| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17082 | εξυπνοπούλι | [ἐξυπνοπούλι] ε-ξυ-πνο-πού-λι ουσ. (ουδ.) & ξυπνοπούλι (οικ.-ειρων.): έξυπνος, εξυπνάκιας. Βλ. χαζοπούλι, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. | |
| 17083 | έξυπνος | , η, ο [ἔξυπνος] έ-ξυ-πνος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από, φανερώνει ή απαιτεί μεγάλη πνευματική ικανότητα, οξεία κρίση, αντίληψη, εφευρετικότητα, επινοητικότητα: (για έμψυχα) ~ος: μαθητής. ~ο: ζώο. ~α: μάτια. Οδηγός του ~ου καταναλωτή. Έχει ~ο βλέμμα/ύφος. (ως ουσ.) Οι ~οι σκέφτονται προτού μιλήσουν. Πβ. εύστροφος, ευφυής, ξύπνιος, οξύνους, σαΐνι, τσακάλι. Βλ. παν~. ΑΝΤ. βλάκας.|| (ειρων.) Κάποιοι ~οι πετάνε τα σκουπίδια όπου βρουν. Εσύ δηλαδή είσαι ο ~ κι εμείς τα κορόιδα; Δεν μου λες, κύριε ~ε, ... Το έκρυψε για να μην το δω, ο ~. Πβ. καπάτσος, πονηρός.|| ~ος: γρίφος. ~η: αγορά (= συμφέρουσα)/απάντηση/άσκηση/διαφήμιση/δικαιολογία/επιλογή/ιδέα/κίνηση/λύση/σκέψη. ~ο: αστείο/επιχείρημα/κόλπο/σενάριο/σχέδιο/χιούμορ. ~οι: χειρισμοί. ~ες: συμβουλές. ~α: σχόλια/τρικ. ΑΝΤ. ανόητος, χαζός (1) 2. για οτιδήποτε ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες, εφαρμόζοντας εξελιγμένες τεχνικές και μεθόδους της τεχνολογίας (κυρ. αυτοματισμούς), της οικολογίας (συνήθ. εναλλακτικές μορφές ενέργειας), της οικονομίας και της διοίκησης: ~ος: φωτισμός. ~η: βόμβα (: που βρίσκει τον στόχο με ακρίβεια, χάρη στο σύστημα καθοδήγησης που διαθέτει, ηλεκτροοπτικό, ακτίνες λέιζερ ή ραδιοκύματα)/κάρτα (: με αποθηκευμένα προσωπικά δεδομένα σε μικροεπεξεργαστή, πβ. μαγνητική). ~ο: αυτοκίνητο/σπίτι (: με αυτόματο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου των συσκευών και των εσωτερικών χώρων καθώς και επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον)/σχολείο (: σε επίπεδο εκπαιδευτικό, λειτουργικό και υποδομών· με ενσωματωμένες νέες τεχνολογίες και οικολογικά, βιοκλιματικά συστήματα)/τηλέφωνο/χρήμα (: που επενδύεται επικερδώς λόγω πληροφόρησης εκ των έσω ή μεγάλης εμπειρίας και συνεκδ. ο καλά πληροφορημένος επενδυτής). ~α: κινητά/όπλα/προϊόντα. ● Υποκ.: εξυπνούλης , α, ικο, εξυπνούλικα {επίρρ.}, εξυπνούτσικα {επίρρ.}, εξυπνούτσικος , η, ο ● επίρρ.: έξυπνα ● ΦΡ.: κάνω τον έξυπνο (προφ.): επιδεικνύω τις γνώσεις μου με ενοχλητικό τρόπο, αυτοπροβάλλομαι: Όλα αυτά δεν τα λέω για να ~ ~. Χωρίς να θέλω να ~ ~ ... Μου ~ει ~. Συνέχεια πετάγεται και ~ει ~. ΣΥΝ. πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται βλ. μύτη [< 1: μεσν. έξυπνος 2: αγγλ. smart] | |
