Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18060-18080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17206επ-βλ. επι-
18159ΕΠ.ΟΠ.(ο): Επαγγελματίας Οπλίτης.
17207ΕΠΑ1. (η) Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). 2. (η) Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού. 3. (η) Εταιρεία Παροχής Αερίου. 4. (η) Ελληνική Προστιθέμενη Αξία.
17247ΕΠΑ.Λ.(το): Επαγγελματικό Λύκειο.
17403ΕΠΑ.Σ.(η): Επαγγελματική Σχολή.
17208ΕΠΑΑ1. (η) Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας. 2. (το) Έγγραφο Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης.
17209επαγάγειβλ. επάγει
17210επαγγελία[ἐπαγγελία] ε-παγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υπόσχεση, κυρ. με επίσημο και δεσμευτικό χαρακτήρα: προεκλογικές ~ες. ~ες για ελευθερία/ισότητα. Παρά τις ~ες της η κυβέρνηση δεν προέβη στις αναγκαίες αλλαγές. ● ΣΥΜΠΛ.: Γη της Επαγγελίας βλ. γη [< αρχ. ἐπαγγελία]
17211επαγγέλλομαι[ἐπαγγέλλομαι] ε-παγ-γέλ-λο-μαι ρ. (μτβ.) {επαγγέλ-θηκε, -θεί, επαγγελλ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. {στον ενεστ.} ασκώ επάγγελμα: Τι ~εσαι (= τι επάγγελμα κάνεις); ~εται τον λογιστή. 2. υπόσχομαι κάτι σημαντικό: Νομοσχέδιο που ~εται τη διαφάνεια. Η κυβέρνηση ~εται ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Πβ. τάζω. [< πβ. αρχ. ἐπαγγέλλω, ἐπαγγέλλομαι ‘αναγγέλλω, διακηρύσσω’]
17212επάγγελμα[ἐπάγγελμα] ε-πάγ-γελ-μα ουσ. (ουδ.): βιοποριστική απασχόληση, δραστηριότητα: ανθυγιεινό/ατομικό/δημιουργικό/επικίνδυνο/επιτυχημένο/οικογενειακό/προσοδοφόρο/σταθερό/χειρωνακτικό ~. Κύριο/δευτερεύον ~. Αγροτικά (: γεωργός, κτηνοτρόφος)/ιατρικά (: ιατρός)/νομικά (: δικηγόρος, συμβολαιογράφος)/παιδαγωγικά (: νηπιαγωγός, δάσκαλος, καθηγητής)/παραδοσιακά/παραϊατρικά (: μαία, νοσηλευτής)/πράσινα (= οικολογικά)/τεχνικά/τουριστικά (: ξεναγός, ιδιοκτήτης γραφείου ταξιδίων) ~ατα. ~ατα οικονομίας και διοίκησης/περιβάλλοντος/πολιτισμού. Το ~ του μέλλοντος. Το αρχαιότερο ~ (βλ. αγοραίος έρωτας, πορνεία). Αλλαγή/επιλογή ~ατος. Τα καλά/μυστικά/τυχερά του ~ατος. Είσοδος/πρόσβαση στο ~ του μηχανικού. Μπήκα στο ~. Ακολούθησε το ~ του δημοσιογράφου. Διάλεξε το σωστό ~. Είναι του ~ατος (: ασκεί το ίδιο ~). -Ποιο είναι το ~ά σου (= τι επαγγέλλεσαι); Πβ. δουλειά, επιτήδευμα, εργασία. Βλ. λειτούργημα, τέχνη. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο επάγγελμα & (επίσ.) ελευθέριο επάγγελμα: που ασκείται από ελεύθερο επαγγελματία., κλειστά επαγγέλματα: που η άσκησή τους απαιτεί εγγραφή σε σχετικό σύλλογο ή σωματείο και περιορίζεται από ορισμένους νόμους: άνοιγμα/απελευθέρωση/κατάργηση (των) ~ών ~ων. Βλ. συντεχνία., νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αυτό για το οποίο καθορίζονται με ακρίβεια τα επαγγελματικά δικαιώματα του πτυχιούχου, οι σχολές που οδηγούν σε αυτό και οι προϋποθέσεις για την απόκτηση άδειας άσκησής του., άσκηση επαγγέλματος βλ. άσκηση, βαρέα και ανθυγιεινά (επαγγέλματα) βλ. ανθυγιεινός ● ΦΡ.: εξ επαγγέλματος (λόγ.) 1. κατ' επάγγελμα: γιατρός ~ ~. Υποχρεούνται ~ ~ να ... (: για επαγγελματικούς λόγους).|| (ειρων.) ~ ~ επαναστάτες. 2. ΝΟΜ. (σπάν.) αυτεπάγγελτα: ~ ~ διορισμός συνηγόρου. [< 2: λατ. ex officio] , έχει κάνει επάγγελμα ... (προφ.-ειρων.): κάνει κάτι αρνητικό συνεχώς, επανειλημμένα: ~ ~ τις μηνύσεις., κατ' επάγγελμα (λόγ.) 1. για δραστηριότητα που γίνεται επαγγελματικά: ~ ~ παροχή υπηρεσιών. Είναι ~ ~ φυσικοθεραπευτής. Ασκούν ~ ~ τη γεωργία. 2. (μτφ.) συστηματικά: (ειρων.) ~ ~ απατεώνας/ψεύτης (: επαγγελματίας).|| (ΝΟΜ.) ~ ~ και κατά συνήθεια έγκλημα. Εκβίαση ~ ~ και κατ' εξακολούθηση. Πβ. κατά συρροή. [< μτγν. ἐπάγγελμα, γαλλ. profession]
