| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17065 | εξυγιαντής | [ἐξυγιαντής] ε-ξυ-γι-α-ντής ουσ. (αρσ.): αυτός που εξυγιαίνει κάτι: (μτφ., για πρόσ.) Ανέλαβε ρόλο ~ή. (ειρων.) ~ές της κοινωνίας/του ποδοσφαίρου.|| (ΤΕΧΝΟΛ., για συσκευή) Φορητός ~ χώρου (: για τον καθαρισμό του αέρα, πβ. ιονιστής). [< γαλλ. assainisseur, 1960] | |
| 17066 | εξυγιαντικός | , ή, ό [ἐξυγιαντικός] ε-ξυ-γι-α-ντι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην εξυγίανση ή σχετίζεται με αυτή: (μτφ.) ~ός: νόμος. ~ή: μεταρρύθμιση/πολιτική. ~ά: μέτρα. ~ή και αναπτυξιακή πορεία. Το ~ό πρόγραμμα της εταιρείας.|| (κυριολ.) Συστατικό με ~ή δράση. (ως ουσ.) ~ό κλιματιστικών εγκαταστάσεων. ● επίρρ.: εξυγιαντικά | |
| 17067 | εξύμνηση | [ἐξύμνηση] ε-ξύ-μνη-ση ουσ. (θηλ.): θερμός έπαινος για κάποιον ή κάτι: ~ ηρώων. ~ του παρελθόντος. Βιβλίο που είναι ~ (= εγκώμιο) της ελευθερίας. ΣΥΝ. εγκωμιασμός, εκθειασμός ΑΝΤ. στηλίτευση [< μεσν. εξύμνησις] | |
| 17068 | εξυμνητικός | , ή, ό [ἐξυμνητικός] ε-ξυ-μνη-τι-κός επίθ.: που εξυμνεί κάποιον ή κάτι: ~ός: λόγος. ~ή: κριτική. Πβ. εγκωμιαστ-, εκθειαστ-, επαινετ-, υμνητ-ικός. ΑΝΤ. καυστικός (1), στηλιτευτικός ● επίρρ.: εξυμνητικά | |
| 17069 | εξυμνώ | [ἐξυμνῶ] ε-ξυ-μνώ ρ. (μτβ.) {εξυμν-εί ... | εξύμν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας}: επαινώ ένθερμα: Ποίηση που ~εί τον άνθρωπο και τη φύση. Τελετή κατά την οποία ~ήθηκε η προσφορά των αγωνιστών. ΣΥΝ. εγκωμιάζω, εκθειάζω, εξαίρω (1), εξυψώνω (2), υμνώ (2) ΑΝΤ. καυτηριάζω (1), στηλιτεύω [< μτγν. ἐξυμνῶ] | |
| 17070 | εξυπακούεται | [ἐξυπακούεται] ε-ξυ-πα-κού-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. εξυπακου-όμενος, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): είναι ευνόητο ή αυτονόητο, εννοείται: ~ ότι η τήρηση αντιγράφου ασφαλείας είναι άκρως απαραίτητη. Θέλω να πληρώνομαι για τη δουλειά μου, ~. Δεν υπάρχει λόγος να λέμε συνεχώς πράγματα που ~ονται. ~όμενη: συγκατάθεση (ΑΝΤ. κατηγορηματική, ρητή). (επίσ.) ~ομένου ότι οι τιμές είναι ενδεικτικές (βλ. δεδομένου ότι, δοθέντος ότι). Πβ. (εξ)υπονοείται. [< γαλλ. est sous-entendu] | |
| 17071 | εξυπηρέτηση | [ἐξυπηρέτηση] ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παροχή ή προσφορά υπηρεσιών· οι ίδιες οι παρεχόμενες υπηρεσίες: άμεση/ηλεκτρονική/ταχεία/τηλεφωνική (= τηλ~) ~ πελατών. Βιβλιοθήκη για την ~ των σπουδαστών. Παραλαβή εισιτηρίων από προκαθορισμένα σημεία ~ης.|| Πλήθος τουριστικών ~ήσεων (π.χ. εστιατόρια, καταστήματα, ξενοδοχεία). 2. κάλυψη, ικανοποίηση (ελλείψεων, επιδιώξεων): πνευματικό κέντρο για την ~ των αναγκών των ενοριτών. ~ στόχων δηµοσίου συµφέροντος (πβ. επίτευξη). Πβ. εκπλήρωση. 3. (αρνητ. συνυποδ.) διευκόλυνση ή ειδικότ. χάρη που γίνεται επιλεκτικά ή παράτυπα και προσφέρεται ως αντάλλαγμα: ~ συμφερόντων. Ζητώ/θέλω/κάνω μια ~ (πβ. ευκολία). Ρουσφετολογικές προσλήψεις για την ~ της εκλογικής πελατείας. Διακρίσεις και ~ήσεις ημετέρων. Βλ. αλληλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (ακρ. ΚΕΠ): καθεμία από τις υπηρεσίες που υπάρχουν σε κάθε δήμο και στις οποίες οι πολίτες μπορούν να πληροφορηθούν για όλα τα θέματα της Δημόσιας Διοίκησης και να προωθήσουν προς διεκπεραίωση υποθέσεις τους, που σχετίζονται με φορείς του Δημοσίου. Πβ. υπηρεσία μιας στάσης. [< μτγν. ἐξυπηρέτησις, γαλλ. service] | |