| 17085 | εξυφαίνω | [ἐξυφαίνω] ε-ξυ-φαί-νω ρ. (μτβ.) {εξύφα-νε, εξυφά-νθηκε (λόγ. εξυφάνθη), εξυφαίν-οντας} (λόγ.) ΣΥΝ. υφαίνω 1. σχεδιάζω κάτι κακό στα κρυφά: ~ουν σενάρια/συνωμοσίες. Σκευωρία που ~νθηκε πίσω από τις πλάτες μας. Πβ. απεργάζ-, μηχανεύ-ομαι, μαγειρεύω. Βλ. δολοπλοκώ, μηχανορραφώ, ραδιουργώ, σκευωρώ. 2. (σπάν.-μτφ.) πλέκω: Συγγραφέας που ~ει τον ιστό της ιστορίας του. [< 1: μτγν. ἐξυφαίνω 2: αρχ. ~] | |
| 17086 | εξύφανση | [ἐξύφανση] ε-ξύ-φαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οργάνωση δράσης με ύπουλο τρόπο εναντίον κάποιου: ~ μεθοδεύσεων/σκευωρίας/συνωμοσιών. | |
| 17087 | εξυψώνω | [ἐξυψώνω] ε-ξυ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {εξύψω-σα, εξυψώ-θηκε, -θεί, -μένος, εξυψών-οντας} 1. βελτιώνω, προάγω ή ενισχύω κάποιον ή κάτι: Το θέατρο ~ει το πνεύμα. Ο πολιτισμός εξευγενίζει και ~ει τον άνθρωπο.|| Η νίκη ~σε το γόητρό/ηθικό του (= αναπτέρωσε, ανύψωσε). ~θηκε στα μάτια/στη συνείδηση των αντιπάλων του (= ανέβηκε). ΑΝΤ. υποβιβάζω (1) 2. (μτφ.) εγκωμιάζω, εξυμνώ: ~ει τον έρωτα. Πβ. επαινώ. ΑΝΤ. μειώνω (2) [< μτγν. ἐξυψῶ ‘ανυψώνω’] | |
| 17088 | εξύψωση | [ἐξύψωση] ε-ξύ-ψω-ση ουσ. (θηλ.) 1. βελτίωση, ανύψωση: ηθική/πνευματική/πολιτιστική ~. ~ του νου και της ψυχής (= προαγωγή).|| ~ του φρονήματος. Προσπάθεια ~ης (= ανάτασης, ενίσχυσης) και τόνωσης του ηθικού. Πβ. ανέβασμα, έξαρση. 2. (σπάν.-μτφ.) εγκωμιασμός. ΣΥΝ. εκθειασμός, εξύμνηση | |
| 17089 | εξυψωτικός | , ή, ό [ἐξυψωτικός] ε-ξυ-ψω-τι-κός επίθ. (σπάν.): που εγκωμιάζει, εκθειάζει· που προκαλεί ανάταση: σχόλια κολακευτικά και ~ά. Πβ. επαινετικός.|| Πνευματικά ~ή εμπειρία. ~ή: μουσική. Πβ. ανεβαστικός. ● επίρρ.: εξυψωτικά | |
| 17090 | έξω | [ἔξω] έ-ξω επίρρ. 1. μακριά από το εσωτερικό ή το κέντρο ενός χώρου: Περίμενέ με ~ κι έρχομαι. Μπείτε, μη στέκεστε ~! Κλειδωθήκαμε (απ') ~. Βγήκε/πετάχτηκε μια στιγμή ~ (: απουσιάζει προσωρινά από τον χώρο εργασίας ή το σπίτι). Μπορώ να πάω ~ (: άδεια για αποχώρηση, συνήθ. από την τάξη); Περάστε ~, κύριε! Κοίτα/σκύψε ~ (ενν. από το παράθυρο) και πες μου τι γίνεται. Έχει ήλιο ~. ~ φυσάει/χιονίζει. Καφενεία με τα τραπεζάκια ~ (: στην πλατεία).