Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [17900-17920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17041εξοχικός, ή, ό [ἐξοχικός] ε-ξο-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εξοχή ή βρίσκεται εκεί: ~ός: προορισμός. ~ή: βίλα/κατοικία/τοποθεσία. ~ό: κέντρο. Βλ. βουκολικός. ● Ουσ.: εξοχικό (το): σπίτι στην εξοχή, όπου περνά κάποιος κυρ. τις διακοπές του: παραθαλάσσιο/πέτρινο ~. ~ με καταπληκτική θέα.
17042έξοχος, η, ο [ἔξοχος] έ-ξο-χος επίθ.: εξαιρετικά καλός: ~ος: μουσικός/πίνακας/χορευτής. ~η: ιδέα/παράσταση. ~ο: βιβλίο/γεύμα (= εκλεκτό). Πβ. αριστουργηματ-, εξαιρετ-ικός, εξαίρετος, εξαίσιος, θαυμάσιος, θεσπέσιος, υπέροχος,. ● επίρρ.: έξοχα: Πβ. φίνα. Βλ. εξόχως. [< αρχ. ἔξοχος]
17043Εξοχότατος, Εξοχοτάτη[Ἐξοχότατος] Ε-ξο-χό-τα-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.): τιμητική προσφώνηση επισήμων: ~ε κ. Πρόεδρε της Δημοκρατίας/κ. Πρωθυπουργέ/κ. Υπουργέ. (ως επίθ.) Ο ~ πρέσβης. Βλ. Μεγαλειότατος, Μεγαλειοτάτη. [< μτγν. ἐξοχώτατος, γαλλ. éminentissime, ιταλ. eccellentissimo]
17044εξοχότητα[ἐξοχότητα] ε-ξο-χό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εξοχότης (συνήθ. με κεφαλ. Ε): τιμητική προσφώνηση ή τίτλος επισήμων: Έχω την τιµή να γνωστοποιήσω στην ~ά σας (: σε εσάς, Εξοχότατε) ότι ... Η Αυτού ~ότης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Βλ. μεγαλειότητα, -ότητα. [< μτγν. ἐξοχότης, γαλλ. excellence]
17045εξόχως[ἐξόχως] ε-ξό-χως επίρρ. (λόγ.): πάρα πολύ, εξαιρετικά: ~ ενδιαφέρον άρθρο. Βλ. έξοχα. [< αρχ. ἐξόχως]
17046εξπέρ[ἐξπέρ] εξ-πέρ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): (για πρόσ.) που είναι ειδικός σε έναν τομέα, πολύ έμπειρος, βαθύς γνώστης: ~ στους υπολογιστές. Έχω γίνει ~ στα μαστορέματα. (ειρων.) ~ της προπαγάνδας. Πβ. αυθεντία, ειδήμων, εμπειρογνώμονας, μάστερ, σπεσιαλίστας. ΑΝΤ. άσχετος, άσχετη [< γαλλ. expert]
17047εξπρές[ἐξπρές] εξ-πρές επίθ./ουσ. (το) {άκλ.} 1. συγκοινωνιακό μέσο, συνήθ. τρένο ή λεωφορείο, που εκτελεί διαδρομή με λίγες στάσεις και συνήθ. μεγάλη ταχύτητα: το ~ του αεροδρομίου. Έχασε/πήρε το ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Γραμμή-~. Πβ. . 2. {ως επίρρ.} κατεπειγόντως, με την ένδειξη "κατεπείγον" (για αποστολές μέσω ταχυδρομείου που γίνονται πιο γρήγορα από τις συνηθισμένες): Έστειλα το δέμα ~.|| (ως επίθ.) ~ αποστολή (ΑΝΤ. απλή, κανονική). 3. για κάτι που γίνεται πολύ γρήγορα, με συνοπτικές διαδικασίες: (ως παραθετικό σύνθ.) δίαιτα-/μέτρα-/ξενάγηση-/ταξίδι-~. Πβ. αστραπή. ● ΦΡ.: σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές βλ. χρόνος [< γαλλ. express]
17048εξπρεσιονισμός[ἐξπρεσιονισμός] εξ-πρε-σι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα και χαρακτηρίζεται από την έκφραση της ψυχικής κατάστασης και των συναισθημάτων του δημιουργού: ευρωπαϊκός/λογοτεχνικός/μουσικός ~. Ο ~ στη ζωγραφική/στο θέατρο. Βλ. ιμπρεσιον-, υπερρεαλ-, κυβ-, φοβ-, φουτουρ-ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αφηρημένος εξπρεσιονισμός: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα της μοντέρνας τέχνης που δίνει έμφαση στην ελευθερία του καλλιτέχνη να αποδίδει συναισθήματα με μη παραδοσιακούς και συνήθ. μη αναπαραστατικούς τρόπους. Πβ. άμορφη τέχνη. Βλ. χειρονομιακός. [< αγγλ. abstract expressionism, 1951] [< γαλλ. expressionisme, 1921]
17049εξπρεσιονιστής[ἐξπρεσιονιστής] εξ-πρε-σι-ο-νι-στής επίθ./ουσ. (ο) {σπάν. θηλ. εξπρεσιονίστρια}: δημιουργός που ακολουθεί τις αρχές του εξπρεσιονισμού: ~ές: ζωγράφοι/συνθέτες. [< γαλλ. expressioniste, 1904]
