Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [18000-18020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17143εξώπλατος, η, ο [ἐξώπλατος] ε-ξώ-πλα-τος επίθ. & (προφ.) ξώπλατος: (για γυναικεία μπλούζα ή φόρεμα) που αφήνει γυμνή την πλάτη: ~η: τουαλέτα. Βλ. έξωμος. ● Ουσ.: εξώπλατο & (προφ.) ξώπλατο (το) [< αγγλ. backless, 1926]
17144εξωπνευμονικός, ή, ό [ἐξωπνευμονικός] ε-ξω-πνευ-μο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή αναπτύσσεται εκτός των πνευμόνων: ~ός: όγκος. ~ή: νόσος. [< αγγλ. extrapulmonary]
17145εξώπορτα[ἐξώπορτα] ε-ξώ-πορ-τα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ξώπορτα: εξωτερική πόρτα κτιρίου. Βλ. μεσόπορτα. ΣΥΝ. εξώθυρα [< μεσν. εξώπορτα]
17146εξωπραγματικός, ή, ό [ἐξωπραγματικός] ε-ξω-πραγ-μα-τι-κός επίθ. 1. ασύμβατος με την πραγματικότητα: ~ός: φόβος. ~ές: ανησυχίες/ιστορίες/σκέψεις. Πβ. ανεξήγητος, παράλογος, φανταστικός. ΑΝΤ. πραγματικός (1) 2. που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί: ~οί: στόχοι. ~ές: ιδέες. ~ά: όνειρα. Πβ. ανεδαφ-, ουτοπ-, χιμαιρ-ικός, ανέφικτος, απραγματοποίητος. ΑΝΤ. ρεαλιστικός (1) 3. υπερβολικά μεγάλος ή υψηλός: ~ό: ποσό. ~ές: απαιτήσεις. ~ά: κέρδη. Πβ. τεράστιος. ● επίρρ.: εξωπραγματικά [< γαλλ. irréel]
17147εξωραΐζω[ἐξωραΐζω] ε-ξω-ρα-ΐ-ζω ρ. (μτβ.) {εξωράι-σε, εξωραΐ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, εξωραΐζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. κάνω κάτι ωραίο, ομορφαίνω, καλλωπίζω: Δέντρα που ~ουν τις πλατείες. Το κτίριο ανακαινίστηκε και ~στηκε. ΑΝΤ. ασχημαίνω (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ωραιοποιώ: ~ει τα πράγματα/προβλήματα. ~σμένο: παρελθόν. Πβ. εξιδανικεύω, στρογγυλεύω. [< 1: μτγν. ἐξωραΐζω 2: γαλλ. embellir]
17148εξωραϊσμός[ἐξωραϊσμός] ε-ξω-ρα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. καλλωπισμός χώρου ή κτιρίου: ~ πλατείας/προσόψεων. ~-ηλεκτροφωτισμός και δενδροφύτευση πάρκου. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ωραιοποίηση: ~ της κατάστασης/πραγματικότητας. Ας αντιμετωπίσουμε το παρελθόν χωρίς ~ούς. Πβ. εξιδανίκευση. [< 1: μτγν. ἐξωραϊσμός 2: γαλλ. embellissement]
17149εξωραϊστικός, ή, ό [ἐξωραϊστικός] ε-ξω-ρα-ϊ-στι-κός επίθ. 1. που αποβλέπει στον εξωραϊσμό: (εκ)πολιτιστικός και ~ σύλλογος. Περιβαλλοντικές παρεμβάσεις και ~ά έργα. Πβ. διακοσμητ-, καλλωπιστ-ικός. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που ωραιοποιεί αρνητικές καταστάσεις: Αποδίδει την καθημερινότητα χωρίς ~ή διάθεση. Πβ. εξιδανικευτικός. ● επίρρ.: εξωραϊστικά
17150έξωση[ἔξωση] έ-ξω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. απομάκρυνση ενοίκου από ακίνητο με δικαστική απόφαση: αγωγή ~ης. Απειλούνται με/τους έκαναν ~ λόγω απλήρωτων ενοικίων. 2. (λόγ.) εκδίωξη: βίαιες ~ώσεις (σε βάρος πληθυσμών). (ΙΣΤ.) ~ του βασιλιά (= εκθρόνιση). (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. Πβ. αποπομπή, διώξιμο. Βλ. αποβολή. [< μτγν. ἔξωσις, γαλλ. expulsion]
17151εξωσκελετός[ἐξωσκελετός] ε-ξω-σκε-λε-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. σκελετικός σχηματισμός από χιτίνη, ο οποίος περιβάλλει εξωτερικά το σώμα των αρθρόποδων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εξωτερικός σκελετός: μηχανικός/ρομποτικός ~ (: που επιτρέπει σε άτομα με ειδικές ανάγκες να περπατήσουν ή να εκτελέσουν καθημερινές εργασίες). [< αγγλ. exoskeleton, γαλλ. exosquelette, 1903]
17152εξώστης[ἐξώστης] ε-ξώ-στης ουσ. (αρσ.) 1. θεωρείο κυρ. θεάτρου και κινηματογράφου· συνεκδ. το σύνολο των θεατών που κάθονται εκεί: πλατεία και ~. ΣΥΝ. γαλαρία, υπερώο.|| Οι αποδοκιμασίες του ~η. 2. (λόγ.) ανοιχτό ή κλειστό μπαλκόνι: νεοκλασικό με δύο ~ες. Πβ. έρκερ. Βλ. χαγιάτι. [< μεσν. εξώστης, γαλλ. balcon]