|| (επίρρ. + έξω) Είναι κανείς εκεί ~;|| (+ από) ~ από τον γαλαξία μας/το κτίριο/το χωριό. Δυνάμεις ~ από μας. Διαμαρτυρία ~ από τη Βουλή. Στάθηκε ~ από την πόρτα. Γυμναστείτε μέσα και ~ από το νερό. Άφησαν τα σκουπίδια ~ από τους κάδους. Φοράει το πουκάμισο ~ από το παντελόνι (πβ. απέξω). Βλ. παρα~. ΑΝΤ. μέσα (1) 2. (ειδικότ.) εκτός οικίας και κατ' επέκτ. (για ανάθεση έργου) σε επαγγελματίες: Θέλει όλο να βγαίνει ~. Τις Κυριακές τρώμε ~.|| Τα χαλιά τα δίνουμε ~. 3. (σ)το εξωτερικό: Σκέφτομαι να κάνω ~ διδακτορικό. Παράγγειλα από ~ βιβλία. 4. (ως επιφών.) σε προσταγή: ~ το στήθος (: ώστε να είναι προτεταμένο), ψηλά το κεφάλι!|| (για αποπομπή, αποδοκιμασία ή απευχή:) ~ από 'δω! ~ αμέσως/γρήγορα/τώρα! ~ οι κλέφτες/οι τραμπούκοι (ΑΝΤ. ζήτω)! Φτου, ~ από μας (πβ. μακριά από μας)! 5. εκτός: Σκεφθείτε κάτι άλλο, ~ από τις αρρώστιες. Πβ. εξόν. ● Ουσ.: έξω (το) 1. το εξωτερικό μέρος ή ο εξωτερικός χώρος: το ~ του αβγού (= το τσόφλι)/της μπανάνας (= η φλούδα)/του σπιτιού.|| Ο αδερφός μου είναι του μέσα κι εγώ του ~ (: προτιμώ την παραμονή και διασκέδαση εκτός οικίας). ΑΝΤ. μέσα 2. για αυτόν που βρίσκεται εκτός: οι ~ από τις πόλεις.|| (ως επίθ.) Ο ~ Ελληνισμός (: οι ομογενείς). (ΑΝΑΤ.) Το ~ ους. ΑΝΤ. έσω. ● ΦΡ.: απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω (προφ.): με έμμεσο τρόπο, πλαγίως: Έριξε ~ ~ την ιδέα. Της το 'φερε ~ ~, για να δει πώς θα αντιδράσει. ΑΝΤ. ευθέως, χωρίς περιστροφές, έξω-έξω (εμφατ.): άκρη-άκρη, στο χείλος: Κολυμπά ~ ~, στα ρηχά. Μην πατάς ~ ~ στην πισίνα, θα γλιστρήσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ ~ του καλαμποκιού δεν τρώγεται., έριξε έξω (προφ.): (συνήθ. για επιχείρηση) κατέστρεψε οικονομικά: ~ ~ την τράπεζα. Βλ. πέφτω έξω., μένω (απ') έξω (μτφ.-προφ.): δεν συμμετέχω, αποκλείομαι: Η ομάδα έμεινε έξω από το κύπελλο. , μέσα έξω & μέσα-έξω (προφ.) 1. (το/τα) για εσωτερικό τμήμα (κυρ. ρούχου) που γίνεται εξωτερικό: Οι κάλτσες είναι το ~ ~. Γύρισε τα γάντια/το παντελόνι το/τα ~ ~. Πβ. ανάποδα, από την ανάποδη.|| (μτφ.) Με τις φωτογραφίες του βγάζει το ~ ~ των ανθρώπων. Τα ανέτρεψε όλα, έφερε τα ~ ~. Βλ. πάνω κάτω. 2. και μέσα και έξω ή πότε μέσα, πότε έξω: Βάψαμε την πολυκατοικία ~-~.|| Νοσοκόμες και γιατροί πήγαιναν ~-~ (= μπαινόβγαιναν) συνεχώς. Πβ. μπες-βγες., μια/μία κι έξω (προφ.): οριστικά ή με μία προσπάθεια: Να το ξεκαθαρίσουμε ~ ~. Το θέμα πρέπει να τελειώσει ~ ~. Το τσιγάρο κόβεται ~ ~, όχι σταδιακά. Πβ. άπαξ (και) διά παντός, διαμιάς, μια (και) για πάντα.