Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18000-18020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17145εξώπορτα[ἐξώπορτα] ε-ξώ-πορ-τα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ξώπορτα: εξωτερική πόρτα κτιρίου. Βλ. μεσόπορτα. ΣΥΝ. εξώθυρα [< μεσν. εξώπορτα]
17146εξωπραγματικός, ή, ό [ἐξωπραγματικός] ε-ξω-πραγ-μα-τι-κός επίθ. 1. ασύμβατος με την πραγματικότητα: ~ός: φόβος. ~ές: ανησυχίες/ιστορίες/σκέψεις. Πβ. ανεξήγητος, παράλογος, φανταστικός. ΑΝΤ. πραγματικός (1) 2. που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί: ~οί: στόχοι. ~ές: ιδέες. ~ά: όνειρα. Πβ. ανεδαφ-, ουτοπ-, χιμαιρ-ικός, ανέφικτος, απραγματοποίητος. ΑΝΤ. ρεαλιστικός (1) 3. υπερβολικά μεγάλος ή υψηλός: ~ό: ποσό. ~ές: απαιτήσεις. ~ά: κέρδη. Πβ. τεράστιος. ● επίρρ.: εξωπραγματικά [< γαλλ. irréel]
17147εξωραΐζω[ἐξωραΐζω] ε-ξω-ρα-ΐ-ζω ρ. (μτβ.) {εξωράι-σε, εξωραΐ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, εξωραΐζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. κάνω κάτι ωραίο, ομορφαίνω, καλλωπίζω: Δέντρα που ~ουν τις πλατείες. Το κτίριο ανακαινίστηκε και ~στηκε. ΑΝΤ. ασχημαίνω (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ωραιοποιώ: ~ει τα πράγματα/προβλήματα. ~σμένο: παρελθόν. Πβ. εξιδανικεύω, στρογγυλεύω. [< 1: μτγν. ἐξωραΐζω 2: γαλλ. embellir]
17148εξωραϊσμός[ἐξωραϊσμός] ε-ξω-ρα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. καλλωπισμός χώρου ή κτιρίου: ~ πλατείας/προσόψεων. ~-ηλεκτροφωτισμός και δενδροφύτευση πάρκου. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ωραιοποίηση: ~ της κατάστασης/πραγματικότητας. Ας αντιμετωπίσουμε το παρελθόν χωρίς ~ούς. Πβ. εξιδανίκευση. [< 1: μτγν. ἐξωραϊσμός 2: γαλλ. embellissement]
17149εξωραϊστικός, ή, ό [ἐξωραϊστικός] ε-ξω-ρα-ϊ-στι-κός επίθ. 1. που αποβλέπει στον εξωραϊσμό: (εκ)πολιτιστικός και ~ σύλλογος. Περιβαλλοντικές παρεμβάσεις και ~ά έργα. Πβ. διακοσμητ-, καλλωπιστ-ικός. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που ωραιοποιεί αρνητικές καταστάσεις: Αποδίδει την καθημερινότητα χωρίς ~ή διάθεση. Πβ. εξιδανικευτικός. ● επίρρ.: εξωραϊστικά
17150έξωση[ἔξωση] έ-ξω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. απομάκρυνση ενοίκου από ακίνητο με δικαστική απόφαση: αγωγή ~ης. Απειλούνται με/τους έκαναν ~ λόγω απλήρωτων ενοικίων. 2. (λόγ.) εκδίωξη: βίαιες ~ώσεις (σε βάρος πληθυσμών). (ΙΣΤ.) ~ του βασιλιά (= εκθρόνιση). (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. Πβ. αποπομπή, διώξιμο. Βλ. αποβολή. [< μτγν. ἔξωσις, γαλλ. expulsion]
