| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17045 | εξόχως | [ἐξόχως] ε-ξό-χως επίρρ. (λόγ.): πάρα πολύ, εξαιρετικά: ~ ενδιαφέρον άρθρο. Βλ. έξοχα. [< αρχ. ἐξόχως] | |
| 17046 | εξπέρ | [ἐξπέρ] εξ-πέρ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): (για πρόσ.) που είναι ειδικός σε έναν τομέα, πολύ έμπειρος, βαθύς γνώστης: ~ στους υπολογιστές. Έχω γίνει ~ στα μαστορέματα. (ειρων.) ~ της προπαγάνδας. Πβ. αυθεντία, ειδήμων, εμπειρογνώμονας, μάστερ, σπεσιαλίστας. ΑΝΤ. άσχετος, άσχετη [< γαλλ. expert] | |
| 17047 | εξπρές | [ἐξπρές] εξ-πρές επίθ./ουσ. (το) {άκλ.} 1. συγκοινωνιακό μέσο, συνήθ. τρένο ή λεωφορείο, που εκτελεί διαδρομή με λίγες στάσεις και συνήθ. μεγάλη ταχύτητα: το ~ του αεροδρομίου. Έχασε/πήρε το ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Γραμμή-~. Πβ. . 2. {ως επίρρ.} κατεπειγόντως, με την ένδειξη "κατεπείγον" (για αποστολές μέσω ταχυδρομείου που γίνονται πιο γρήγορα από τις συνηθισμένες): Έστειλα το δέμα ~.|| (ως επίθ.) ~ αποστολή (ΑΝΤ. απλή, κανονική). 3. για κάτι που γίνεται πολύ γρήγορα, με συνοπτικές διαδικασίες: (ως παραθετικό σύνθ.) δίαιτα-/μέτρα-/ξενάγηση-/ταξίδι-~. Πβ. αστραπή. ● ΦΡ.: σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές βλ. χρόνος [< γαλλ. express] | |
| 17048 | εξπρεσιονισμός | [ἐξπρεσιονισμός] εξ-πρε-σι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα και χαρακτηρίζεται από την έκφραση της ψυχικής κατάστασης και των συναισθημάτων του δημιουργού: ευρωπαϊκός/λογοτεχνικός/μουσικός ~. Ο ~ στη ζωγραφική/στο θέατρο. Βλ. ιμπρεσιον-, υπερρεαλ-, κυβ-, φοβ-, φουτουρ-ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αφηρημένος εξπρεσιονισμός: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα της μοντέρνας τέχνης που δίνει έμφαση στην ελευθερία του καλλιτέχνη να αποδίδει συναισθήματα με μη παραδοσιακούς και συνήθ. μη αναπαραστατικούς τρόπους. Πβ. άμορφη τέχνη. Βλ. χειρονομιακός. [< αγγλ. abstract expressionism, 1951] [< γαλλ. expressionisme, 1921] | |
| 17049 | εξπρεσιονιστής | [ἐξπρεσιονιστής] εξ-πρε-σι-ο-νι-στής επίθ./ουσ. (ο) {σπάν. θηλ. εξπρεσιονίστρια}: δημιουργός που ακολουθεί τις αρχές του εξπρεσιονισμού: ~ές: ζωγράφοι/συνθέτες. [< γαλλ. expressioniste, 1904] | |
| 17050 | εξπρεσιονιστικός | , ή, ό [ἐξπρεσιονιστικός] εξ-πρε-σι-ο-νι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον εξπρεσιονισμό: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: ζωγραφική. ~ή-αφαιρετική τεχνοτροπία. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. expressionniste, 1904] | |
| 17051 | εξτένσιον | [ἐξτένσιον] εξ-τέν-σιον ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς, συνήθ. στον πληθ.}: τούφα από μακριά μαλλιά, φυσικά ή συνθετικά, που στερεώνεται στο τριχωτό της κεφαλής για την αύξηση του μήκους των μαλλιών των γυναικών και η τεχνική που ακολουθείται. Βλ. περούκα, ποστίς, τουπέ, τρέσα. [< αγγλ. (hair) extension] | |
| 17052 | έξτρα & εξτρά | [ἔξτρα] έξ-τρα επίθ. {άκλ.} (προφ.): επιπλέον, επιπρόσθετος: ~ επιδόµατα (βλ. πριμ)/κίνητρο. Έξτρα λαρτζ. Πβ. παραπανίσιος.|| (ως ουσ.) Αμάξι που πωλείται με όλα τα ~ του (= επιπλέον αξεσουάρ).|| (ως επίρρ.) Ακουστικά (ενν. κινητού) που πρέπει να αγοράσεις ~. [< γαλλ. extra] | |
| 17053 | εξτραδάκι | [ἐξτραδάκι] εξ-τρα-δά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): επιπλέον χρήματα από έκτακτη και συνήθ. σύντομη απασχόληση και γενικότ. οτιδήποτε παραπάνω από αυτό που συνηθίζεται ή περιμένει κανείς: Ο μισθός δεν του φτάνει και κάνει ~ια. Δεν παραπονιέται, η δουλειά του έχει και ~ια. Βλ. μπόνους.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ια από αρπαχτές.|| (ως επίθ.) Πήγε για να βγάλει κάνα ~ μεροκάματο.|| Αυτοκίνητο με πολλά ~ια (= έξτρα). | |