| 17072 | εξυπηρετήσιμος | , η, ο [ἐξυπηρετήσιμος] ε-ξυ-πη-ρε-τή-σι-μος επίθ. (λόγ.): (για χρέος) που μπορεί να εξοφληθεί: ~α: δάνεια. Πβ. βιώσιμος. | |
| 17073 | εξυπηρετητής | [ἐξυπηρετητής] ε-ξυ-πη-ρε-τη-τής ουσ. (αρσ.) & εξυπηρέτης: ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ΣΥΝ. σέρβερ | |
| 17074 | εξυπηρετικός | , ή, ό [ἐξυπηρετικός] ε-ξυ-πη-ρε-τι-κός επίθ. 1. που εξυπηρετεί, διευκολύνει, βολεύει: ~ή: συγκοινωνία. Πλήρες και ~ό κατάστημα. Αεροδρόμιο άνετο και ~ό. Ωράριο ~ό για τους καταναλωτές. Πβ. βολ-, διευκολυντ-ικός. ΑΝΤ. άβολος (1) 2. (για πρόσ.) πρόθυμος ή διατεθειμένος να εξυπηρετήσει: ~ός: υπάλληλος. ~ή: πωλήτρια. ~ά: γκαρσόνια. Φιλικό και ~ό προσωπικό. Πβ. περιποιητικός. ● επίρρ.: εξυπηρετικά [< γαλλ. serviable] | |
| 17075 | εξυπηρετικότητα | [ἐξυπηρετικότητα] ε-ξυ-πη-ρε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξυπηρετικού: ~ των εργαζομένων/του προσωπικού. Πβ. περιποιητικότητα, προθυμία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. serviabilité] | |
| 17076 | εξυπηρετώ | [ἐξυπηρετῶ] ε-ξυ-πη-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {εξυπηρετείς ... | εξυπηρέτ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ούμενος, -ώντας} 1. παρέχω ή προσφέρω υπηρεσίες: Γραμμές λεωφορείων που ~ούν την περιοχή. (σε κατάστημα) Ενώ συνήθως έχει ουρά, τώρα ~ηθήκαμε αμέσως. ~είστε; (: ερώτηση που απευθύνει υπάλληλος καταστήματος σε πελάτη). 2. καλύπτω, ικανοποιώ (ελλείψεις, στόχους): Δεν ~ καμιά σκοπιμότηταμ (πβ. υπηρετώ). Εργαστήριο που ~εί εκπαιδευτικές και ερευνητικές ανάγκες. Συμφωνία με την οποία ~ούνται τα εθνικά συμφέροντα. Δεν ~είται το δάνειο. Βλ. αυτοεξυπηρετούμαι. ● εξυπηρετεί: βολεύει, διευκολύνει, χρησιμεύει: Σε τίποτε δεν ~ να σου αποκαλύψω το μυστικό. Να επιλέξεις ό,τι σε ~ καλύτερα. Πβ. συμφέρει. [< αρχ. ἐξυπηρετῶ ‘προσφέρω βοήθεια’] | |
| 17077 | εξυπνάδα | [ἐξυπνάδα] ε-ξυ-πνά-δα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του έξυπνου: στοιχειώδης ~. ~ και επινοητικότητα/ευρηματικότητα/πονηριά. Φαντασία και ~. Τεστ ~ας. Δεν χρειάζεται και πολλή ~, για να το καταλάβεις. Πβ. ευστροφία, ευφυΐα, οξύνοια, σπιρτάδα. ΑΝΤ. αμβλύνοια, ανοησία (1), βλακεία (1), ηλιθιότητα (1) 2. {συχνά στον πληθ.} (προφ.-ειρων.) ανόητο αστείο ή ενέργεια: Μην κάνεις/πεις καμιά ~. Αφήστε/σταματήστε τις ~ες. Όλο ~ες είσαι. Πβ. ευφυολόγημα, κρυάδα. Βλ. -άδα. ● ΦΡ.: πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα βλ. πνεύμα | |
| 17078 | εξυπναδίστικος | , η, ο βλ. εξυπνακίστικος | |
| 17079 | εξυπνάκιας | [ἐξυπνάκιας] ε-ξυ-πνά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που παριστάνει τον έξυπνο ή κάνει πονηριές: ~ που θέλει να επιδειχθεί. Πβ. εξυπνοπούλι. Βλ. -άκιας. | |
| 17080 | εξυπνακισμός | [ἐξυπνακισμός] ε-ξυ-πνα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): το να παριστάνει κάποιος τον έξυπνο· λόγος ή πράξη που ταιριάζει σε εξυπνάκια: επίδειξη/σύμπλεγμα ~ού.|| Ειρωνείες και ~οί. Βλ. -ισμός. | |