17151εξωσκελετός[ἐξωσκελετός] ε-ξω-σκε-λε-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. σκελετικός σχηματισμός από χιτίνη, ο οποίος περιβάλλει εξωτερικά το σώμα των αρθρόποδων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εξωτερικός σκελετός: μηχανικός/ρομποτικός ~ (: που επιτρέπει σε άτομα με ειδικές ανάγκες να περπατήσουν ή να εκτελέσουν καθημερινές εργασίες). [< αγγλ. exoskeleton, γαλλ. exosquelette, 1903]
17152εξώστης[ἐξώστης] ε-ξώ-στης ουσ. (αρσ.) 1. θεωρείο κυρ. θεάτρου και κινηματογράφου· συνεκδ. το σύνολο των θεατών που κάθονται εκεί: πλατεία και ~. ΣΥΝ. γαλαρία, υπερώο.|| Οι αποδοκιμασίες του ~η. 2. (λόγ.) ανοιχτό ή κλειστό μπαλκόνι: νεοκλασικό με δύο ~ες. Πβ. έρκερ. Βλ. χαγιάτι. [< μεσν. εξώστης, γαλλ. balcon]
17153εξωστικός, ή, ό [ἐξωστικός] ε-ξω-στι-κός επίθ. (σπάν.): ΝΟΜ. που σχετίζεται με την έξωση: ~ή: αγωγή/απόφαση. [< μτγν. ἐξωστικός 'που διώχνει, αποβάλλει']
17154εξωστρέφεια[ἐξωστρέφεια] ε-ξω-στρέ-φει-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ενδοστρέφεια, εσωστρέφεια 1. τάση κάποιου να στρέφεται προς τους άλλους και τον εξωτερικό κόσμο: αυθορμητισμός και ~. Πβ. εκδηλωτικ-, κοινωνικ-ότητα. 2. (μτφ.) κατάσταση σύμφωνα με την οποία ένα σύνολο ανθρώπων επεκτείνει τις επαφές και τις δραστηριότητές του έξω από τα όρια του δικού του χώρου: επιχειρηματική ~. ~ εταιρειών/υπηρεσιών. Ενίσχυση της ~ας. Οικονομία ανταγωνιστική, με ~ και ισχυρή διεθνή παρουσία. Βλ. διεθνο-, παγκοσμιο-ποίηση. [< γερμ. Εxtraversion, γαλλ. extraversion, 1913]
17155εξωστρεφής, ής, ές [ἐξωστρεφής] ε-ξω-στρε-φής επίθ. {εξωστρεφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια: ~ής: χαρακτήρας. Άτομο κοινωνικό/φιλικό και ~ές. Πβ. εκδηλωτικός.|| (μτφ.) ~ής: οικονομία. ~είς: επιχειρήσεις. ΑΝΤ. ενδοστρεφής, εσωστρεφής [< γερμ. extravertiert, γαλλ. extraverti, 1921]
17156εξωσυζυγικός, ή, ό [ἐξωσυζυγικός] ε-ξω-συ-ζυ-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε σχέση η οποία συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο εκτός του/της συζύγου: ~ή: περιπέτεια. Πβ. εξώγαμος. Βλ. απιστία, μοιχεία. [< γαλλ. extraconjugal]
17157εξωσυμπαντικός, ή, ό [ἐξωσυμπαντικός] ε-ξω-συ-μπα-ντι-κός επίθ.: που (θεωρείται ότι) βρίσκεται εκτός του Σύμπαντος.
