Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17980-18000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17125εξωλέμβιος, α/ος, ο [ἐξωλέμβιος] ε-ξω-λέμ-βι-ος επίθ.: (για μηχανή) που βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά της πρύμνης λέμβου: ~ος: κινητήρας. ~ο: σκάφος.|| (ως ουσ.) Ταχύπλοο/φουσκωτό με ~ο. Η ~ (ενν. βάρκα). ΑΝΤ. εσωλέμβιος [< αγγλ. outboard (motor), 1909]
17126εξώλης, ης, ες [ἐξώλης] ε-ξώ-λης επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εξώλης και προώλης (αρχαιοπρ.-μειωτ.): για κάποιον που θεωρείται εντελώς ανήθικος, αχρείος, διεφθαρμένος. Πβ. του σκοινιού και του παλουκιού. Βλ. βίος και πολιτεία.[< αρχ. ἐξώλης ‘κατεστραμμένος, ολέθριος’ < ἐξόλλυμι ‘καταστρέφω εντελώς, αφανίζω’]
17127εξωλογικός, ή, ό [ἐξωλογικός] ε-ξω-λο-γι-κός επίθ.: που είναι εκτός λογικής: ~ές: δοξασίες. ~ά: στοιχεία (βλ. ονειρικός). ~ή θεώρηση των πραγμάτων.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ό και το παράλογο/φανταστικό. [< πβ. γαλλ. extra-logique, αγγλ. extrallogical]
17128εξωλογιστικός, ή, ό [ἐξωλογιστικός] ε-ξω-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΛΟΓΙΣΤ. που δεν καταγράφεται στα λογιστικά βιβλία, που γίνεται εκτός ισολογισμού: ~ός: προσδιορισμός εισοδημάτων (: με χρήση συντελεστή καθαρού κέρδους ή βάσει αντικειμενικών κριτηρίων). ~ή: κοστολόγηση.
17129εξωμερίτηςβλ. ξωμερίτης
17130εξωμήτριος, α/ος, ο [ἐξωμήτριος] ε-ξω-μή-τρι-ος επίθ. ΑΝΤ. ενδομήτριος: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξωμήτριος/εξωμήτρια εγκυμοσύνη/κύηση & έκτοπη/εκτοπική εγκυμοσύνη/κύηση: ΙΑΤΡ. ανώμαλη εγκυμοσύνη κατά την οποία το γονιμοποιημένο ωάριο εγκαθίσταται έξω από τη μήτρα. [< γαλλ. extra-utérin]
17131έξωμος, η, ο [ἔξωμος] έ-ξω-μος επίθ.: (για μπλούζα ή φόρεμα) που αφήνει γυμνούς τους ώμους. Βλ. εξώπλατος. [< πβ. μτγν. ἐξωμίας ‘αυτός που έχει τα χέρια γυμνά ως τον ώμο’]
17132εξωμότης[ἐξωμότης] ε-ξω-μό-της ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. αρνησίθρησκος. 2. (μτφ.) προδότης: αποστάτες και ~ες. ΣΥΝ. Ιούδας (1)
17133εξωνάρθηκας[ἐξωνάρθηκας] ε-ξω-νάρ-θη-κας ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. χώρος των χριστιανικών ναών που καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα τους και βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά του νάρθηκα: βασιλική με ~α. Βλ. εσωνάρθηκας. [< μεσν. εξωνάρθηξ]
17134εξωνεφρικός, ή, ό [ἐξωνεφρικός] ε-ξω-νε-φρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξωνεφρική κάθαρση: ΙΑΤΡ. αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση. [< αγγλ. extrarenal]
