| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17025 | εξουσιοδοτημένος | , η, ο [ἐξουσιοδοτημένος] ε-ξου-σι-ο-δο-τη-μέ-νος επίθ.: (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που έχει εξουσιοδοτηθεί· (για ενέργεια) που είναι αποτέλεσμα εξουσιοδότησης: ~ος: αντιπρόσωπος. ~ο: συνεργείο. Νομίμως ~ο πρόσωπο. (για εταιρεία) ~ διανομέας αυτοκινήτων (ενν. συγκεκριμένης μάρκας).|| ~η πρόσβαση σε δικτυακούς τόπους ή υπηρεσίες. Μη ~η χρήση ασύρματου δικτύου. [< γαλλ. autorisé] | |
| 17026 | εξουσιοδότηση | [ἐξουσιοδότηση] ε-ξου-σι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): έγγραφη ή προφορική παροχή αρμοδιότητας ή δικαιώματος σε κάποιον, ώστε να ενεργεί εκ μέρους άλλου και να τον εκπροσωπεί· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: εν λευκώ/ρητή ~. ~ είσπραξης χρημάτων. (στο διαδίκτυο) Δεν έχετε την ~ να δείτε αυτή την πηγή. Έδωσε ~ στην επιτροπή να ... (: την εξουσιοδότησε). Παρέχεται ~ για ... (λόγ.) Κατ' ~ του Υπουργού. (ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ.) Διοικητική/νομοθετική ~.|| Επικυρωμένη/θεωρημένη ~. Πληρωμή σε τρίτο πρόσωπο πραγματοποιείται με προσκόμιση ~ης. Πληρεξούσια/υπεύθυνες δηλώσεις και ~ήσεις. Βλ. αδειοδότηση, -δότηση. [< γαλλ. autorisation] | |
| 17027 | εξουσιοδοτώ | [ἐξουσιοδοτῶ] ε-ξου-σι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {εξουσιοδοτ-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα | εξουσιοδότ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: δίνω εξουσιοδότηση σε κάποιον: Τον ~ησε εν λευκώ να χειριστεί το θέμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο ~ήθηκε για την υπογραφή της σύμβασης. Η ~ούσα Αρχή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. autoriser] | |
| 17028 | εξουσιολαγνεία | [ἐξουσιολαγνεία] ε-ξου-σι-ο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): έντονη επιθυμία για κατάληψη ή/και άσκηση εξουσίας: ~ και αρχομανία. Κυβερνητισμός και ~. Βλ. -λαγνεία. | |
| 17029 | εξουσιολάγνος | [ἐξουσιολάγνος] ε-ξου-σι-ο-λά-γνος επίθ./ουσ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από εξουσιολαγνεία: ~ος: καρεκλοκένταυρος. ~οι: πολιτικάντηδες.|| (ως ουσ.) Οι ~οι του κοινωνικού συστήματος. | |
| 17030 | εξουσιομανής | , ής, ές [ἐξουσιομανής] ε-ξου-σι-ο-μα-νής επίθ./ουσ. (λόγ.): που έχει μανία για εξουσία: ~είς: αξιωματούχοι/ηγέτες.|| (ως ουσ.) Υπέρμετρα φιλόδοξος και ~. Βλ. -μανής. ΣΥΝ. αρχομανής | |
| 17031 | εξουσιομανία | [ἐξουσιομανία] ε-ξου-σι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): εμμονή με την εξουσία. Πβ. εξουσιολαγνεία. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. αρχομανία | |
| 17032 | εξόφθαλμος | , η, ο [ἐξόφθαλμος] ε-ξό-φθαλ-μος επίθ. 1. (αρνητ. συνυποδ.) ολοφάνερος, που δεν μπορεί κανείς να τον παραβλέψει: ~ος: εκβιασμός. ~η: αποτυχία/κοροϊδία/υποκρισία. ~ο: φάουλ/ψέμα. ~ες: ανακρίβειες/συκοφαντίες. ~η και κατάφωρη αδικία. Πβ. έκδηλος, κατα-, οφθαλμο-, πασι-, προ-φανής. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον εξόφθαλμο: ~η/~ος: βρογχοκήλη. ● επίρρ.: εξόφθαλμα [< 1: μτγν. ἐξόφθαλμος 2: αρχ. ἐξόφθαλμος] | |
| 17033 | εξόφθαλμος | [ἐξόφθαλμος] ε-ξό-φθαλ-μος ουσ. (αρσ.) & εξοφθαλμία (η): ΙΑΤΡ. διόγκωση του οφθαλμικού βολβού οφειλόμενη σε παθολογικά αίτια. Βλ. υπερθυρεοειδισμός. [< γαλλ. exophtalmie, αγγλ. exophthalmus] | |
| 17034 | εξοφλημένος | , η, ο [ἐξοφλημένος] ε-ξο-φλη-μέ-νος επίθ.: που έχει εξοφληθεί, πληρωθεί: ~ος: λογαριασμός. ~η: επιταγή. ~ο: δάνειο. ~ες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Πβ. πληρωμένος. ΑΝΤ. ανεξόφλητος (1), απλήρωτος (1) | |