17158εξώσφαιρα[ἐξώσφαιρα] ε-ξώ-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. το ανώτατο και τελευταίο στρώμα της ατμόσφαιρας, μετά τη θερμόσφαιρα, το οποίο εκτείνεται μέχρι το κοσμικό Διάστημα. Βλ. μεσό-, στρατό-, τροπό-σφαιρα. [< αγγλ. exosphere, 1949, γαλλ. exosphère < exo + (atmo)sphère, 1951]
17159εξωσχολικός, ή, ό [ἐξωσχολικός] ε-ξω-σχο-λι-κός επίθ.: που υπάρχει ή συντελείται εκτός σχολείου, που δεν σχετίζεται με αυτό: ~ός: χρόνος. ~ή: ζωή. ~ό: περιβάλλον. ~ές: δραστηριότητες. ~ά: βιβλία.|| (για πρόσ.) Προστασία των σχολικών μονάδων από ~ά στοιχεία (: άτομα που δεν ανήκουν στη σχολική κοινότητα). (ως ουσ.) Συμπλοκή μαθητών με ~ούς. ΑΝΤ. ενδοσχολικός [< αγγλ. out-school]
17160εξωσωματικός, ή, ό [ἐξωσωματικός] ε-ξω-σω-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται εκτός του σώματος: ~ή: θεραπεία. ΑΝΤ. ενδοσωματικός ● επίρρ.: εξωσωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εξωσωματική γονιμοποίηση & (προφ.) εξωσωματική: (σε περίπτωση προβλημάτων στειρότητας ή υπογονιμότητας) μέθοδος ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που συντελείται στο εργαστήριο με ωάρια τα οποία λαμβάνονται από τη γυναίκα, γονιμοποιούνται με τα σπερματοζωάρια σε ειδικό δοχείο και εμφυτεύονται στη μήτρα μέσω καθετήρα: Υποβλήθηκε σε ~ ~. Βλ. παιδί του σωλήνα, σπερματέγχυση. [< γαλλ. fécondation in vitro, 1983] , εξωσωματική κυκλοφορία: κυκλοφορία του αίματος εκτός σώματος, μέσω ειδικού μηχανισμού, κατά τη διάρκεια εγχείρησης ανοιχτής καρδιάς. [< αγγλ. extra-corporeal, γαλλ. extracorporel, περ. 1950]
17161εξώτατος, η, ο [ἐξώτατος] ε-ξώ-τα-τος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο πιο μακρινό εξωτερικό σημείο: (ΑΣΤΡΟΝ.) Το ~ο όριο του ηλιακού συστήµατος. (ΧΗΜ.) Η ~η στιβάδα του ατόμου. Πβ. εξώτερος. ΑΝΤ. ενδότατος, εσώτατος [< μτγν. ἐξώτατος]
17162εξωτερίκευση[ἐξωτερίκευση] ε-ξω-τε-ρί-κευ-ση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξωτερικεύω: ~ των απόψεων/επιθυμιών/συναισθημάτων. Πβ. έκφραση. ΑΝΤ. εσωτερίκευση
17163εξωτερικεύω[ἐξωτερικεύω] ε-ξω-τε-ρι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξωτερίκευ-σα, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος}: εκφράζω, αποκαλύπτω στους άλλους τον εσωτερικό μου κόσμο: Τα κρατάει όλα μέσα του, δεν ~ει τις σκέψεις/τα συναισθήματά του. ~μένη: συμπεριφορά. Πβ. εκδηλ-, φανερ-ώνω. ΑΝΤ. απωθώ (3), εσωτερικεύω, κρύβω (2) [< γαλλ. extérioriser]
