Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [17920-17940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17061εξύβριση[ἐξύβριση] ε-ξύ-βρι-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ΝΟΜ.): προσβολή της υπόληψης κάποιου με λόγια ή πράξεις: δημόσια/κακόβουλη/χυδαία ~. ~ νεκρών. ~ λόγω ή έργω. (ΣΤΡΑΤ.) ~ ανωτέρου. Θύμα ~ης και προπηλακισμού. Καταγγελία/καταδίκη/μήνυση για ~ και συκοφαντική δυσφήμιση. Πβ. βρίσιμο, περιύβριση.
17062εξυβριστικός, ή, ό [ἐξυβριστικός] ε-ξυ-βρι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που εξυβρίζει: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: δημοσίευμα. Επιθετική και ~ή στάση. ~ές και προσβλητικές δηλώσεις. Δυσφημιστική και ~ή πράξη. ΣΥΝ. υβριστικός ● επίρρ.: εξυβριστικά
17063εξυγιαίνω[ἐξυγιαίνω] ε-ξυ-γι-αί-νω ρ. (μτβ.) {εξυγία-νε, εξυγιά-νθηκε, εξυγιαίν-οντας} 1. (μτφ.) καταπολεμώ τη διαφθορά, τα προβλήματα υπηρεσίας, επιχείρησης, οργάνωσης, κράτους, αποκαθιστώντας την εύρυθμη λειτουργία τους: Χώρα που ~ει τα οικονομικά της. Όμιλος/τράπεζα που ~νθηκε. 2. (κυριολ.) κάνω κάτι καθαρό, ώστε να υπάρχουν συνθήκες υγιεινής: Προϊόν που ~ει και καθαρίζει την επιδερμίδα σε βάθος. Περιοχή που ~νθηκε. [< πβ. αρχ. ἐξυγιαίνω ‘επανακτώ την υγεία μου’, γαλλ. assainir]
17064εξυγίανση[ἐξυγίανση] ε-ξυ-γί-αν-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξυγιαίνω: (μτφ.) δημοσιονομική ~. ~ του δημόσιου τομέα/της δικαιοσύνης/του κρατικού μηχανισμού/της οικονομίας. ~ ζημιογόνων/προβληματικών επιχειρήσεων. Αναδιοργάνωση και ~ της εταιρείας. Πολιτική ~ης.|| (κυριολ.) ~ εδαφών/του νερού. ~ του αέρα κλειστών χώρων. ~ υπογείων υδάτων/υδροφορέων (ΑΝΤ. ρύπανση). Ανάπλαση και ~ περιοχής. Ιατρική ~ επιδερμίδας. [< γαλλ. assainissement]
17065εξυγιαντής[ἐξυγιαντής] ε-ξυ-γι-α-ντής ουσ. (αρσ.): αυτός που εξυγιαίνει κάτι: (μτφ., για πρόσ.) Ανέλαβε ρόλο ~ή. (ειρων.) ~ές της κοινωνίας/του ποδοσφαίρου.|| (ΤΕΧΝΟΛ., για συσκευή) Φορητός ~ χώρου (: για τον καθαρισμό του αέρα, πβ. ιονιστής). [< γαλλ. assainisseur, 1960]
17066εξυγιαντικός, ή, ό [ἐξυγιαντικός] ε-ξυ-γι-α-ντι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην εξυγίανση ή σχετίζεται με αυτή: (μτφ.) ~ός: νόμος. ~ή: μεταρρύθμιση/πολιτική. ~ά: μέτρα. ~ή και αναπτυξιακή πορεία. Το ~ό πρόγραμμα της εταιρείας.|| (κυριολ.) Συστατικό με ~ή δράση. (ως ουσ.) ~ό κλιματιστικών εγκαταστάσεων. ● επίρρ.: εξυγιαντικά
17067εξύμνηση[ἐξύμνηση] ε-ξύ-μνη-ση ουσ. (θηλ.): θερμός έπαινος για κάποιον ή κάτι: ~ ηρώων. ~ του παρελθόντος. Βιβλίο που είναι ~ (= εγκώμιο) της ελευθερίας. ΣΥΝ. εγκωμιασμός, εκθειασμός ΑΝΤ. στηλίτευση [< μεσν. εξύμνησις]
