| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17163 | εξωτερικεύω | [ἐξωτερικεύω] ε-ξω-τε-ρι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξωτερίκευ-σα, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος}: εκφράζω, αποκαλύπτω στους άλλους τον εσωτερικό μου κόσμο: Τα κρατάει όλα μέσα του, δεν ~ει τις σκέψεις/τα συναισθήματά του. ~μένη: συμπεριφορά. Πβ. εκδηλ-, φανερ-ώνω. ΑΝΤ. απωθώ (3), εσωτερικεύω, κρύβω (2) [< γαλλ. extérioriser] | |
| 17164 | εξωτερικός | , ή, ό [ἐξωτερικός] ε-ξω-τε-ρι-κός επίθ. ΑΝΤ. εσωτερικός 1. που σχετίζεται με την έξω πλευρά, που βρίσκεται ή γίνεται σε ανοιχτό χώρο: ~ός: τοίχος/φλοιός (της Γης). ~ή: άποψη (κτιρίου)/επένδυση/επιφάνεια/καμπίνα πλοίου (: με φινιστρίνι)/πόρτα/σκάλα/τσέπη. ~ό: διαμέρισμα (: που βλέπει στον δρόμο). Η ~ή γωνία του ματιού/σπιτιού/τριγώνου. ΑΝΤ. έσω, μέσα.|| ~ή: διαφήμιση. ~ές: δραστηριότητες. Διαμόρφωση ~ών χώρων. Πβ. υπαίθριος.|| ~ά: γυρίσματα/πλάνα (: εκτός στούντιο). Βρίσκεται σε ~ή υπηρεσία (: εκτός γραφείου). 2. που γίνεται, λειτουργεί έξω από κάτι, που προέρχεται από έξω: ~ός: έλεγχος/(ΠΛΗΡΟΦ.) σύνδεσμος (βλ. λινκ). ~ή: βοήθεια/γραμμή (τηλεφώνου)/πηγή/(ΦΥΣ.) πίεση/χρηματοδότηση. ~ές: δαπάνες. Αλοιφή για ~ή χρήση. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Κινητήρας ~ής καύσης (π.χ. ατμομηχανής).|| (πρόσθετος, μη ενσωματωμένος:) ~ός: (ΠΛΗΡΟΦ.) δίσκος. ~ή: κεραία. ~ά: ηχεία. Πβ. φορητός. 3. που υπάρχει, συμβαίνει έξω από το υποκείμενο ή που καθορίζεται από το περιβάλλον: ~ός: κόσμος/παρατηρητής. ~ή: πραγματικότητα.|| ~ό: ερέθισμα. ~οί: παράγοντες. ~ές: αλλαγές/δυνάμεις/επιδράσεις/πιέσεις/συνθήκες. ~ά: αίτια/κίνητρα. Πβ. εξωγενής. ΑΝΤ. ενδογενής. 4. που αναφέρεται σε ξένα κράτη: ~ός: δανεισμός/εχθρός/τουρισμός. ~ή: αγορά/απειλή/πολιτική. ~ό: χρέος. ~ές: ειδήσεις/συναλλαγές/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: προβλήματα. 5. (για πρόσ.) που σχετίζεται με ομάδα ή χώρο, διατηρώντας όμως έναν βαθμό ανεξαρτησίας: ~ός: ασθενής (: που δεν έχει κάνει εισαγωγή στο νοσοκομείο· πβ. περιπατητικός)/μαθητής (ΑΝΤ. οικότροφος)/σύμβουλος (επιχειρήσεων)/(ΠΛΗΡΟΦ.) χρήστης. ~ή: βοηθός (πβ. καθαρίστρια, παραδουλεύτρα, βλ. υπηρέτρια). ~ό: μέλος (επιτροπής). 6. που αφορά τη μορφή: ~ή: εμφάνιση/ομορφιά. ~ά: ελαττώματα/χαρακτηριστικά. Πβ. φυσικός. ● Ουσ.: εξωτερικά (τα): θέματα που αφορούν τις σχέσεις ενός κράτους με τα υπόλοιπα: συζήτηση για τα ~. Υπουργείο ~ών. ΑΝΤ. εσωτερικά (τα), εξωτερικό (το) ΑΝΤ. εσωτερικό 1. έξω τμήμα: το ~ του αυτοκινήτου/δοχείου/κτιρίου. 2. περιοχή εκτός των ορίων ενός κράτους, οι ξένες χώρες: δρομολόγια/οι Έλληνες του (= οι ομογενείς)/πανεπιστήμια/πτήσεις/υποτροφίες ~ού. Σπουδές/ταξίδια στο ~. Εισαγωγές από το ~. Διαμένει/εγκαταστάθηκε/ζει μόνιμα στο ~ (βλ. εκπατρίζομαι, μεταναστεύω). Πβ. αλλοδαπή. ΑΝΤ. ημεδαπή ● επίρρ.: εξωτερικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] : Κατασκευάστε ~ του τριγώνου δύο τετράγωνα.