Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18020-18040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17165εξωτερικότητα[ἐξωτερικότητα] ε-ξω-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξωτερικού: αντικειμενική ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. εσωτερικότητα ● εξωτερικότητες (οι): ΟΙΚΟΝ. εξωτερικές, παράπλευρες επιδράσεις ή συνέπειες βιομηχανικής ή εμπορικής κυρ. δραστηριότητας: αρνητικές/θετικές ~. ~ δικτύου. Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και περιβαλλοντικές ~. Πβ. επίπτωση, κόστος. [< αγγλ. externality, 1957] [< γαλλ. extériorité]
17166εξώτερος, η, ο [ἐξώτερος] ε-ξώ-τε-ρος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πιο έξω συγκριτικά με κάτι άλλο ή στο πιο εξωτερικό σημείο: η ~η ζώνη του ηλιακού συστήματος. Πβ. εξώτατος. ΑΝΤ. εσώτερος ● ΦΡ.: στο πυρ το εξώτερο(ν) βλ. πυρ [< μτγν. ἐξώτερος]
17167εξωτικός, ή, ό [ἐξωτικός] ε-ξω-τι-κός επίθ. & (λαϊκό) ξωτικός (θετ. συνυποδ.) 1. που σχετίζεται με, βρίσκεται σε ή προέρχεται από μακρινές περιοχές, συνήθ. τροπικές: ~ός: παράδεισος. ~ή: κουζίνα/παραλία. ~οί: προορισμοί. ~ά: νησιά/πουλιά/φρούτα/φυτά. 2. (μτφ.) ασυνήθιστος: κοπέλα με ~ή ομορφιά (= σπάνια). ΑΝΤ. κοινός, συνηθισμένος. [< μτγν. ἐξωτικός 'εξωτερικός', γαλλ. exotique, αγγλ. exotic]
17168εξωτισμός[ἐξωτισμός] ε-ξω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ιδιότητα του εξωτικού. Βλ. -ισμός. 2. εξωτικά στοιχεία ή μοτίβα: Οι φοίνικες δίνουν μια νότα ~ού στον παραλιακό δρόμο. [< γαλλ. exotisme, αγγλ. exotism]
17169εξωτοξίνες[ἐξωτοξίνες] ε-ξω-το-ξί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. εξωτοξίνη}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξίνες που εκκρίνονται από παθογόνα gram-θετικά βακτήρια, διασπείρονται στο εσωτερικό του οργανισμού και προσβάλλουν συγκεκριμένα όργανα. Βλ. τοξικό σοκ. ΑΝΤ. ενδοτοξίνες [< γαλλ. exotoxine, 1905, αγγλ. exotoxin, 1920]
17170εξωτραπεζικός, ή, ό [ἐξωτραπεζικός] ε-ξω-τρα-πε-ζι-κός επίθ.: (για οικονομική συναλλαγή) που δεν γίνεται με τράπεζα ή μέσω αυτής: ~ός: δανεισμός. ~ά: επιτόκια.
17171εξωυπηρεσιακός, ή, ό [ἐξωυπηρεσιακός] ε-ξω-υ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που συμβαίνει εκτός υπηρεσίας: ~ή: απασχόληση. Παράτυπες ~ές δραστηριότητες. ΑΝΤ. ενδοϋπηρεσιακός ● επίρρ.: εξωυπηρεσιακά [< αγγλ. extra-departmental]
17172εξωφρενικός, ή, ό [ἐξωφρενικός] ε-ξω-φρε-νι-κός επίθ.: εντελώς παράλογος, σε σημείο που να προκαλεί αγανάκτηση· υπερβολικός: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: κατάσταση. ~ές: απαιτήσεις/απόψεις/τιμές (: πολύ υψηλές, ακριβές). ~ό: ποσό. ~ά: σενάρια/ψέματα. Πβ. εξοργιστικός, παρατραβηγμένος, τρελός.|| ~ή: ταχύτητα. ~ό: ντύσιμο (πβ. ασυνήθιστος, παράδοξος). ~ά: νούμερα. ● επίρρ.: εξωφρενικά [< αρχ. φρ. ἔξω φρενῶν]
17173εξώφυλλο[ἐξώφυλλο] ε-ξώ-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ύλλου} & (σπάν.-προφ.) ξώφυλλο: εξωτερικό φύλλο: το ~ του βιβλίου/του σιντί. Τετράδιο με μαλακό/σκληρό/χάρτινο ~. Πβ. κουβερτούρα2. Βλ. εσώ-, οπισθό-φυλλο.|| (για πρόσ.) Έγινε ~ σε περιοδικό (: η φωτογραφία της μπήκε στο ~).
17174εξωχριστιανικός, ή, ό [ἐξωχριστιανικός] ε-ξω-χρι-στια-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που είναι εκτός Χριστιανισμού, που δεν σχετίζεται με τους χριστιανούς: ~ή: πηγή. ~ά: θρησκεύματα. ΑΝΤ. ενδοχριστιανικός [< αγγλ. extra-christian]
17175εξωχώριος, α, ο [ἐξωχώριος] ε-ξω-χώ-ρι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή αναπτύσσεται εκτός της έδρας του· κατ' επέκτ. ξένος: ~α: δραστηριότητα.|| ~α: κέντρα. ΑΝΤ. εγχώριος. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εξωχώρια εταιρεία & υπεράκτια εταιρεία {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΝΟΜ. εταιρεία που έχει την έδρα της σε ξένη χώρα με ηπιότερο φορολογικό καθεστώς και με βάση τη νομοθεσία της δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες: ~ες ~ες ελληνικών συμφερόντων. Το φορολογικό καθεστώς/το θεσμικό πλαίσιο για τις ~ες ~ες. Μεταφορά κεφαλαίων σε ~ες ~ες. Ξέπλυμα μαύρου χρήματος μέσω ~ων ~ών. Βλ. φορολογικός παράδεισος. ΣΥΝ. οφσόρ/οφ σορ εταιρεία [< γαλλ. extraterritorial, 1987, αγγλ. offshore, γαλλ. ~, 1952]
17176ΕΟ(η): Εθνική Οδός.
17177ΕΟΑ1. (ο) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας. 2. (το) Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο.
17178ΕΟΔ1. (ο) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος. 2. (η) Ευρωπαϊκή Ομάδα Δεοντολογίας. 3. (η) Ελληνική Ομάδα Διάσωσης.
17179ΕΟΔΥ(ο): Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (2019).
17180ΕΟΕ1. (ο) Εθνικός Οργανισμός Εργασίας. 2. (η) Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή.
17181ΕΟΚ1. (η) (παλαιότ.) Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Σήμερα ΕΕ. 2. (η) Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης. 3. (ο) Εθνικός Οργανισμός Καπνού.
17182ΕΟΚΑ(η): (παλαιότ.) Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών.
17183ΕΟΚΕ(η): Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.
17184εοκικός, ή, ό [ἐοκικός] ε-ο-κι-κός επίθ. (παλαιότ.): που αναφέρεται στην ΕΟΚ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.