17068εξυμνητικός, ή, ό [ἐξυμνητικός] ε-ξυ-μνη-τι-κός επίθ.: που εξυμνεί κάποιον ή κάτι: ~ός: λόγος. ~ή: κριτική. Πβ. εγκωμιαστ-, εκθειαστ-, επαινετ-, υμνητ-ικός. ΑΝΤ. καυστικός (1), στηλιτευτικός ● επίρρ.: εξυμνητικά
17069εξυμνώ[ἐξυμνῶ] ε-ξυ-μνώ ρ. (μτβ.) {εξυμν-εί ... | εξύμν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας}: επαινώ ένθερμα: Ποίηση που ~εί τον άνθρωπο και τη φύση. Τελετή κατά την οποία ~ήθηκε η προσφορά των αγωνιστών. ΣΥΝ. εγκωμιάζω, εκθειάζω, εξαίρω (1), εξυψώνω (2), υμνώ (2) ΑΝΤ. καυτηριάζω (1), στηλιτεύω [< μτγν. ἐξυμνῶ]
17070εξυπακούεται[ἐξυπακούεται] ε-ξυ-πα-κού-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. εξυπακου-όμενος, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): είναι ευνόητο ή αυτονόητο, εννοείται: ~ ότι η τήρηση αντιγράφου ασφαλείας είναι άκρως απαραίτητη. Θέλω να πληρώνομαι για τη δουλειά μου, ~. Δεν υπάρχει λόγος να λέμε συνεχώς πράγματα που ~ονται. ~όμενη: συγκατάθεση (ΑΝΤ. κατηγορηματική, ρητή). (επίσ.) ~ομένου ότι οι τιμές είναι ενδεικτικές (βλ. δεδομένου ότι, δοθέντος ότι). Πβ. (εξ)υπονοείται. [< γαλλ. est sous-entendu]
17071εξυπηρέτηση[ἐξυπηρέτηση] ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παροχή ή προσφορά υπηρεσιών· οι ίδιες οι παρεχόμενες υπηρεσίες: άμεση/ηλεκτρονική/ταχεία/τηλεφωνική (= τηλ~) ~ πελατών. Βιβλιοθήκη για την ~ των σπουδαστών. Παραλαβή εισιτηρίων από προκαθορισμένα σημεία ~ης.|| Πλήθος τουριστικών ~ήσεων (π.χ. εστιατόρια, καταστήματα, ξενοδοχεία). 2. κάλυψη, ικανοποίηση (ελλείψεων, επιδιώξεων): πνευματικό κέντρο για την ~ των αναγκών των ενοριτών. ~ στόχων δηµοσίου συµφέροντος (πβ. επίτευξη). Πβ. εκπλήρωση. 3. (αρνητ. συνυποδ.) διευκόλυνση ή ειδικότ. χάρη που γίνεται επιλεκτικά ή παράτυπα και προσφέρεται ως αντάλλαγμα: ~ συμφερόντων. Ζητώ/θέλω/κάνω μια ~ (πβ. ευκολία). Ρουσφετολογικές προσλήψεις για την ~ της εκλογικής πελατείας. Διακρίσεις και ~ήσεις ημετέρων. Βλ. αλληλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (ακρ. ΚΕΠ): καθεμία από τις υπηρεσίες που υπάρχουν σε κάθε δήμο και στις οποίες οι πολίτες μπορούν να πληροφορηθούν για όλα τα θέματα της Δημόσιας Διοίκησης και να προωθήσουν προς διεκπεραίωση υποθέσεις τους, που σχετίζονται με φορείς του Δημοσίου. Πβ. υπηρεσία μιας στάσης. [< μτγν. ἐξυπηρέτησις, γαλλ. service]
17072εξυπηρετήσιμος, η, ο [ἐξυπηρετήσιμος] ε-ξυ-πη-ρε-τή-σι-μος επίθ. (λόγ.): (για χρέος) που μπορεί να εξοφληθεί: ~α: δάνεια. Πβ. βιώσιμος.