| 17054 | εξτρέ | [ἐξτρέ] εξ-τρέ ουσ. (ουδ.): αντίγραφο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού. [< γαλλ. extrait] | |
| 17055 | εξτρέμ | [ἐξτρέμ] εξ-τρέμ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται συνήθ. στο ένα από τα δύο άκρα της επίθεσης: αριστερός/δεξιός ~.|| (ειδικότ.) Χαφ-~. ~-φορ. Βλ. σέντερ φορ, στράικερ. 2. {σπάν. ως επίθ.} ακραίος· οριακός: ~ ιδέες.|| ~ καταστάσεις. ΣΥΝ. εξτρίμ [< γαλλ. extrême] | |
| 17056 | εξτρεμισμός | [ἐξτρεμισμός] εξ-τρε-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ακραία στάση, συμπεριφορά, ιδεολογία: βίαιος/θρησκευτικός/πολιτικός ~. ~ και τρομοκρατία. Ακρότητες και ~οί. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. extrémisme, 1911] | |
| 17057 | εξτρεμιστής | [ἐξτρεμιστής] εξ-τρε-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εξτρεμίστρια}: πρόσωπο που υιοθετεί ακραίες απόψεις ή/και προβαίνει σε αντίστοιχες ενέργειες: κουκουλοφόρος/φανατικός ~. Θρησκευτικοί ~ές.|| (ως επίθ.) ~ές: μουσουλμάνοι. [< γαλλ. extrémiste, 1911] | |
| 17058 | εξτρεμιστικός | , ή, ό [ἐξτρεμιστικός] εξ-τρε-μι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εξτρεμισμό: ~ή: ιδεολογία. ~ό: καθεστώς. ~ές: δυνάμεις/ενέργειες/ιδέες. ~ά: κόμματα/στοιχεία. Ακραίες και ~ές απόψεις. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: εξτρεμιστικά [< γαλλ. extrémiste, 1911] | |
| 17059 | εξτρίμ | [ἐξτρίμ] εξ-τρίμ επίθ. {άκλ.}: ακραίος, υπερβολικός· οριακός: ~ άποψη/συμπεριφορά. ~ κουρέματα/χτενίσματα.|| ~ καταστάσεις/περιπτώσεις. ΣΥΝ. εξτρέμ (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ακραία αθλήματα βλ. άθλημα [< αγγλ. extreme] | |
| 17060 | εξυβρίζω | [ἐξυβρίζω] ε-ξυ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {εξύβρι-σε, εξυβρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξυβρίζ-οντας} (λόγ.): βρίζω: Κείμενα που ~ουν πρόσωπα, ομάδες και ιδέες. ~στηκε αναίτια/δημόσια/χυδαία. Άνθρωπος που χλευάστηκε και ~στηκε. Πβ. περιλούζω. Βλ. προσβάλλω, υβρίζω. [< μτγν. ἐξυβρίζω] | |
| 17061 | εξύβριση | [ἐξύβριση] ε-ξύ-βρι-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ΝΟΜ.): προσβολή της υπόληψης κάποιου με λόγια ή πράξεις: δημόσια/κακόβουλη/χυδαία ~. ~ νεκρών. ~ λόγω ή έργω. (ΣΤΡΑΤ.) ~ ανωτέρου. Θύμα ~ης και προπηλακισμού. Καταγγελία/καταδίκη/μήνυση για ~ και συκοφαντική δυσφήμιση. Πβ. βρίσιμο, περιύβριση. | |
| 17062 | εξυβριστικός | , ή, ό [ἐξυβριστικός] ε-ξυ-βρι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που εξυβρίζει: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: δημοσίευμα. Επιθετική και ~ή στάση. ~ές και προσβλητικές δηλώσεις. Δυσφημιστική και ~ή πράξη. ΣΥΝ. υβριστικός ● επίρρ.: εξυβριστικά | |
| 17063 | εξυγιαίνω | [ἐξυγιαίνω] ε-ξυ-γι-αί-νω ρ. (μτβ.) {εξυγία-νε, εξυγιά-νθηκε, εξυγιαίν-οντας} 1. (μτφ.) καταπολεμώ τη διαφθορά, τα προβλήματα υπηρεσίας, επιχείρησης, οργάνωσης, κράτους, αποκαθιστώντας την εύρυθμη λειτουργία τους: Χώρα που ~ει τα οικονομικά της. Όμιλος/τράπεζα που ~νθηκε. 2. (κυριολ.) κάνω κάτι καθαρό, ώστε να υπάρχουν συνθήκες υγιεινής: Προϊόν που ~ει και καθαρίζει την επιδερμίδα σε βάθος. Περιοχή που ~νθηκε. [< πβ. αρχ. ἐξυγιαίνω ‘επανακτώ την υγεία μου’, γαλλ. assainir] | |
| 17064 | εξυγίανση | [ἐξυγίανση] ε-ξυ-γί-αν-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξυγιαίνω: (μτφ.) δημοσιονομική ~. ~ του δημόσιου τομέα/της δικαιοσύνης/του κρατικού μηχανισμού/της οικονομίας. ~ ζημιογόνων/προβληματικών επιχειρήσεων. Αναδιοργάνωση και ~ της εταιρείας. Πολιτική ~ης.|| (κυριολ.) ~ εδαφών/του νερού. ~ του αέρα κλειστών χώρων. ~ υπογείων υδάτων/υδροφορέων (ΑΝΤ. ρύπανση). Ανάπλαση και ~ περιοχής. Ιατρική ~ επιδερμίδας. [< γαλλ. assainissement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