| 17081 | εξυπνακίστικος | , η, ο [ἐξυπνακίστικος] ε-ξυ-πνα-κί-στι-κος επίθ. & εξυπναδίστικος (προφ.): που σχετίζεται με τον εξυπνάκια ή τον χαρακτηρίζει: ~η: ατάκα/διάθεση. ~ο: σχόλιο/ύφος/χιούμορ. ~οι: υπαινιγμοί. ~α: λογοπαίγνια/τρικ. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: εξυπνακίστικα | |
| 17082 | εξυπνοπούλι | [ἐξυπνοπούλι] ε-ξυ-πνο-πού-λι ουσ. (ουδ.) & ξυπνοπούλι (οικ.-ειρων.): έξυπνος, εξυπνάκιας. Βλ. χαζοπούλι, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. | |
| 17083 | έξυπνος | , η, ο [ἔξυπνος] έ-ξυ-πνος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από, φανερώνει ή απαιτεί μεγάλη πνευματική ικανότητα, οξεία κρίση, αντίληψη, εφευρετικότητα, επινοητικότητα: (για έμψυχα) ~ος: μαθητής. ~ο: ζώο. ~α: μάτια. Οδηγός του ~ου καταναλωτή. Έχει ~ο βλέμμα/ύφος. (ως ουσ.) Οι ~οι σκέφτονται προτού μιλήσουν. Πβ. εύστροφος, ευφυής, ξύπνιος, οξύνους, σαΐνι, τσακάλι. Βλ. παν~. ΑΝΤ. βλάκας.|| (ειρων.) Κάποιοι ~οι πετάνε τα σκουπίδια όπου βρουν. Εσύ δηλαδή είσαι ο ~ κι εμείς τα κορόιδα; Δεν μου λες, κύριε ~ε, ... Το έκρυψε για να μην το δω, ο ~. Πβ. καπάτσος, πονηρός.|| ~ος: γρίφος. ~η: αγορά (= συμφέρουσα)/απάντηση/άσκηση/διαφήμιση/δικαιολογία/επιλογή/ιδέα/κίνηση/λύση/σκέψη. ~ο: αστείο/επιχείρημα/κόλπο/σενάριο/σχέδιο/χιούμορ. ~οι: χειρισμοί. ~ες: συμβουλές. ~α: σχόλια/τρικ. ΑΝΤ. ανόητος, χαζός (1) 2. για οτιδήποτε ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες, εφαρμόζοντας εξελιγμένες τεχνικές και μεθόδους της τεχνολογίας (κυρ. αυτοματισμούς), της οικολογίας (συνήθ. εναλλακτικές μορφές ενέργειας), της οικονομίας και της διοίκησης: ~ος: φωτισμός. ~η: βόμβα (: που βρίσκει τον στόχο με ακρίβεια, χάρη στο σύστημα καθοδήγησης που διαθέτει, ηλεκτροοπτικό, ακτίνες λέιζερ ή ραδιοκύματα)/κάρτα (: με αποθηκευμένα προσωπικά δεδομένα σε μικροεπεξεργαστή, πβ. μαγνητική). ~ο: αυτοκίνητο/σπίτι (: με αυτόματο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου των συσκευών και των εσωτερικών χώρων καθώς και επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον)/σχολείο (: σε επίπεδο εκπαιδευτικό, λειτουργικό και υποδομών· με ενσωματωμένες νέες τεχνολογίες και οικολογικά, βιοκλιματικά συστήματα)/τηλέφωνο/χρήμα (: που επενδύεται επικερδώς λόγω πληροφόρησης εκ των έσω ή μεγάλης εμπειρίας και συνεκδ. ο καλά πληροφορημένος επενδυτής). ~α: κινητά/όπλα/προϊόντα. ● Υποκ.: εξυπνούλης , α, ικο, εξυπνούλικα {επίρρ.}, εξυπνούτσικα {επίρρ.}, εξυπνούτσικος , η, ο ● επίρρ.: έξυπνα ● ΦΡ.: κάνω τον έξυπνο (προφ.): επιδεικνύω τις γνώσεις μου με ενοχλητικό τρόπο, αυτοπροβάλλομαι: Όλα αυτά δεν τα λέω για να ~ ~. Χωρίς να θέλω να ~ ~ ... Μου ~ει ~. Συνέχεια πετάγεται και ~ει ~. ΣΥΝ. πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται βλ. μύτη [< 1: μεσν. έξυπνος 2: αγγλ. smart] | |
| 17084 | εξυπονοείται | [ἐξυπονοεῖται] ε-ξυ-πο-νο-εί-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. εξυπονοούμενος, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): υπονοείται, εννοείται. Πβ. εξυπακούεται.|| Όπως εξυπονοεί ο όρος "γκέτο". [< μτγν. ἐξυπονοῶ ‘υποψιάζομαι’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