17135εξωνημένος, η, ο [ἐξωνημένος] ε-ξω-νη-μέ-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαγορασμένος, δωροδοκημένος: ~ες: ηγεσίες/συνειδήσεις. Πβ. πουλημένος. ΣΥΝ. αργυρώνητος [< αρχ. ἐξωνοῦμαι ‘εξαγοράζω’]
17136εξώνηση[ἐξώνηση] ε-ξώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. εμπορική συμφωνία κατά την οποία ο πωλητής μπορεί να πάρει πίσω το πωληθέν αντικείμενο, επιστρέφοντας το τίμημα σε καθορισμένο χρονικό διάστημα. 2. (μτφ.-λόγ.) εξαγορά κάποιου με σκοπό την εξασφάλιση της συναίνεσης και συνεργασίας του σε κάτι ανήθικο: ~ συνειδήσεων. [< μεσν. εξώνησις, γαλλ. réméré, rachat]
17137εξωνοσοκομειακός, ή, ό [ἐξωνοσοκομειακός] ε-ξω-νο-σο-κο-μει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δουλεύει, γίνεται ή βρίσκεται εκτός νοσοκομείου: ~ός: γιατρός. ~ή: θεραπεία/νοσηλεία/φροντίδα. ~οί: ασθενείς. ΑΝΤ. ενδονοσοκομειακός ● επίρρ.: εξωνοσοκομειακά [< αγγλ. extra-hospital]
17138εξωοικιακός, ή, ό [ἐξωοικιακός] ε-ξω-οι-κι-α-κός επίθ.: που συμβαίνει ή υπάρχει εκτός οικίας: ~ή: εργασία. ~ά: αλλεργιογόνα (βλ. γύρη). ΑΝΤ. ενδοοικιακός ● επίρρ.: εξωοικιακά [< αγγλ. extra-domestic]
17139εξωοικογενειακός, ή, ό [ἐξωοικογενειακός] ε-ξω-οι-κο-γε-νει-α-κός επίθ.: που γίνεται, υπάρχει εκτός της οικογένειας: ~ή: φροντίδα (των παιδιών). ~ό: περιβάλλον. ΑΝΤ. ενδοοικογενειακός
17140εξωπανεπιστημιακός, ή, ό [ἐξωπανεπιστημιακός] ε-ξω-πα-νε-πι-στη-μι-α-κός επίθ.: που συντελείται ή δρα εκτός πανεπιστημίου: ~ή: απασχόληση. ~οί: επιστήμονες. ~ά: στοιχεία (: για άτομα που δεν έχουν σχέση με το Πανεπιστήμιο). Πβ. εξωακαδημαϊκός. ΑΝΤ. ενδοπανεπιστημιακός [< αγγλ. extra-university]
17141εξωπαράσιτα[ἐξωπαράσιτα] ε-ξω-πα-ρά-σι-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. εξωπαράσιτο} : ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. παράσιτα που ζουν πάνω στο δέρμα του οργανισμού που τα φιλοξενεί: ~ σκύλου και γάτας. Βλ. παρασιτοκτόνο, τσιμπούρι, ψείρα, ψύλλος. ΑΝΤ. ενδοπαράσιτα [< αγγλ.-γαλλ. ectoparasites]
17142εξωπλανήτης[ἐξωπλανήτης] ε-ξω-πλα-νή-της ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. εξωηλιακός πλανήτης. [< αγγλ. exoplanet, 1996, γαλλ. exoplanète, 1998]
17143εξώπλατος, η, ο [ἐξώπλατος] ε-ξώ-πλα-τος επίθ. & (προφ.) ξώπλατος: (για γυναικεία μπλούζα ή φόρεμα) που αφήνει γυμνή την πλάτη: ~η: τουαλέτα. Βλ. έξωμος. ● Ουσ.: εξώπλατο & (προφ.) ξώπλατο (το) [< αγγλ. backless, 1926]
17144εξωπνευμονικός, ή, ό [ἐξωπνευμονικός] ε-ξω-πνευ-μο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή αναπτύσσεται εκτός των πνευμόνων: ~ός: όγκος. ~ή: νόσος. [< αγγλ. extrapulmonary]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.