17164εξωτερικός, ή, ό [ἐξωτερικός] ε-ξω-τε-ρι-κός επίθ. ΑΝΤ. εσωτερικός 1. που σχετίζεται με την έξω πλευρά, που βρίσκεται ή γίνεται σε ανοιχτό χώρο: ~ός: τοίχος/φλοιός (της Γης). ~ή: άποψη (κτιρίου)/επένδυση/επιφάνεια/καμπίνα πλοίου (: με φινιστρίνι)/πόρτα/σκάλα/τσέπη. ~ό: διαμέρισμα (: που βλέπει στον δρόμο). Η ~ή γωνία του ματιού/σπιτιού/τριγώνου. ΑΝΤ. έσω, μέσα.|| ~ή: διαφήμιση. ~ές: δραστηριότητες. Διαμόρφωση ~ών χώρων. Πβ. υπαίθριος.|| ~ά: γυρίσματα/πλάνα (: εκτός στούντιο). Βρίσκεται σε ~ή υπηρεσία (: εκτός γραφείου). 2. που γίνεται, λειτουργεί έξω από κάτι, που προέρχεται από έξω: ~ός: έλεγχος/(ΠΛΗΡΟΦ.) σύνδεσμος (βλ. λινκ). ~ή: βοήθεια/γραμμή (τηλεφώνου)/πηγή/(ΦΥΣ.) πίεση/χρηματοδότηση. ~ές: δαπάνες. Αλοιφή για ~ή χρήση. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Κινητήρας ~ής καύσης (π.χ. ατμομηχανής).|| (πρόσθετος, μη ενσωματωμένος:) ~ός: (ΠΛΗΡΟΦ.) δίσκος. ~ή: κεραία. ~ά: ηχεία. Πβ. φορητός. 3. που υπάρχει, συμβαίνει έξω από το υποκείμενο ή που καθορίζεται από το περιβάλλον: ~ός: κόσμος/παρατηρητής. ~ή: πραγματικότητα.|| ~ό: ερέθισμα. ~οί: παράγοντες. ~ές: αλλαγές/δυνάμεις/επιδράσεις/πιέσεις/συνθήκες. ~ά: αίτια/κίνητρα. Πβ. εξωγενής. ΑΝΤ. ενδογενής. 4. που αναφέρεται σε ξένα κράτη: ~ός: δανεισμός/εχθρός/τουρισμός. ~ή: αγορά/απειλή/πολιτική. ~ό: χρέος. ~ές: ειδήσεις/συναλλαγές/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: προβλήματα. 5. (για πρόσ.) που σχετίζεται με ομάδα ή χώρο, διατηρώντας όμως έναν βαθμό ανεξαρτησίας: ~ός: ασθενής (: που δεν έχει κάνει εισαγωγή στο νοσοκομείο· πβ. περιπατητικός)/μαθητής (ΑΝΤ. οικότροφος)/σύμβουλος (επιχειρήσεων)/(ΠΛΗΡΟΦ.) χρήστης. ~ή: βοηθός (πβ. καθαρίστρια, παραδουλεύτρα, βλ. υπηρέτρια). ~ό: μέλος (επιτροπής). 6. που αφορά τη μορφή: ~ή: εμφάνιση/ομορφιά. ~ά: ελαττώματα/χαρακτηριστικά. Πβ. φυσικός. ● Ουσ.: εξωτερικά (τα): θέματα που αφορούν τις σχέσεις ενός κράτους με τα υπόλοιπα: συζήτηση για τα ~. Υπουργείο ~ών. ΑΝΤ. εσωτερικά (τα), εξωτερικό (το) ΑΝΤ. εσωτερικό 1. έξω τμήμα: το ~ του αυτοκινήτου/δοχείου/κτιρίου. 2. περιοχή εκτός των ορίων ενός κράτους, οι ξένες χώρες: δρομολόγια/οι Έλληνες του (= οι ομογενείς)/πανεπιστήμια/πτήσεις/υποτροφίες ~ού. Σπουδές/ταξίδια στο ~. Εισαγωγές από το ~. Διαμένει/εγκαταστάθηκε/ζει μόνιμα στο ~ (βλ. εκπατρίζομαι, μεταναστεύω). Πβ. αλλοδαπή. ΑΝΤ. ημεδαπή ● επίρρ.: εξωτερικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] : Κατασκευάστε ~ του τριγώνου δύο τετράγωνα.|| ~ δεν μοιάζουν καθόλου. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικές εργασίες & δουλειές: που εκτελούνται εκτός γραφείου, συνήθ. για διανομές σε υπηρεσίες: Ζητείται υπάλληλος για ~ ~. Στην εταιρεία κάνει ~ ~: πηγαίνει σε τράπεζες, εφορίες, δημόσιες υπηρεσίες., εξωτερικά ιατρεία βλ. ιατρείο, εξωτερικά σύνορα βλ. σύνορο, εξωτερική αξιολόγηση βλ. αξιολόγηση, εξωτερικός συνεργάτης βλ. συνεργάτης, συνεργάτιδα, ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών βλ. ισοζύγιο [< αρχ. ἐξωτερικός, γαλλ. extérieur, étranger]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.