17073εξυπηρετητής[ἐξυπηρετητής] ε-ξυ-πη-ρε-τη-τής ουσ. (αρσ.) & εξυπηρέτης: ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ΣΥΝ. σέρβερ
17074εξυπηρετικός, ή, ό [ἐξυπηρετικός] ε-ξυ-πη-ρε-τι-κός επίθ. 1. που εξυπηρετεί, διευκολύνει, βολεύει: ~ή: συγκοινωνία. Πλήρες και ~ό κατάστημα. Αεροδρόμιο άνετο και ~ό. Ωράριο ~ό για τους καταναλωτές. Πβ. βολ-, διευκολυντ-ικός. ΑΝΤ. άβολος (1) 2. (για πρόσ.) πρόθυμος ή διατεθειμένος να εξυπηρετήσει: ~ός: υπάλληλος. ~ή: πωλήτρια. ~ά: γκαρσόνια. Φιλικό και ~ό προσωπικό. Πβ. περιποιητικός. ● επίρρ.: εξυπηρετικά [< γαλλ. serviable]
17075εξυπηρετικότητα[ἐξυπηρετικότητα] ε-ξυ-πη-ρε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξυπηρετικού: ~ των εργαζομένων/του προσωπικού. Πβ. περιποιητικότητα, προθυμία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. serviabilité]
17076εξυπηρετώ[ἐξυπηρετῶ] ε-ξυ-πη-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {εξυπηρετείς ... | εξυπηρέτ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ούμενος, -ώντας} 1. παρέχω ή προσφέρω υπηρεσίες: Γραμμές λεωφορείων που ~ούν την περιοχή. (σε κατάστημα) Ενώ συνήθως έχει ουρά, τώρα ~ηθήκαμε αμέσως. ~είστε; (: ερώτηση που απευθύνει υπάλληλος καταστήματος σε πελάτη). 2. καλύπτω, ικανοποιώ (ελλείψεις, στόχους): Δεν ~ καμιά σκοπιμότηταμ (πβ. υπηρετώ). Εργαστήριο που ~εί εκπαιδευτικές και ερευνητικές ανάγκες. Συμφωνία με την οποία ~ούνται τα εθνικά συμφέροντα. Δεν ~είται το δάνειο. Βλ. αυτοεξυπηρετούμαι.εξυπηρετεί: βολεύει, διευκολύνει, χρησιμεύει: Σε τίποτε δεν ~ να σου αποκαλύψω το μυστικό. Να επιλέξεις ό,τι σε ~ καλύτερα. Πβ. συμφέρει. [< αρχ. ἐξυπηρετῶ ‘προσφέρω βοήθεια’]
17078εξυπναδίστικος, η, ο βλ. εξυπνακίστικος
17079εξυπνάκιας[ἐξυπνάκιας] ε-ξυ-πνά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που παριστάνει τον έξυπνο ή κάνει πονηριές: ~ που θέλει να επιδειχθεί. Πβ. εξυπνοπούλι. Βλ. -άκιας.
17080εξυπνακισμός[ἐξυπνακισμός] ε-ξυ-πνα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): το να παριστάνει κάποιος τον έξυπνο· λόγος ή πράξη που ταιριάζει σε εξυπνάκια: επίδειξη/σύμπλεγμα ~ού.|| Ειρωνείες και ~οί. Βλ. -ισμός.
17081εξυπνακίστικος, η, ο [ἐξυπνακίστικος] ε-ξυ-πνα-κί-στι-κος επίθ. & εξυπναδίστικος (προφ.): που σχετίζεται με τον εξυπνάκια ή τον χαρακτηρίζει: ~η: ατάκα/διάθεση. ~ο: σχόλιο/ύφος/χιούμορ. ~οι: υπαινιγμοί. ~α: λογοπαίγνια/τρικ. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: εξυπνακίστικα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.