17213επαγγελματίας[ἐπαγγελματίας] ε-παγ-γελ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {επαγγελματι-ών} ΑΝΤ. ερασιτέχνης 1. πρόσωπο που ασκεί ορισμένο επάγγελμα: αυτοαπασχολούμενος ~. Οδηγός ~ών και επιχειρήσεων. Άδεια ~α (= επαγγελματική).|| (ως επίθ.) ~ δημοσιογράφος/ποδοσφαιριστής/σκηνοθέτης/φωτογράφος. (ΣΤΡΑΤ.) ~ Οπλίτης (ακρ. ΕΠ.ΟΠ.). Βλ. μικρο~. 2. αυτός που ασκεί το επάγγελμά του σωστά και ευσυνείδητα, με αυστηρή προσήλωση στη δεοντολογία· αρνητ. συνυποδ. άτομο που προτάσσει το επαγγελματικό και οικονομικό συμφέρον του: εξαιρετική ~. Είναι σωστός ~. Δουλειά ~α. Βλ. επαγγελματισμός.|| Αδίστακτος/στυγνός ~. 3. (μτφ.) πρόσωπο που κάνει συστηματικά και μεθοδικά κάτι, συνήθ. κακό: (ειρων.) οι ~ες της βίας.|| (ως επίθ.) ~ κλέφτης/οπαδός/πολιτικός. (μειωτ.) ~ φοιτητής (= αιώνιος). Εργατοπατέρας και ~ συνδικαλιστής. Πβ. εξ επαγγέλματος, κατ' επάγγελμα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ πελάτης (: που διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις. ΑΝΤ. ιδιώτης). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος επαγγελματίας: πρόσωπο που ρυθμίζει μόνο του τις συνθήκες εργασίας του, χωρίς να εξαρτάται από εργοδότη: ~ ~ μηχανικός. Εργάζεται ως ~ ~. Μισθωτοί και ~οι ~ες. Πβ. αυτοαπασχολούμενος. ΣΥΝ. ελευθεροεπαγγελματίας, επαγγελματίας υγείας βλ. υγεία [< γαλλ. professionnel]
17214επαγγελματικοποίησηβλ. επαγγελματοποίηση
17215επαγγελματικός, ή, ό [ἐπαγγελματικός] ε-παγ-γελ-μα-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. ερασιτεχνικός 1. που σχετίζεται με το επάγγελμα ή τον επαγγελματία: ~ός: κλάδος/οδηγός/σύλλογος/φόρος/χώρος. ~ή: άδεια/απασχόληση/αποκατάσταση/ασφάλιση/δεοντολογία/διέξοδος/εμπειρία/ένταξη/εξέλιξη/επιμόρφωση/ζωή/κατάρτιση/σταδιοδρομία/συνείδηση/συνέπεια (: επαγγελματισμός)/σχολή (: που προετοιμάζει για την άσκηση επαγγέλματος)/ψυχολογία. ~ό: Δίκαιο/Επιμελητήριο/λάθος/προφίλ/ραντεβού/σωματείο/ταμείο/ταξίδι. ~οί: σύμβουλοι. ~ές: εξετάσεις/ευκαιρίες/ικανότητες/προοπτικές/σχέσεις/υποχρεώσεις. ~ά: δάνεια/δικαιώματα/εφόδια/μυστικά/προγράμματα (: που απευθύνονται σε επαγγελματίες)/προσόντα/συμφέροντα/σχέδια. ~οί λόγοι δεν μου επιτρέπουν να ... Βλ. αντι~, προ~. 2. που ασκείται ως επάγγελμα, που έχει αντίστοιχη χρήση ή είναι υψηλού επιπέδου: ~ός: αθλητισμός/στρατός. ~ή: φωτογραφία. ~ό: ποδόσφαιρο.|| ~ός: εξοπλισμός. ~ό: αυτοκίνητο. ~ά: πλυντήρια.|| ~ός: ήχος. ~ή: ποιότητα εκτύπωσης (= πολύ καλή). Δουλειά ~ών προδιαγραφών (= υψηλών).