. Βλ. -ισμός. [< 1: μτγν. ἐξοστρακισμός]
17011εξόστωση[ἐξόστωση] ε-ξό-στω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος στην επιφάνεια οστού: ~ώσεις φτέρνας. Πβ. οστεόφυτα, οστέωμα. [< αρχ. ἐξόστωσις ‘εξόγκωση του οστού’, γαλλ. exostose, αγγλ. exostosis]
17012εξού[ἐξοῦ] ε-ξού επίρρ. (+ και) (λόγ.): (για να δηλωθεί προέλευση ή αιτία) απ' όπου· γι' αυτό, για αυτόν τον λόγο: Ένα γονίδιο "κωδικοποιεί" μια πρωτεΐνη, ~ και ο όρος γενετικός κώδικας.|| Από σένα είχα μεγαλύτερες απαιτήσεις, ~ και η απογοήτευσή μου. [< αρχ. φρ. ἐξ οὗ]
17013εξουδετερώνω[ἐξουδετερώνω] ε-ξου-δε-τε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξουδετέρω-σε, εξουδετερώ-σει, -θηκε, -θεί, εξουδετερών-οντας, εξουδετερω-μένος} 1. καθιστώ κάτι επιβλαβές εντελώς ανίσχυρο ή ακίνδυνο· αποδυναμώνω κάποιον, εκμηδενίζοντας τις δυνατότητές ή τη δράση του: Αντίδοτο/ένζυμο που ~ει το δηλητήριο. Το αποσμητικό ~σε την κακοσμία του ιδρώτα. Το ανοσοποιητικό σύστημα είχε ~σει τον ιό. Επιδιώκει να ~σει την απειλή του ηλεκτρονικού εγκλήματος (πβ. εξαλείφω, εξαφανίζω). ~θηκε ο εκρηκτικός μηχανισμός. Πβ. αδρανο-, απενεργο-ποιώ, αφοπλίζω. ΑΝΤ. ενεργοποιώ.|| ~σαν την αντίσταση/την επιρροή/τα σχέδιά του. Κατάφεραν να ~σουν τους αντιπάλους τους. Πβ. εξαρθρώνω, συντρίβω, βγάζω από τη μέση, κάνω κάποιον σκόνη. 2. ΧΗΜ. προκαλώ αντίδραση εξουδετέρωσης. Πβ. ουδετεροποιώ. [< γαλλ. neutraliser]
17014εξουδετέρωση[ἐξουδετέρωση] ε-ξου-δε-τέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξολόθρευση, εξαφάνιση, εξάλειψη: ~ του αντιπάλου/εχθρού (πβ. συντριβή). ~ της τρομοκρατικής οργάνωσης (πβ. εξάρθρωση). Επιδιώκεται η πολιτική του ~ (πβ. αφοπλισμός).|| ~ του θορύβου/της κακοσμίας. ~ βακτηρίων από αντισώματα του οργανισμού (πβ. αδρανοποίηση). ~ του κινδύνου που την απειλούσε. Πβ. εκμηδένιση.|| ~ βόμβας/εκρηκτικών μηχανισμών/ναρκών (πβ. απενεργοποίηση). 2. ΧΗΜ. ουδετεροποίηση. [< γαλλ. neutralisation]
17015εξουδετερωτικός, ή, ό [ἐξουδετερωτικός] ε-ξου-δε-τε-ρω-τι-κός επίθ.: που εξουδετερώνει κάτι: ~ή: δράση. ~ά: αντισώματα.|| (ως ουσ., για προϊόν) ~ό αλκαλικότητας. Αρωματικό χώρου και ~ό οσµών. [< γαλλ. neutralisant]
17016εξουθενωμένος, η, ο [ἐξουθενωμένος] ε-ξου-θε-νω-μέ-νος επίθ.: που έχει εξουθενωθεί: σωματικά/ψυχικά ~. Αθλητές ~οι από το βαρύ πρόγραμμα. ~ες από τον πόλεμο χώρες. Πβ. εξαντλημένος, καταπονημένος.