|| Αγώνας ~ ~ (: με σύστημα νοκ άουτ, χωρίς ρεβάνς, επαναληπτικό)., πέφτω έξω 1. σφάλλω, απατώμαι: Διορθώστε με αν κάπου ~ ~. Οι μετεωρολόγοι δεν έπεσαν ~. Αν δεν ~ ~ στις εκτιμήσεις/στους υπολογισμούς μου, ... 2. αποτυγχάνω οικονομικά, χρεοκοπώ: Έπεσε ~ και το έκλεισε το μαγαζί. Έπεσαν ~ οι δουλειές του. Βλ. έριξε έξω., προς τα έξω 1. προς το εξωτερικό μέρος: πέλματα στραμμένα ~ ~. Η πόρτα ανοίγει από μέσα ~ ~. 2. (κατ' επέκτ.) προς τους άλλους: Η εικόνα που δίνει ~ ~. Βγάζει ~ ~ (= εκδηλώνει) την αγωνία του., στα μέσα και στα έξω (προφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.): για πρόσωπο που παίζει βασικό ρόλο σε έναν χώρο, γιατί έχει μεγάλη επιρροή ή δύναμη, διαθέτει σημαντικές γνωριμίες: Είναι ~ ~ του κόμματος/της κυβέρνησης/του υπουργείου. Βρίσκεται ~ ~. Πβ. κόβει και ράβει, λύνει και δένει., το ρίχνω έξω (προφ.): ξεδίνω, ξεσκάω: Πρέπει και κάπου-κάπου να το ~ουμε ~. Είπα να το ρίξω ~. Πβ. γλεντώ, διασκεδάζω., (κάτι) είναι έξω απ' τα χωράφια μου βλ. χωράφι, απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα, απέξω/απ' έξω κι από μέσα βλ. απέξω, βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω) βλ. ουρά, βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) βλ. καράβι, δεύρο έξω! βλ. δεύρο, έξω από τα νερά μου βλ. νερό, έξω από τα πράγματα βλ. πράγμα, έξω καρδιά βλ. καρδιά, έξω φρενών βλ. φρένες, κι έξω από την πόρτα! βλ. πόρτα, μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια βλ. δόντι, ο έξω κόσμος βλ. κόσμος, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, πέρα/έξω από κάθε λογική βλ. λογική, τον πέταξε έξω/έδιωξε (κακήν κακώς/με τις κλοτσιές) βλ. πετώ ● βλ. απέξω [< αρχ. ἔξω] | |
| 17091 | εξω- & εξώ- | : λεξικό πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία έξω, εκτός: εξω-γλωσσικός/~κοινοβουλευτικός/~συζυγικός/~συμπαντικός. Εξω-νάρθηκας. Εξώ-φυλλο.|| (ΙΑΤΡ.) Εξω-νεφρικός/~πνευμονικός. ΑΝΤ. ενδο-, εσω- | |
| 17092 | εξωαγωνιστικός | , ή, ό [ἐξωαγωνιστικός] ε-ξω-α-γω-νι-στι-κός επίθ.: ΑΘΛ. εκτός αγώνων ή αγωνιστικού χώρου: ~ή: πειθαρχία ~ό: παράπτωμα. ~οί: παράγοντες/χώροι. ~ές: ειδήσεις/υποχρεώσεις. ~ά: δρώμενα/επεισόδια/συμφέροντα. Η ~ή οργάνωση της ομάδας. Σε ~ό επίπεδο. (λόγ.) Από ~ής πλευράς. Πβ. εξωαθλητικός, εξωγηπεδικός. ● επίρρ.: εξωαγωνιστικά | |
| 17093 | εξωαθλητικός | , ή, ό [ἐξωαθλητικός] ε-ξω-α-θλη-τι-κός επίθ.: ΑΘΛ. εκτός αθλητισμού: ~ές: δραστηριότητες. Πβ. εξωαγωνιστικός, εξωγηπεδικός. ● επίρρ.: εξωαθλητικά | |