|| ~ή: νίκη (: στην περίπτωση που μια ομάδα έπαιξε όσο χρειαζόταν, για να νικήσει). ● Ουσ.: επαγγελματικά (τα) (προφ.): επαγγελματικές υποθέσεις: Δεν μπλέκει τα προσωπικά με τα ~ του. ● επίρρ.: επαγγελματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματικό φάουλ (μτφ.): (κυρ. στο ποδόσφαιρο και μπάσκετ) (που κάνει ο αμυνόμενος) για να ανακόψει μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση για την ομάδα του., επαγγελματική ασθένεια βλ. ασθένεια, επαγγελματική διαστροφή βλ. διαστροφή, επαγγελματική κινητικότητα βλ. κινητικότητα, επαγγελματική στέγη βλ. στέγη, επαγγελματική χρήση βλ. χρήση, επαγγελματικό απόρρητο βλ. απόρρητο, επαγγελματικοί κίνδυνοι βλ. κίνδυνος, επαγγελματικός προσανατολισμός βλ. προσανατολισμός ● ΦΡ.: επαγγελματικού επιπέδου: πολύ καλής ποιότητας: λήψεις/παραγωγή/σχεδιασμός ~ ~ (= υψηλού επιπέδου). [< γαλλ. professionnel]
17216επαγγελματικότητα[ἐπαγγελματικότητα] ε-παγ-γελ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον σωστό επαγγελματία: εντιμότητα/ευσυνειδησία, ~ και αίσθηση του καθήκοντος. Πβ. επαγγελματισμός. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. professionality]
17217επαγγελματισμός[ἐπαγγελματισμός] ε-παγ-γελ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): επαγγελματική ευσυνειδησία, υπευθυνότητα, συνέπεια, εντιμότητα, τήρηση της δεοντολογίας: η εξειδίκευση/η κατάρτιση/η τεχνογνωσία και ο ~ του προσωπικού. Εργαζόμενοι που επιδεικνύουν υψηλό βαθμό ~ού. Πβ. επαγγελματικότητα. Βλ. -ισμός, υπερ~. ΑΝΤ. ερασιτεχνισμός (1) [< γαλλ. professionnalisme, 1934]
17218επαγγελματοβιοτέχνης[ἐπαγγελματοβιοτέχνης] ε-παγ-γελ-μα-το-βι-ο-τέ-χνης ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας βιοτέχνης: ομοσπονδία ~ών.
17219επαγγελματοποίηση[ἐπαγγελματοποίηση] ε-παγ-γελ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & επαγγελματικοποίηση: διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται επαγγελματικό ή κάποιος γίνεται επαγγελματίας· το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ του αθλητισμού.|| ~ των εκπαιδευτών ενηλίκων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. professionnalisation, 1946]
17220επάγει[ἐπάγει] ε-πά-γει ρ. (μτβ.) {επαγάγει} (σπάν.-λόγ.): προκαλεί, επιφέρει: Παράγοντας που ~ τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό. ● Παθ.: επάγεται: συνεπάγεται: Ως εκ τούτου άμεσα ~ ότι ... (= εξάγεται, προκύπτει, συνάγεται). Διακριτικά γνωρίσματα που ~ονται την ακυρότητα του ψηφοδελτίου., επάγομαι: επικαλούμαι: (ΝΟΜ.) ~ τα ακόλουθα ... [< αρχ. ἐπάγω]
17221επαγρύπνηση

[ἐπαγρύπνηση] ε-πα-γρύ-πνη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επαγρυπνώ: πνευματική ~. ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/την ορθή λειτουργία του πολιτεύματος. ~ και ενεργοποίηση/κινητοποίηση. Μέτρα ~ης. Έκκληση/κάλεσμα για ~ απέναντι στους καιροσκόπους. Βρίσκεται/είναι σε ~. Πβ. εγρήγορση, επιφυλακή, ετοιμότητα. ΑΝΤ. εφησυχασμός [< μτγν. ἐπαγρύπνησις ‘επίβλεψη, προσοχή’]

17222επαγρυπνώ[ἐπαγρυπνῶ] ε-πα-γρυ-πνώ ρ. (αμτβ.) {επαγρυπν-εί κ. -ά ...} : είμαι διαρκώς σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση, συνήθ. για να αποτρέψω ή να αντιμετωπίσω κάτι κακό: Το ΔΣ ~εί για την πιστή εφαρμογή των διατάξεων. ~ούν, για να διασφαλίσουν το δημόσιο συμφέρον. Πβ. αγρυπνώ, γρηγορώ. ΑΝΤ. εφησυχάζω (1) [< μτγν. ἐπαγρυπνῶ ‘ξαγρυπνώ, παρακολουθώ συνεχώς’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.