17017εξουθενώνω[ἐξουθενώνω] ε-ξου-θε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {εξουθένω-σα, εξουθενώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, εξουθενών-οντας} 1. κουράζω υπέρμετρα: Μην ~εις τον εαυτό σου με υπερβολική γυμναστική. Η ασθένεια τον έχει ~σει. ~θηκα οικονομικά/ψυχολογικά. Πβ. εξαντλώ, κατακουράζω, καταπονώ, ξεθε-, ξελιγ-ώνω. 2. ταπεινώνω, εκμηδενίζω κάποιον: Προσπάθησε να ~σει τους πολιτικούς του αντιπάλους. ΣΥΝ. εξευτελίζω (1), καταρρακώνω [< μτγν. ἐξουθενῶ]
17018εξουθένωση[ἐξουθένωση] ε-ξου-θέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. υπέρμετρη κούραση: σωματική/ψυχική ~ του οργανισμού. Επαγγελματική/εργασιακή ~ του προσωπικού. Οικονομική ~ των οικογενειών. Πβ. εξάντληση, εξόντωση, καταπόνηση, ξεθέωμα. 2. εκμηδένιση, εξευτελισμός: ηθική/πολιτική/προσωπική ~. ~ του θύματος. ΣΥΝ. καταρράκωση, ταπείνωση (1) [< μτγν. ἐξουθένωσις, αγγλ. burnout]
17019εξουθενωτικός, ή, ό [ἐξουθενωτικός] ε-ξου-θε-νω-τι-κός επίθ.: που εξουθενώνει: ~ή: άσκηση/εργασία/ζέστη/κριτική. ~ό: πρόγραμμα/ωράριο. ~ές: συνθήκες. Πβ. εξαντλητ-, εξοντωτ-ικός. ● επίρρ.: εξουθενωτικά
17020εξουσία[ἐξουσία] ε-ξου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. δυνατότητα ή δικαίωμα ελέγχου, επιρροής, επιβολής: ανεξέλεγκτη/ανώτατη/απόλυτη/αστυνομική/εκκλησιαστική/καταπιεστική/κρατική/λαϊκή/οικονομική/ολοκληρωτική/πατρική/πολιτική/συγκεντρωτική/τυραννική/υπέρτατη ~. ~ εκπροσώπησης/λήψης αποφάσεων. Άσκηση/δομές/επίδειξη/πηγή/σχέσεις ~ας. Σε θέση ~ας. Απόρριψη κάθε μορφής ~ας (βλ. αναρχισμός). Έχω ~ πάνω σε κάποιον. Βρίσκομαι κάτω από/υπό την ~ κάποιου (: για πολιτική εξάρτηση). Έχει την πλήρη ~ να ... Πβ. κυριαρχία.|| (προφ.) Από ποιον πήρες την ~ να κάνεις ό,τι θέλεις; Πβ. άδεια. Βλ. υπερ~. 2. (ειδικότ.) διοίκηση, διακυβέρνηση ενός τόπου· συνεκδ. Αρχή που θεσπίζει νόμους και διασφαλίζει την εφαρμογή τους: κεντρική/περιφερειακή/τοπική ~. Κέντρα/όργανα ~ας. Ανάληψη/κατάκτηση της ~ας. Μάχη για την ~. Οι γυναίκες στην ~. Ασκώ/αφαιρώ/παίρνω την ~. Ανέβηκε/βρίσκεται/είναι/επανήλθε/ήρθε/κρατιέται/παραμένει στην ~. Κατέβηκε από την ~ (= έχασε την ~). Κατέλαβαν την ~ με πραξικόπημα. Η ~ απορρέει/πηγάζει από τον λαό. Το δέλεαρ της ~ας. Η ~ φθείρει και διαφθείρει.|| Η αυθαιρεσία/ευθύνη της ~ας. Βλ. παρα~.εξουσίες (οι) 1. αρμοδιότητες, δικαιοδοσίες: αυθαίρετες/αυξημένες/έκτακτες/περιορισμένες ~. Οι ~ του διοικητικού συμβουλίου/του προέδρου. Θεσμικό κείμενο που παρέχει εκτεταμένες/ευρείες ~ σε κάποιον. Αποκέντρωση/εκχώρηση/κατανομή/μεταβίβαση/περικοπή/συγκέντρωση/σύγχυση/συσσώρευση ~ών. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) μία από τις ουράνιες τάξεις των αγγέλων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το σύνολο των θεσμών και των οργάνων που συγκροτούν τον κρατικό μηχανισμό και επιβάλλουν κανόνες στους πολίτες (στρατός, αστυνομία, δικαστήρια)· κατ' επέκτ. η άσκησή της. [< γαλλ. pouvoir public] , διάκριση των εξουσιών: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. θεμελιώδης αρχή του Δημοσίου Δικαίου σύμφωνα με την οποία η δικαστική, η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία πρέπει να ασκούνται από διαφορετικούς, σχετικά αυτόνομους και αμοιβαία ελεγχόμενους φορείς. [< γαλλ. division, séparation des