17153εξωστικός, ή, ό [ἐξωστικός] ε-ξω-στι-κός επίθ. (σπάν.): ΝΟΜ. που σχετίζεται με την έξωση: ~ή: αγωγή/απόφαση. [< μτγν. ἐξωστικός 'που διώχνει, αποβάλλει']
17154εξωστρέφεια[ἐξωστρέφεια] ε-ξω-στρέ-φει-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ενδοστρέφεια, εσωστρέφεια 1. τάση κάποιου να στρέφεται προς τους άλλους και τον εξωτερικό κόσμο: αυθορμητισμός και ~. Πβ. εκδηλωτικ-, κοινωνικ-ότητα. 2. (μτφ.) κατάσταση σύμφωνα με την οποία ένα σύνολο ανθρώπων επεκτείνει τις επαφές και τις δραστηριότητές του έξω από τα όρια του δικού του χώρου: επιχειρηματική ~. ~ εταιρειών/υπηρεσιών. Ενίσχυση της ~ας. Οικονομία ανταγωνιστική, με ~ και ισχυρή διεθνή παρουσία. Βλ. διεθνο-, παγκοσμιο-ποίηση. [< γερμ. Εxtraversion, γαλλ. extraversion, 1913]
17155εξωστρεφής, ής, ές [ἐξωστρεφής] ε-ξω-στρε-φής επίθ. {εξωστρεφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια: ~ής: χαρακτήρας. Άτομο κοινωνικό/φιλικό και ~ές. Πβ. εκδηλωτικός.|| (μτφ.) ~ής: οικονομία. ~είς: επιχειρήσεις. ΑΝΤ. ενδοστρεφής, εσωστρεφής [< γερμ. extravertiert, γαλλ. extraverti, 1921]
17156εξωσυζυγικός, ή, ό [ἐξωσυζυγικός] ε-ξω-συ-ζυ-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε σχέση η οποία συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο εκτός του/της συζύγου: ~ή: περιπέτεια. Πβ. εξώγαμος. Βλ. απιστία, μοιχεία. [< γαλλ. extraconjugal]
17157εξωσυμπαντικός, ή, ό [ἐξωσυμπαντικός] ε-ξω-συ-μπα-ντι-κός επίθ.: που (θεωρείται ότι) βρίσκεται εκτός του Σύμπαντος.
17158εξώσφαιρα[ἐξώσφαιρα] ε-ξώ-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. το ανώτατο και τελευταίο στρώμα της ατμόσφαιρας, μετά τη θερμόσφαιρα, το οποίο εκτείνεται μέχρι το κοσμικό Διάστημα. Βλ. μεσό-, στρατό-, τροπό-σφαιρα. [< αγγλ. exosphere, 1949, γαλλ. exosphère < exo + (atmo)sphère, 1951]
17159εξωσχολικός, ή, ό [ἐξωσχολικός] ε-ξω-σχο-λι-κός επίθ.: που υπάρχει ή συντελείται εκτός σχολείου, που δεν σχετίζεται με αυτό: ~ός: χρόνος. ~ή: ζωή. ~ό: περιβάλλον. ~ές: δραστηριότητες. ~ά: βιβλία.|| (για πρόσ.) Προστασία των σχολικών μονάδων από ~ά στοιχεία (: άτομα που δεν ανήκουν στη σχολική κοινότητα). (ως ουσ.) Συμπλοκή μαθητών με ~ούς. ΑΝΤ. ενδοσχολικός [< αγγλ. out-school]
17160εξωσωματικός, ή, ό [ἐξωσωματικός] ε-ξω-σω-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται εκτός του σώματος: ~ή: θεραπεία. ΑΝΤ. ενδοσωματικός ● επίρρ.: εξωσωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εξωσωματική γονιμοποίηση & (προφ.) εξωσωματική: (σε περίπτωση προβλημάτων στειρότητας ή υπογονιμότητας) μέθοδος ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που συντελείται στο εργαστήριο με ωάρια τα οποία λαμβάνονται από τη γυναίκα, γονιμοποιούνται με τα σπερματοζωάρια σε ειδικό δοχείο και εμφυτεύονται στη μήτρα μέσω καθετήρα: Υποβλήθηκε σε ~ ~. Βλ. παιδί του σωλήνα, σπερματέγχυση. [< γαλλ. fécondation in vitro, 1983] , εξωσωματική κυκλοφορία: κυκλοφορία του αίματος εκτός σώματος, μέσω ειδικού μηχανισμού, κατά τη διάρκεια εγχείρησης ανοιχτής καρδιάς. [< αγγλ. extra-corporeal, γαλλ. extracorporel, περ. 1950]
17161εξώτατος, η, ο [ἐξώτατος] ε-ξώ-τα-τος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο πιο μακρινό εξωτερικό σημείο: (ΑΣΤΡΟΝ.) Το ~ο όριο του ηλιακού συστήµατος. (ΧΗΜ.) Η ~η στιβάδα του ατόμου. Πβ. εξώτερος. ΑΝΤ. ενδότατος, εσώτατος [< μτγν. ἐξώτατος]
17162εξωτερίκευση[ἐξωτερίκευση] ε-ξω-τε-ρί-κευ-ση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξωτερικεύω: ~ των απόψεων/επιθυμιών/συναισθημάτων. Πβ. έκφραση. ΑΝΤ. εσωτερίκευση

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.