17050εξπρεσιονιστικός, ή, ό [ἐξπρεσιονιστικός] εξ-πρε-σι-ο-νι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον εξπρεσιονισμό: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: ζωγραφική. ~ή-αφαιρετική τεχνοτροπία. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. expressionniste, 1904]
17051εξτένσιον[ἐξτένσιον] εξ-τέν-σιον ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς, συνήθ. στον πληθ.}: τούφα από μακριά μαλλιά, φυσικά ή συνθετικά, που στερεώνεται στο τριχωτό της κεφαλής για την αύξηση του μήκους των μαλλιών των γυναικών και η τεχνική που ακολουθείται. Βλ. περούκα, ποστίς, τουπέ, τρέσα. [< αγγλ. (hair) extension]
17052έξτρα & εξτρά[ἔξτρα] έξ-τρα επίθ. {άκλ.} (προφ.): επιπλέον, επιπρόσθετος: ~ επιδόµατα (βλ. πριμ)/κίνητρο. Έξτρα λαρτζ. Πβ. παραπανίσιος.|| (ως ουσ.) Αμάξι που πωλείται με όλα τα ~ του (= επιπλέον αξεσουάρ).|| (ως επίρρ.) Ακουστικά (ενν. κινητού) που πρέπει να αγοράσεις ~. [< γαλλ. extra]
17053εξτραδάκι[ἐξτραδάκι] εξ-τρα-δά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): επιπλέον χρήματα από έκτακτη και συνήθ. σύντομη απασχόληση και γενικότ. οτιδήποτε παραπάνω από αυτό που συνηθίζεται ή περιμένει κανείς: Ο μισθός δεν του φτάνει και κάνει ~ια. Δεν παραπονιέται, η δουλειά του έχει και ~ια. Βλ. μπόνους.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ια από αρπαχτές.|| (ως επίθ.) Πήγε για να βγάλει κάνα ~ μεροκάματο.|| Αυτοκίνητο με πολλά ~ια (= έξτρα).
17054εξτρέ[ἐξτρέ] εξ-τρέ ουσ. (ουδ.): αντίγραφο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού. [< γαλλ. extrait]
17055εξτρέμ[ἐξτρέμ] εξ-τρέμ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται συνήθ. στο ένα από τα δύο άκρα της επίθεσης: αριστερός/δεξιός ~.|| (ειδικότ.) Χαφ-~. ~-φορ. Βλ. σέντερ φορ, στράικερ. 2. {σπάν. ως επίθ.} ακραίος· οριακός: ~ ιδέες.|| ~ καταστάσεις. ΣΥΝ. εξτρίμ [< γαλλ. extrême]
17056εξτρεμισμός[ἐξτρεμισμός] εξ-τρε-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ακραία στάση, συμπεριφορά, ιδεολογία: βίαιος/θρησκευτικός/πολιτικός ~. ~ και τρομοκρατία. Ακρότητες και ~οί. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. extrémisme, 1911]
17057εξτρεμιστής[ἐξτρεμιστής] εξ-τρε-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εξτρεμίστρια}: πρόσωπο που υιοθετεί ακραίες απόψεις ή/και προβαίνει σε αντίστοιχες ενέργειες: κουκουλοφόρος/φανατικός ~. Θρησκευτικοί ~ές.|| (ως επίθ.) ~ές: μουσουλμάνοι. [< γαλλ. extrémiste, 1911]
17058εξτρεμιστικός, ή, ό [ἐξτρεμιστικός] εξ-τρε-μι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εξτρεμισμό: ~ή: ιδεολογία. ~ό: καθεστώς. ~ές: δυνάμεις/ενέργειες/ιδέες. ~ά: κόμματα/στοιχεία. Ακραίες και ~ές απόψεις. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: εξτρεμιστικά [< γαλλ. extrémiste, 1911]
17059εξτρίμ[ἐξτρίμ] εξ-τρίμ επίθ. {άκλ.}: ακραίος, υπερβολικός· οριακός: ~ άποψη/συμπεριφορά. ~ κουρέματα/χτενίσματα.|| ~ καταστάσεις/περιπτώσεις. ΣΥΝ. εξτρέμ (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ακραία αθλήματα βλ. άθλημα [< αγγλ. extreme]
17060εξυβρίζω[ἐξυβρίζω] ε-ξυ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {εξύβρι-σε, εξυβρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξυβρίζ-οντας} (λόγ.): βρίζω: Κείμενα που ~ουν πρόσωπα, ομάδες και ιδέες. ~στηκε αναίτια/δημόσια/χυδαία. Άνθρωπος που χλευάστηκε και ~στηκε. Πβ. περιλούζω. Βλ. προσβάλλω, υβρίζω. [< μτγν. ἐξυβρίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.