|| ~ δεν μοιάζουν καθόλου. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικές εργασίες & δουλειές: που εκτελούνται εκτός γραφείου, συνήθ. για διανομές σε υπηρεσίες: Ζητείται υπάλληλος για ~ ~. Στην εταιρεία κάνει ~ ~: πηγαίνει σε τράπεζες, εφορίες, δημόσιες υπηρεσίες., εξωτερικά ιατρεία βλ. ιατρείο, εξωτερικά σύνορα βλ. σύνορο, εξωτερική αξιολόγηση βλ. αξιολόγηση, εξωτερικός συνεργάτης βλ. συνεργάτης, συνεργάτιδα, ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών βλ. ισοζύγιο [< αρχ. ἐξωτερικός, γαλλ. extérieur, étranger] | |
| 17165 | εξωτερικότητα | [ἐξωτερικότητα] ε-ξω-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξωτερικού: αντικειμενική ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. εσωτερικότητα ● εξωτερικότητες (οι): ΟΙΚΟΝ. εξωτερικές, παράπλευρες επιδράσεις ή συνέπειες βιομηχανικής ή εμπορικής κυρ. δραστηριότητας: αρνητικές/θετικές ~. ~ δικτύου. Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και περιβαλλοντικές ~. Πβ. επίπτωση, κόστος. [< αγγλ. externality, 1957] [< γαλλ. extériorité] | |
| 17166 | εξώτερος | , η, ο [ἐξώτερος] ε-ξώ-τε-ρος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πιο έξω συγκριτικά με κάτι άλλο ή στο πιο εξωτερικό σημείο: η ~η ζώνη του ηλιακού συστήματος. Πβ. εξώτατος. ΑΝΤ. εσώτερος ● ΦΡ.: στο πυρ το εξώτερο(ν) βλ. πυρ [< μτγν. ἐξώτερος] | |
| 17167 | εξωτικός | , ή, ό [ἐξωτικός] ε-ξω-τι-κός επίθ. & (λαϊκό) ξωτικός (θετ. συνυποδ.) 1. που σχετίζεται με, βρίσκεται σε ή προέρχεται από μακρινές περιοχές, συνήθ. τροπικές: ~ός: παράδεισος. ~ή: κουζίνα/παραλία. ~οί: προορισμοί. ~ά: νησιά/πουλιά/φρούτα/φυτά. 2. (μτφ.) ασυνήθιστος: κοπέλα με ~ή ομορφιά (= σπάνια). ΑΝΤ. κοινός, συνηθισμένος. [< μτγν. ἐξωτικός 'εξωτερικός', γαλλ. exotique, αγγλ. exotic] | |
| 17168 | εξωτισμός | [ἐξωτισμός] ε-ξω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ιδιότητα του εξωτικού. Βλ. -ισμός. 2. εξωτικά στοιχεία ή μοτίβα: Οι φοίνικες δίνουν μια νότα ~ού στον παραλιακό δρόμο. [< γαλλ. exotisme, αγγλ. exotism] | |
| 17169 | εξωτοξίνες | [ἐξωτοξίνες] ε-ξω-το-ξί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. εξωτοξίνη}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξίνες που εκκρίνονται από παθογόνα gram-θετικά βακτήρια, διασπείρονται στο εσωτερικό του οργανισμού και προσβάλλουν συγκεκριμένα όργανα. Βλ. τοξικό σοκ. ΑΝΤ. ενδοτοξίνες [< γαλλ. exotoxine, 1905, αγγλ. exotoxin, 1920] | |
| 17170 | εξωτραπεζικός | , ή, ό [ἐξωτραπεζικός] ε-ξω-τρα-πε-ζι-κός επίθ.: (για οικονομική συναλλαγή) που δεν γίνεται με τράπεζα ή μέσω αυτής: ~ός: δανεισμός. ~ά: επιτόκια. | |
| 17171 | εξωυπηρεσιακός | , ή, ό [ἐξωυπηρεσιακός] ε-ξω-υ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που συμβαίνει εκτός υπηρεσίας: ~ή: απασχόληση. Παράτυπες ~ές δραστηριότητες. ΑΝΤ. ενδοϋπηρεσιακός ● επίρρ.: εξωυπηρεσιακά [< αγγλ. extra-departmental] | |