| 17035 | εξόφληση | [ἐξόφληση] ε-ξό-φλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. πληρωμή χρέους και συνεκδ. το αντίστοιχο ποσό: εμπρόθεσμη/εφάπαξ/πλήρης ~. ~ τοις μετρητοίς. ~ δανείου/επιταγών/μισθών/οφειλών/τιμολογίων/φόρου. Ημερομηνία/προθεσμία ~ης. ~ήσεις δαπανών. Άμεση ~ των δεδουλευμένων. Δυνατότητα ~ης σε μηνιαίες δόσεις. Αυτόματα μηχανήματα ~ης λογαριασμών. Πβ. αποπληρωμή, απόσβεση, τακτοποίηση. Βλ. προ~.|| Καταβολή της ~ης. 2. (μτφ.) ανταπόδοση εξυπηρέτησης χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα: ~ μιας παλιάς ευεργεσίας. [< μεσν. εξόφλησις] | |
| 17036 | εξοφλητέος | , α, ο [ἐξοφλητέος] ε-ξο-φλη-τέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να εξοφληθεί: δάνειο ~ο σε ... χρόνια/... δόσεις. Επιταγές ~ες εντός του μηνός. Πβ. πληρωτέος. Βλ. -τέος. | |
| 17037 | εξοφλητικός | , ή, ό [ἐξοφλητικός] ε-ξο-φλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εξόφληση: ~ή: απόδειξη/πράξη. Βλ. προ~. ● Ουσ.: εξοφλητικό (το): έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται η εξόφληση ποσού. | |
| 17038 | εξοφλώ | [ἐξοφλῶ] ε-ξο-φλώ ρ. (μτβ.) {εξοφλ-είς ... | εξόφλ-ησα, -είται, -ήθηκε (λόγ. εξοφλήθη κ. λογιότ. εξωφλήθη), -ημένος, -ώντας} 1. πληρώνω χρηματικό ποσό το οποίο οφείλω: ~ την οφειλή/το πρόστιμο/τη συνδρομή. ~ησε τα χρέη του. Δάνειο που ~είται σε δύο δόσεις. Λογαριασμοί που ~ούνται μέσω πιστωτικής κάρτας. Πβ. αποπληρώνω, ξεχρεώνω, ξοφλώ. Βλ. προ~. 2. (μτφ.) ανταποδίδω χάρη, εξυπηρέτηση. Πβ. ξεπληρώνω. [< μεσν. εξοφλώ] | |
| 17039 | εξοχή | [ἐξοχή] ε-ξο-χή ουσ. (θηλ.) 1. περιοχή που βρίσκεται έξω από οικισμούς, πόλεις και χωριά: βόλτα/εκδρομή/εξόρμηση στην ~. Είδη ~ής. Σπίτια στην ~. Πεζοπορία στο δάσος και την καταπράσινη ~.|| (ειδικότ., ως τόπος παραθερισμού:) Παιδικές ~ές και κατασκηνώσεις. Πβ. ύπαιθρος. 2. προεξοχή: οι ~ές του µαρµάρου. Βλ. κατ’ εξοχήν. Πβ. εξόγκωμα. ΑΝΤ. εσοχή [< 1: μεσν. εξοχή 2: αρχ. ἐξοχή, μτγν. ~ ‘υπεροχή, ανωτερότητα’] | |
| 17040 | εξοχικό | [ἐξοχικό] ε-ξο-χι-κό ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από αρνίσιο συνήθ. κρέας, κομμένο σε μικρά κομμάτια που ψήνονται στον φούρνο ή στη σούβλα τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο ή λαδόκολλα. Βλ. κλέφτικο. | |
| 17041 | εξοχικός | , ή, ό [ἐξοχικός] ε-ξο-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εξοχή ή βρίσκεται εκεί: ~ός: προορισμός. ~ή: βίλα/κατοικία/τοποθεσία. ~ό: κέντρο. Βλ. βουκολικός. ● Ουσ.: εξοχικό (το): σπίτι στην εξοχή, όπου περνά κάποιος κυρ. τις διακοπές του: παραθαλάσσιο/πέτρινο ~. ~ με καταπληκτική θέα. | |
| 17042 | έξοχος | , η, ο [ἔξοχος] έ-ξο-χος επίθ.: εξαιρετικά καλός: ~ος: μουσικός/πίνακας/χορευτής. ~η: ιδέα/παράσταση. ~ο: βιβλίο/γεύμα (= εκλεκτό). Πβ. αριστουργηματ-, εξαιρετ-ικός, εξαίρετος, εξαίσιος, θαυμάσιος, θεσπέσιος, υπέροχος,. ● επίρρ.: έξοχα: Πβ. φίνα. Βλ. εξόχως. [< αρχ. ἔξοχος] | |
| 17043 | Εξοχότατος, Εξοχοτάτη | [Ἐξοχότατος] Ε-ξο-χό-τα-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.): τιμητική προσφώνηση επισήμων: ~ε κ. Πρόεδρε της Δημοκρατίας/κ. Πρωθυπουργέ/κ. Υπουργέ. (ως επίθ.) Ο ~ πρέσβης. Βλ. Μεγαλειότατος, Μεγαλειοτάτη. [< μτγν. ἐξοχώτατος, γαλλ. éminentissime, ιταλ. eccellentissimo] | |
| 17044 | εξοχότητα | [ἐξοχότητα] ε-ξο-χό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εξοχότης (συνήθ. με κεφαλ. Ε): τιμητική προσφώνηση ή τίτλος επισήμων: Έχω την τιµή να γνωστοποιήσω στην ~ά σας (: σε εσάς, Εξοχότατε) ότι ... Η Αυτού ~ότης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Βλ. μεγαλειότητα, -ότητα. [< μτγν. ἐξοχότης, γαλλ. excellence] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