Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17960-17980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17105εξωδικαστικός, ή, ό [ἐξωδικαστικός] ε-ξω-δι-κα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται χωρίς δίκη ή δεν ανήκει σε δικαστική αρχή: ~ός: διακανονισμός/μηχανισμός (ρύθμισης οφειλών)/συμβιβασμός. ~ή: διαδικασία/επίλυση διαφορών. ΣΥΝ. εξώδικος.|| ~ό: όργανο. ● επίρρ.: εξωδικαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. extrajudicial, γαλλ. extrajudiciaire]
17106εξώδικος, η/ος, ο [ἐξώδικος] ε-ξώ-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν αποτελεί μέρος δικαστικής διαδικασίας: ~ος: συμβιβασμός. ~η/~ος: αίτηση/δήλωση/διαμαρτυρία/πρόσκληση/ρύθμιση (απαιτήσεων). ~η καταγγελία σύμβασης. ~ες πράξεις και ενέργειες. ΣΥΝ. εξωδικαστικός ● Ουσ.: εξώδικο (το) {-ου (λόγ.) -ίκου}: επίσημο έγγραφο που κοινοποιείται με δικαστικό κλητήρα και στο οποίο διατυπώνονται οι απόψεις του συντάκτη του για έννομη σχέση ή διαφορά: ~α, αγωγές και προσφυγές. Του έστειλε ~. Απάντησε με ~. [< γαλλ. sommation ] ● επίρρ.: εξωδίκως (λόγ.) & εξώδικα: ΑΝΤ. δικαστικά [< γερμ. außergerichtlich, γαλλ. extrajudiciaire]
17107εξωηλιακός, ή, ό [ἐξωηλιακός] ε-ξω-η-λι-α-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που βρίσκεται εκτός του ηλιακού συστήματος: ~oί: πλανήτες (= εξωπλανήτες). [< αγγλ. extrasolar, γαλλ. extrasolaire]
17108εξωηπατικός, ή, ό [ἐξωηπατικός] ε-ξω-η-πα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται εκτός του ήπατος: ~ός: ιστός/όγκος. ~ή: χολόσταση. ΑΝΤ. ενδοηπατικός [< αγγλ. extrahepatic, περ. 1923]
17109έξωθεν[ἔξωθεν] έ-ξω-θεν επίρρ. (λόγ.): από έξω, κυρ. από το εξωτερικό: ~ επιβολή/οικονομική υποστήριξη. Βλ. -θεν. ΑΝΤ. εκ των έσω/ένδον, ένδοθεν, έσωθεν ● ΦΡ.: έξωθεν καλή μαρτυρία βλ. μαρτυρία [< αρχ. ἔξωθεν]
17110εξώθερμος, η, ο [ἐξώθερμος] ε-ξώ-θερ-μος επίθ. & εξωθερμικός, ή, ό ΑΝΤ. ενδόθερμος 1. ΧΗΜ. (για αντίδραση) που απελευθερώνει θερμότητα: ~η: διεργασία. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. ποικιλόθερμος. ΣΥΝ. ψυχρόαιμος ΑΝΤ. θερμόαιμος (2), ομοιόθερμος [< γαλλ. exothermique, αγγλ. exothermic, exothermal, 1906]
17111εξωθεσμικός, ή, ό [ἐξωθεσμικός] ε-ξω-θε-σμι-κός επίθ.: που κινείται ή γίνεται εκτός θεσμικού πλαισίου, ανεπίσημα, κατ' επέκτ. παρασκηνιακά και χωρίς διαφάνεια: ~οί: κύκλοι/μηχανισμοί/παράγοντες. ~ές: παρεμβάσεις. ~ά: κέντρα (βλ. παράκεντρο). Βλ. αντιθεσμ-, εξωκυβερνητ-ικός. ● επίρρ.: εξωθεσμικά [< αγγλ. extra-institutional]
17112εξώθηση[ἐξώθηση] ε-ξώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) εξαναγκασμός ή παρακίνηση, υποκίνηση με άσκηση ισχυρών πιέσεων: ~ (ανήλικου) σε επαιτεία/πορνεία (βλ. μαστροπεία).|| ~ σε αποχώρηση/εγκληματική ενέργεια/εξέγερση. 2. (σπάν.) ώθηση προς τα έξω. Πβ. σπρώξιμο. 3. ΙΑΤΡ. το τελικό στάδιο του τοκετού κατά το οποίο το έμβρυο εξέρχεται από τη μήτρα. 4. ΤΕΧΝΟΛ. διέλαση. [< μτγν. ἐξώθησις 1: γαλλ. incitation]
17113εξώθυρα[ἐξώθυρα] ε-ξώ-θυ-ρα ουσ. (θηλ.) (επίσ.) & (σπάν.) ξώθυρα: εξώπορτα.