| 17172 | εξωφρενικός | , ή, ό [ἐξωφρενικός] ε-ξω-φρε-νι-κός επίθ.: εντελώς παράλογος, σε σημείο που να προκαλεί αγανάκτηση· υπερβολικός: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: κατάσταση. ~ές: απαιτήσεις/απόψεις/τιμές (: πολύ υψηλές, ακριβές). ~ό: ποσό. ~ά: σενάρια/ψέματα. Πβ. εξοργιστικός, παρατραβηγμένος, τρελός.|| ~ή: ταχύτητα. ~ό: ντύσιμο (πβ. ασυνήθιστος, παράδοξος). ~ά: νούμερα. ● επίρρ.: εξωφρενικά [< αρχ. φρ. ἔξω φρενῶν] | |
| 17173 | εξώφυλλο | [ἐξώφυλλο] ε-ξώ-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ύλλου} & (σπάν.-προφ.) ξώφυλλο: εξωτερικό φύλλο: το ~ του βιβλίου/του σιντί. Τετράδιο με μαλακό/σκληρό/χάρτινο ~. Πβ. κουβερτούρα2. Βλ. εσώ-, οπισθό-φυλλο.|| (για πρόσ.) Έγινε ~ σε περιοδικό (: η φωτογραφία της μπήκε στο ~). | |
| 17174 | εξωχριστιανικός | , ή, ό [ἐξωχριστιανικός] ε-ξω-χρι-στια-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που είναι εκτός Χριστιανισμού, που δεν σχετίζεται με τους χριστιανούς: ~ή: πηγή. ~ά: θρησκεύματα. ΑΝΤ. ενδοχριστιανικός [< αγγλ. extra-christian] | |
| 17175 | εξωχώριος | , α, ο [ἐξωχώριος] ε-ξω-χώ-ρι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή αναπτύσσεται εκτός της έδρας του· κατ' επέκτ. ξένος: ~α: δραστηριότητα.|| ~α: κέντρα. ΑΝΤ. εγχώριος. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξωχώρια εταιρεία & υπεράκτια εταιρεία {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΝΟΜ. εταιρεία που έχει την έδρα της σε ξένη χώρα με ηπιότερο φορολογικό καθεστώς και με βάση τη νομοθεσία της δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες: ~ες ~ες ελληνικών συμφερόντων. Το φορολογικό καθεστώς/το θεσμικό πλαίσιο για τις ~ες ~ες. Μεταφορά κεφαλαίων σε ~ες ~ες. Ξέπλυμα μαύρου χρήματος μέσω ~ων ~ών. Βλ. φορολογικός παράδεισος. ΣΥΝ. οφσόρ/οφ σορ εταιρεία [< γαλλ. extraterritorial, 1987, αγγλ. offshore, γαλλ. ~, 1952] | |
| 17176 | ΕΟ | (η): Εθνική Οδός. | |
| 17177 | ΕΟΑ | 1. (ο) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας. 2. (το) Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο. | |
| 17178 | ΕΟΔ | 1. (ο) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος. 2. (η) Ευρωπαϊκή Ομάδα Δεοντολογίας. 3. (η) Ελληνική Ομάδα Διάσωσης. | |
| 17179 | ΕΟΔΥ | (ο): Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (2019). | |
| 17180 | ΕΟΕ | 1. (ο) Εθνικός Οργανισμός Εργασίας. 2. (η) Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή. | |
| 17181 | ΕΟΚ | 1. (η) (παλαιότ.) Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Σήμερα ΕΕ. 2. (η) Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης. 3. (ο) Εθνικός Οργανισμός Καπνού. | |
| 17182 | ΕΟΚΑ | (η): (παλαιότ.) Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