Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18040-18060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17184εοκικός, ή, ό [ἐοκικός] ε-ο-κι-κός επίθ. (παλαιότ.): που αναφέρεται στην ΕΟΚ.
17185ΕΟΜ(ο): Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων.
17186ΕΟΠ1. (ο) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος. 2. (ο) Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας. 3. (η) Ελληνική Ομοσπονδία Ποδηλασίας. 4. (η) Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας.
17188ΕΟΠΠΕΠ(ο) : Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού.
17189ΕΟΠΥΥ(ο): Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας. Βλ. ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΟΠΑΔ.
17190εορταγορά[ἑορταγορά] ε-ορ-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εορταστικό παζάρι: πασχαλινή/χριστουγεννιάτικη ~. ~ για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Πβ. μπαζάρ. Βλ. -αγορά.
17191εορτάζω[ἑορτάζω] ε-ορ-τά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εόρτα-σα, εορτά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, εορτάζ-ων, -οντας, εορταζ-όμενος} (επίσ.): γιορτάζω: Οι ~όμενοι Άγιοι (= σπανιότ. εορτάζοντες). Δεν ~ει ούτε δέχεται επισκέψεις. Βλ. συν~. [< αρχ. ἑορτάζω]
17192εορτάζων, ουσα, ον [ἑορτάζων] ε-ορ-τά-ζων επίθ./ουσ. {εορτάζ-οντος (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης) | -οντες (θηλ. -ουσες, ουδ. -οντα), -όντων} (επίσ.): πρόσωπο που γιορτάζει, συνήθ. την ονομαστική του εορτή: Χρόνια Πολλά στους ~οντες (σπανιότ. ~όμενους) και τις ~ουσες.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ουσα Ιερά Μονή (: που πανηγυρίζει). [< αρχ. ἑορτάζων]
17193εορτάσιμος, η, ο [ἑορτάσιμος] ε-ορ-τά-σι-μος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. γιορτινός 1. που πρέπει ή αξίζει να τιμάται με γιορτή: ~η: ημέρα. Βλ. εργάσιμος. 2. (σπάν.) εορταστικός: ~η: περίοδος. [< μτγν. ἑορτάσιμος]
17194εορτασμός[ἑορτασμός] ε-ορ-τα-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & (προφ.) γιορτασμός: τέλεση γιορτής· σύνολο εκδηλώσεων που είναι αφιερωμένες σε κάποια γιορτή: διήμερος/επετειακός ~. Ο ~ της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος. Ο ~ του Πάσχα. Ο επίσημος ~ του Αγίου ... (πβ. πανήγυρη). Λαμπροί/φαντασμαγορικοί ~οί για το νέο έτος. Βλ. συν~. [< μτγν. ἑορτασμός]
17195εορταστές[ἑορταστές] ε-ορ-τα-στές ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. εορταστής} (λόγ.): πρόσωπα που συμμετέχουν σε εορτασμό. Πβ. πανηγυριώτες. [< μτγν. ἑορταστής]
17196εορταστικός, ή, ό [ἑορταστικός] ε-ορ-τα-στι-κός επίθ. (επίσ.) & (προφ.) γιορταστικός: που σχετίζεται με εορτή: ~ός: διάκοσμος. ~ή: ατμόσφαιρα/περίοδος. ~ό: κλίμα/τραπέζι/τριήμερο. ~ές: εκδηλώσεις (: εορτασμοί). ~ά: εδέσματα. Το ~ό ωράριο των καταστημάτων. Σε ~ούς ρυθμούς κινείται η αγορά. Πβ. γιορτινός, πανηγυρικός. ● επίρρ.: εορταστικά [< αρχ. ἑορταστικός]
17197εορτή[ἑορτή] ε-ορ-τή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γιορτή, συνήθ. επίσημη ή θρησκευτική. Βλ. προεόρτια. ● ΣΥΜΠΛ.: δεσποτική εορτή & γιορτή: ΕΚΚΛΗΣ. προς τιμήν του Χριστού: η ~ ~ της Αναλήψεως/της Πεντηκοστής/των Χριστουγέννων., θεομητορική εορτή & γιορτή: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τη Θεοτόκο: η ~ ~ του Ευαγγελισμού., ακίνητη/σταθερή γιορτή βλ. ακίνητος, κινητή εορτή βλ. κινητός, ονομαστική εορτή βλ. ονομαστικός ● ΦΡ.: κατόπιν εορτής βλ. κατόπιν [< αρχ. ἑορτή]
17198εορτινός, ή, ό & εόρτιος, α, ο βλ. γιορτινός
17199εορτοδάνειο[ἑορτοδάνειο] ε-ορ-το-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): καταναλωτικό δάνειο που χορηγούν οι τράπεζες σε εορταστική περίοδο (κυρ. Χριστούγεννα, Πάσχα). Βλ. διακοποδάνειο.
17200εορτολογικός, ή, ό [ἑορτολογικός] ε-ορ-το-λο-γι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με το εορτολόγιο: ~ός: κύκλος.
17201εορτολόγιο[ἑορτολόγιο] ε-ορ-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. κατάλογος των εορτών της Εκκλησίας· το αντίστοιχο λειτουργικό βιβλίο: επίσημο/ορθόδοξο/χριστιανικό ~. ~ μηνός ... Βλ. -λόγιο. [< μεσν. εορτολόγιον]
17202ΕΟΤ(ο): Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού.
17203ΕΟΦ(ο): Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων.
17204ΕΟΧ(ο): Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.