17114εξωθώ[ἐξωθῶ] ε-ξω-θώ ρ. (μτβ.) {εξωθ-είς ... | εξώθ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} ΣΥΝ. ωθώ 1. (μτφ.) αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι, ασκώντας του πιέσεις: Μη με ~είς στα άκρα. Τον ~ησαν (: υποχρέωσαν)/~ήθηκε σε παραίτηση. Την ~ησε στην πορνεία. Κοινωνικές αιτίες που ~ούν τους νέους σε παραβατικές συμπεριφορές. Πβ. εξαναγκάζω, οδηγώ. 2. (σπάν.) σπρώχνω κάποιον ή κάτι προς τα έξω: Η καρδιά ~εί το αίμα στα αγγεία. [< αρχ. ἐξωθῶ, γαλλ. inciter, pousser]
17115εξωκαρδιακός, ή, ό [ἐξωκαρδιακός] ε-ξω-καρ-δι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που εκδηλώνεται, αναπτύσσεται εκτός της καρδιάς, που δεν σχετίζεται με αυτή: ~ή: χειρουργική. ~ά αίτια αιφνίδιου θανάτου. Θωρακικός πόνος ~ής αιτιολογίας. [< γαλλ. extracardiaque, αγγλ. extracardial]
17116εξωκειμενικός, ή, ό [ἐξωκειμενικός] ε-ξω-κει-με-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που βρίσκεται, υπάρχει ή γίνεται εκτός κειμένου: ~ός: αφηγητής. ~ή: αναφορά. ~ές: πληροφορίες (πβ. πραγματολογικός). ~ά: συμφραζόμενα (π.χ. ιστορικά και κοινωνικά). Βλ. διακειμενικός. ΑΝΤ. ενδοκειμενικός ● επίρρ.: εξωκειμενικά [< αγγλ. extratextual, 1961]
17117εξωκλήσι& εξωκκλήσι βλ. ξωκλήσι
17118εξωκοινοβουλευτικός, ή, ό [ἐξωκοινοβουλευτικός] ε-ξω-κοι-νο-βου-λευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που δεν εκπροσωπείται ή δεν κατέχει έδρα στο κοινοβούλιο: ~ά: κόμματα.|| ~ός: υπουργός (: δεν είναι βουλευτής). ● ΣΥΜΠΛ.: εξωκοινοβουλευτική Αριστερά βλ. Αριστερά [< γαλλ. extraparlementaire]
17119εξωκοινοτικός, ή, ό [ἐξωκοινοτικός] ε-ξω-κοι-νο-τι-κός επίθ.: που αφορά κράτη εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ~ό: εμπόριο. ~ές: αγορές/χώρες. Βλ. διακοινοτικός. ΑΝΤ. ενδοκοινοτικός [< γαλλ. extracommunautaire, 1986]
17120εξωκομματικός, ή, ό [ἐξωκομματικός] ε-ξω-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που συμβαίνει εκτός κόμματος ή που δεν ανήκει σε πολιτικό κόμμα: ~ή: δράση.|| ~οί: παράγοντες. ~ά: μέλη. Βλ. διακομματικός. ΑΝΤ. ενδοκομματικός, εσωκομματικός ● επίρρ.: εξωκομματικά
17121εξωκρανιακός, ή, ό [ἐξωκρανιακός] ε-ξω-κρα-νι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται εκτός της κρανιακής κοιλότητας: ~ά: αγγεία.|| ~ό: υπερηχογράφημα. ΑΝΤ. ενδοκρανιακός [< αγγλ. extracranial, γαλλ. extracrânien]
17122εξωκρινής, ής, ές [ἐξωκρινής] ε-ξω-κρι-νής επίθ. {εξωκριν-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. (για αδένα) που διοχετεύει το έκκριμά του στην επιφάνεια του δέρματος ή ενός βλεννογόνου και όχι στην κυκλοφορία του αίματος. ΑΝΤ. ενδοκρινής [< γαλλ. exocrine, 1906, αγγλ. ~, 1911]
17123εξωκυβερνητικός, ή, ό [ἐξωκυβερνητικός] ε-ξω-κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. εκτός κυβέρνησης: ~ά: κέντρα/στελέχη. ΑΝΤ. ενδοκυβερνητικός [< αγγλ. extra-governmental]
17124εξωκυττάριος, α/ος, ο [ἐξωκυττάριος] ε-ξω-κυτ-τά-ρι-ος επίθ. & εξωκυτταρικός, ή, ό: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή εκδηλώνεται εκτός του κυττάρου: ~ος: ιστός/όγκος. ~ος/α: οξέωση/ουσία. ~ο: περιβάλλον/υγρό. ~α: ένζυμα. ΑΝΤ. ενδοκυττάριος [< αγγλ. extracellular]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.