| 17094 | εξωακαδημαϊκός | , ή, ό [ἐξωακαδημαϊκός] ε-ξω-α-κα-δη-μα-ϊ-κός επίθ.: που δεν σχετίζεται με την ανώτατη εκπαίδευση, την επιστήμη ή το πανεπιστήμιο: ~οί: κύκλοι. ~ά: κριτήρια. Πβ. εξωπανεπιστημιακός. ΑΝΤ. ακαδημαϊκός (1) | |
| 17095 | εξωαρθρικός | , ή, ό [ἐξωαρθρικός] ε-ξω-αρ-θρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα έξω από άρθρωση: ~ός: ρευματισμός. ΑΝΤ. ενδοαρθρικός [< αγγλ. extra-articular] | |
| 17096 | εξωαστικός | , ή, ό [ἐξωαστικός] ε-ξω-α-στι-κός επίθ.: που βρίσκεται εκτός πόλεως: ~ός: χώρος. ~ό: περιβάλλον. Αραιή ~ή δόμηση. Πβ. περιαστικός. Βλ. υπεραστικός. ΑΝΤ. ενδοαστικός ● επίρρ.: εξωαστικά [< αγγλ. extra-urban] | |
| 17097 | εξωβιολογία | [ἐξωβιολογία] ε-ξω-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΒΙΟΛ. αστροβιολογία. [< αγγλ. exobiology, 1960, γαλλ. exobiologie, περ. 1960] | |
| 17098 | εξωγαμία | [ἐξωγαμία] ε-ξω-γα-μί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεσμός που επιτρέπει τον γάμο μόνο ανάμεσα σε άτομα που ανήκουν σε διαφορετική οικογένεια, γένος ή φυλή. Βλ. αιμομιξία, επιγαμία. [< πβ. γαλλ. exogamie, αγγλ. exogamy] | |
| 17099 | εξώγαμος | , η, ο [ἐξώγαμος] ε-ξώ-γα-μος επίθ.: που γίνεται ή υπάρχει εκτός γάμου: ~η: συμβίωση. ~ες: γεννήσεις. ~α: τέκνα.|| ~η: σχέση (= εξωσυζυγική). ● Ουσ.: εξώγαμο (το): νόθο παιδί. Πβ. μπάσταρδος. [< γαλλ. extraconjugal] | |
| 17100 | εξωγενής | , ής, ές [ἐξωγενής] ε-ξω-γε-νής επίθ. ΑΝΤ. ενδογενής 1. που οφείλεται σε εξωτερικά αίτια: ~είς: παράγοντες. 2. ΙΑΤΡ. που δεν προκαλείται ή δεν παράγεται από τον οργανισμό: το ~ές άσθμα. ~ χορήγηση ινσουλίνης. Βλ. -γενής. [< γαλλ. exogène, αγγλ. exogenous] | |
| 17101 | εξωγήινος | , η, ο [ἐξωγήινος] ε-ξω-γή-ι-νος επίθ. (επιστ. φαντασία): που (υποτίθεται ότι) προέρχεται από το Διάστημα ή από άλλο πλανήτη σε σχέση με τη Γη: ~ος: πολιτισμός. ~η: ζωή. ~ο: διαστημόπλοιο (βλ. ούφο). ~οι: επισκέπτες. ~ες: οντότητες. ΑΝΤ. γήινος (1) ● Ουσ.: εξωγήινος (ο) 1. (νοήμον) ον από άλλο πλανήτη. ΣΥΝ. διαστημάνθρωπος (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) άνθρωπος που είναι εκτός πραγματικότητας, που ξενίζει με τα λόγια και τις πράξεις του. ΣΥΝ. ούφο (2) [< αγγλ. extraterrestrial (ουσ.), 1950] | |
| 17102 | εξωγηπεδικός | , ή, ό [ἐξωγηπεδικός] ε-ξω-γη-πε-δι-κός επίθ.: ΑΘΛ. εκτός γηπέδου: ~ή: βία/ζωή (αθλητή). Πβ. εξωαγωνιστικός, εξωαθλητικός. ΑΝΤ. γηπεδικός (1) ● επίρρ.: εξωγηπεδικά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