pouvoirs] , εκτελεστική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μία από τις τρεις βασικές εξουσίες του δημοκρατικού πολιτεύματος, υπεύθυνη για την εφαρμογή των νόμων και τη διοίκηση και συνεκδ. ο φορέας της. Βλ. κυβέρνηση. [< γαλλ. pouvoir exécutif] , η τέταρτη εξουσία: ο Τύπος. [< γαλλ. le quatrième pouvoir] , κανονιστική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. η δυνατότητα που έχουν συγκεκριμένες διοικητικές ή κυβερνητικές Αρχές να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις. [< γαλλ. pouvoir réglementaire] , νομοθετική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μία από τις τρεις βασικές εξουσίες της δημοκρατίας, υπεύθυνη για την έκδοση κανόνων Δικαίου και συνεκδ. ο φορέας της: η ~ ~ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η ~ ~ ασκείται από τη Βουλή. [< γαλλ. pouvoir législatif] , πειθαρχική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. η δυνατότητα που έχει όργανο ή ιεραρχικά ανώτερο πρόσωπο να επιβάλλει πειθαρχικές ποινές σε περιπτώσεις απειθαρχίας. [< γαλλ. pouvoir disciplinaire] , συντακτική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. αρμοδιότητα θέσπισης ή τροποποίησης του Συντάγματος ενός κράτους και κατ' επέκτ. ο φορέας της: αναθεωρητική/πρωτογενής ~ ~., διακριτική ευχέρεια βλ. ευχέρεια, δικαστική εξουσία βλ. δικαστικός, η φθορά της εξουσίας βλ. φθορά, κατάχρηση εξουσίας βλ. κατάχρηση, κόμμα εξουσίας βλ. κόμμα, κοσμική εξουσία βλ. κοσμικός, νόσφιση εξουσίας βλ. νόσφιση ● ΦΡ.: ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο βλ. ανεβάζω, επιβήτορες της εξουσίας βλ. επιβήτορας, το δαχτυλίδι της διαδοχής/της εξουσίας βλ. διαδοχή [< αρχ. ἐξουσία, γαλλ. pouvoir]
17021εξουσιάζω[ἐξουσιάζω] ε-ξου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εξουσία-σε, εξουσιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, (λόγ. μτχ.) εξουσιάζ-ων (-οντες), εξουσιαζ-όμενος, εξουσια-σμένος, εξουσιάζ-οντας} : έχω, κατέχω ή ασκώ την εξουσία· κυριαρχώ κάπου: Περιοχή την οποία ~ζε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Σχέσεις μεταξύ εξουσίας και ~ομένων.|| (μτφ.) Τον ~ει το χρήμα. Πβ. ελέγχω, κυβερνώ, κυριεύω. [< μτγν. ἐξουσιάζω]
22070εξουσίαση

κα-θυ-πό-τα-ξη ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): πλήρης υποταγή: (μτφ.) κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. ~ των επιθυμιών/ενός κινήματος. Πβ. εξουσίαση, κατανίκ-, ποδηγέτ-, χειραγώγ-ηση.|| (κυριολ.) Στρατιωτική ~ (= υποδούλωση).

17022εξουσίαση[ἐξουσίαση] ε-ξου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.) & εξουσιασμός (ο) (λόγ.): άσκηση εξουσίας: σχέση υποταγής και ~ης.
17023εξουσιαστής[ἐξουσιαστής] ε-ξου-σι-α-στής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόσωπο που ασκεί εξουσία, συνήθ. αυταρχικά: ~ές κρατών/λαών (πβ. δυνάστης). Σχέσεις ~ών και εξουσιαζομένων. Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας ο άνθρωπος έγινε ~ της φύσης (= κυρίαρχος). Πβ. αφέντης. Βλ. αντι~. [< μτγν. ἐξουσιαστής]
17024εξουσιαστικός, ή, ό [ἐξουσιαστικός] ε-ξου-σι-α-στι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την εξουσία ή τον εξουσιαστή: ~ός: θεσμός/χαρακτήρας. ~ή: συμπεριφορά. ~ές: δυνάμεις/σχέσεις. Πβ. αυταρχ-, δυναστ~, ηγεμον-, τυρανν-ικός. Βλ. αντι~. [< μτγν. ἐξουσιαστικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.